Ραϋνάλδος του Σατιγιόν: Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων

Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
μ
Ρομπότ: προσθήκη σήμανσης επαληθευσιμότητας
μ (Ρομπότ: προσθήκη σήμανσης επαληθευσιμότητας)
{{χωρίς παραπομπές|14|02|2020}}
 
{{πληροφορίες προσώπου}}
O '''Ραϋνάλδος''' (γαλλ.: ''Renaud de Châtillon'', [[1123]] - [[4 Ιουλίου]] [[1187]]) από τον [[Οίκος του Σατιγιόν|Οίκο του Σατιγιόν]] ήταν, ως σύζυγος της [[Κωνσταντία της Αντιόχειας|Κωνσταντίας των Ωτβίλ]], πρίγκιπας της Αντιόχειας (1153-1160/61) και μετά, ως σύζυγος της Στεφανίας, κύριος της Υπεριορδανίας (1175-1187).
Ήταν γιος του Ερβέ Β΄ κυρίου του Ντονζύ. Όταν έχασε ένα μέρος των πατρικών του κτήσεων, προσχώρησε το 1147 στη Β΄ Σταυροφορία. Εγκαταστάθηκε στην Ιερουσαλήμ και υπηρέτησε τη βασιλική οικογένεια ως μισθοφόρος.
 
Νυμφεύτηκε την Κωνσταντία πριγκίπισσα της Αντιόχειας, αντίθετα με τη θέληση των υπηκόων της. Είχε πάντα ανάγκη από χρήματα: συνέλαβε τον [[Αιμερύ του Λιμόζ]] λατίνο πατριάρχη της Αντιόχειας, επειδή δεν πλήρωσε την εισφορά του και τον βