Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «Η Καθημερινή»

Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
55 bytes αφαιρέθηκαν ,  πριν από 1 μήνα
καμία σύνοψη επεξεργασίας
{{μορφοποίηση}}
{{Κουτί πληροφοριών εφημερίδας
|όνομα = Η Καθημερινή
|εικόνα = [[Αρχείο:Logo-kathimerini-gr.svg|250px]]
|λεζάντα =
|τύπος = Καθημερινή [[εφημερίδα]]
|μορφή = Εφημερίδα μεγάλου σχήματος
|ιδιοκτήτες = «Καθημερινές Εκδόσεις» Μονοπρόσωπη Α.Ε.
|ιδρυτές = [[Γεώργιος Βλάχος (δημοσιογράφος)|Γεώργιος Βλάχος]]
|πολιτικήl =
|Έδρα = Εθνάρχου Μακαρίου και Δημητρίου Φαληρέως 2, 185 47, [[Νέο Φάληρο]], [[Ελλάδα]]
|αρχισυντάκτης = Παπαχελάς Αλέξης
 
==Ιστορικό==
Τα πρώτα χρόνια, ήταν εγκατεστημένη στην παλιά μονοκατοικία της οικογένειας Βλάχου στην οδό Σωκράτους 57. Κυκλοφορούσε καθημερινά με τέσσερις ή έξι σελίδες και κόστιζε μία δραχμή. Ο Γεώργιος Βλάχος ήταν ιδιοκτήτης και βασικός συντάκτης της εφημερίδας μέχρι και το 1951. Εκτός του πολύστηλου πολιτικού άρθρου του, που διαμόρφωνε την κατεύθυνση της εφημερίδας, συμμετείχε με χιουμοριστικά σχόλια και πολιτικές κριτικές στη στήλη «Καθημερινός Διάλογος». Συνήθης ήταν η προσφορά σε αναγνώσματα διαφόρων τύπων, αλλά και ανέκδοτων  μυθιστορημάτων σε συνέχειες.
 
«Η Δασκάλα με τα χρυσά μάτια» του Μυριβύλη και η «Πριγκιπέσσα Ιζαμπώ» του Τερζάκη, αποτελούν μόνο ένα πολύ μικρό δείγμα αυτών. Σημαντικές στήλες της εποχής ήταν «Τα φαιδρά του Εικοσιτετραώρου» με χρώμα αστυνομικού ρεπορτάζ, και η στήλη «Εδώ και Εκεί» με αναφορά στα κοσμικά γεγονότα των Αθηνών. Μετά το θάνατό του [[Γεώργιος Βλάχος (δημοσιογράφος)|Γεώργιου Α. Βλάχου]], η διεύθυνση της εφημερίδας μεταβιβάστηκε στην κόρη του, Ελένη Βλάχου.
«Ανεξάρτητον όργανον αντιβενιζελικής αδιαλλαξίας και συντηρητικότητος εν παντί, έσχεν ευρείαν διάδοσιν και ήσκησε σημαντικόν επηρεασμόν. Διακρίνεται διά την σφοδράν μαχητικότητά της, την εντυπωσιακήν αρθρογραφίαν, το καλαίσθητον ύφος, την παικτικήν και σατιρικήν διάθεσιν, την αίσθησιν και έξαρσιν του ζητήματος της ημέρας. Τας πολιτικάς, κοινωνικάς και φιλολογικάς γνώμας της καθορίζει γενικώς στερρά εμμονή εις την παράδοσιν, χαρακτηριζομένη από την έλξιν προς εν εξιδανικευμένον παρελθόν τάξεως, ευπρεπείας και αισθήματος, ήτις επιτρέπει να παρεισάγωνται τόνοι λυρικοί εις την πλέον οξείαν πολεμικήν της».
 
Το πολιτικό πρόγραμμα της Καθημερινής, που διακήρυξε στις 13 Σεπτεμβρίου 1920, συνοψίζεται στη φράση «Κάτω ο Βενιζέλος» (Μάγερ, 1957)<ref name=":0">Μάγερ, Κ. (1959). ''Ιστορία του Ελληνικού Τύπου: Αθηναϊκαί Εφημερίδες 1901-1959'', (Τόμ. Β) Αθήνα: Αθήναι.</ref>. Με αυτόν τον τρόπο, μετατρέπεται σε ναυαρχίδα του αντιβενιζελισμού, προσκείμενη σε αυταρχικές μορφές εξουσίας με φιλοβασιλικά «αισθήματα» (Γιαννουλόπουλος, 2008)<ref>Γιαννουλόπουλος, Γ. (2008). «Τα χρόνια του Μεσοπολέμου» : 1923-1939. Στο: Γ. Δρούλια & Γ. Κουτσοπανάγου (επιμ.) . ''Εγκυκλοπαίδεια του Ελληνικού Τύπου,'' 1784-1974. Αθήνα: Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών, σελ. 41-45.</ref> Εκείνες τις μέρες ο Γιώργος Βλάχος συνελήφθη και φυλακίστηκε με αποτέλεσμα η Καθημερινή να μη δημοσιευτεί για δώδεκα ημέρες. Εκτός από τις βιαιότητες εναντίον του Τύπου, κυριαρχεί ο έλεγχος και η πρακτική των λευκών στηλών. Οι τελευταίες ήταν απόρροια της λογοκρισίας και αντικαθιστούσαν, τα αφαιρεμένα από την κυβέρνηση, τμήματα των εφημερίδων (Μάγερ, 1957).
 
Παρά την απομάκρυνση του Βενιζέλου και την άνοδο της  «Ηνωμένης Αντιπολίτευσης» την ίδια χρονιά, η Καθημερινή συνέχιζε να διατηρεί κριτική στάση απέναντι στην Κυβέρνηση και τις ενέργειές της, κυρίως όσον αφορά την εξέλιξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων στη Μικρά Ασία. Στο ιστορικό άρθρο «Οίκαδε» (14 Αυγούστου 1922) στηλιτεύει, τρόπον τινά, την κυβέρνηση και ζητά την επιστροφή των ελληνικών στρατευμάτων οίκαδε, δηλαδή πίσω στην πατρίδα. Για το άρθρο τούτο αλλά και για το άρθρο «Πομερανοί», ο Γιώργος Βλάχος επικρίθηκε από αντίπαλους και φίλους, καθώς θεωρήθηκε ότι συνετέλεσε στην ηθική κατάρρευση του μαχόμενου στρατού. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι κάτι τέτοιο δεν μπορούσε να ισχύει, εφόσον τα σώματα του ελληνικού στρατού είχαν ήδη δεχτεί το πρώτο πλήγμα από τον τουρκικό στρατό στο Αφιόν Καραχισάρ (Μάγερ, 1957)<ref name=":0" />.
 
Αντιθέτως, η επίθεση από τις τουρκικές δυνάμεις καταγράφεται ιστορικά στην Άγκυρα στις 16 Αυγούστου 1922. Αφότου εδέχθη επίθεση, ο ελληνικός στρατός «κινήθηκε προς την περιοχή του Αφιόν Καραχισάρ, απ’ όπου αναγκάστηκε να οπισθοχωρήσει, πρώτα προς τη Σμύρνη και, στη συνέχεια, προς τα παράλια της Μικράς Ασίας» (Λεοντή, 1998, σελίδα 156)<ref>Λεοντή, Α. (1998). ''Τοπογραφίες του Ελληνισμού: Χαρτογραφώντας την πατρίδα''. Αθήνα: Scripta.</ref>. Εντούτοις, σε καμία περίπτωση δε θα μπορούσε να αποδοθεί η ήττα των Ελλήνων στις παρεμβάσεις του Τύπου. Το τουρκικό εθνικιστικό κίνημα  ίχεείχε αναπτυχθεί πολύ νωρίτερα και είχε φτάσει στο απόγειό του ήδη από το 1919. Συνεπώς η υποχώρηση του ελληνικού Στρατού και η καταστροφή της Σμύρνης ήταν σε μεγάλο βαθμό προδιαγεγραμμένα (Βερέμης, 2013)<ref name=":1">Βερέμης, Θ. (2013). ''Νεότερη Ελλάδα: Μια Ιστορία από το 1821''. Αθήνα: Πατάκη.</ref>.
 
Άμεσο επακόλουθο της ήττας, ήταν η ανταλλαγή πληθυσμών που επιβλήθηκε με την επισφράγιση της συνθήκης της Λωζάνης (μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας) το 1923 (Βερέμης, 2013)<ref name=":1" />. Η πολεμική στάση των γηγενών κατοίκων στη νέα «ανθρωπογεωγραφία» είναι φανερή και στον Τύπο της εποχής. Το ίδιο συνέβη και με την "Καθημερινή η οποία κράτησε έντονα αντιπροσφυγική στάση, προτείνοντας να μη δοθούν πολιτικά δικαιώματα στους διωγμένους Έλληνες της [[Μικρά Ασία|Μικράς Ασίας]] και του [[Πόντος|Πόντου]]<ref>[http://www.patrides.com/may09/agtzidis.htm "Προσεγγίζοντας τον αντιπροσφυγικό αναθεωρητισμό"]</ref><ref>[https://www.antibaro.gr/article/1433 Αναφορά στην "Καθημερινή" της εποχής (παραπομπή 31)]</ref>.
Το Ιουλιανό πραξικόπημα του ’67 και η περίοδος της δικτατορίας που ακολούθησαν την πτώση της κυβέρνησης Στεφανόπουλου, αποτέλεσαν τομή για την εξέλιξη της Καθημερινής. Η απόφαση της ιδιοκτήτριας Ελένης Βλάχου να κλείσει την εφημερίδα την περίοδο της επταετίας, θεωρήθηκε αναντίστοιχη με την έως τότε πολιτική της στάση (Ψαράκης, 1993)<ref name=":4" />. Πως γίνεται μία εφημερίδα της άκρας δεξιάς να μην υποστηρίζει τη δικτατορία, ενώ στο παρελθόν δήλωνε υπέρμαχος του Ιωάννη Μεταξά; Μάλιστα, η ίδια κατέφυγε στο εξωτερικό και διαδραμάτισε σημαντικότατο ρόλο στον αντιδικτατορικό αγώνα (Σωμερίτης, 2008)<ref name=":5">Σωμερίτης, Ρ. (2008). «Επίμετρο: 1974 έως σήμερα». Στο: Γ. Δρούλια & Γ. Κουτσοπανάγου (επιμ.). ''Εγκυκλοπαίδεια του Ελληνικού Τύπου'', 1784- 1974. Αθήνα: Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών, σελ. 61-65.</ref>.
 
Όπως αναφέρουν οι Τάιμς της Ν. Υόρκης: ''Όταν η ελευθερία γραφής, λόγου και πολιτικής δράσεως χάνονται, ύστατη διαμαρτυρία γίνεται η σιγή. Εις την τραγωδία που εκυριάρχησε στην Ελλάδα, η Κα Ελένη Βλάχου επροτίμησε με γενναιότητα την διακοπήν εκδόσεως δύο εφημερίδων και ενός περιοδικού επικαιρότητος από την παραδοχήν στρατιωτικής λογοκρισίας'' (4 Μαΐου, 1967).{{εκκρεμεί παραπομπή}} Κατ’ αντιστοιχία  με την περίοδο του εμφυλίου, κυριάρχησαν η λογοκρισία, οι διώξεις, οι εκβιασμοί και οι συλλήψεις των αντιπολιτευόμενων εφημερίδων, από το καθεστώς της δικτατορίας (Ψυχογιός, 2004)<ref name=":3" />. 
 
Προς το τέλος της δεκαετίας του '80 οι μικρές βιοτεχνίες του Τύπου υπό το βάρος των οικονομικών πιέσεων (τεράστια κεφάλαια για την επιβίωσή τους, αφαίρεση σημαντικού ποσοστού διαφήμισης), αφομοιώθηκαν από τα συγκροτήματα Τύπου (Σωμερίτης, 2008)<ref name=":5" />.
Ανώνυμος χρήστης

Μενού πλοήγησης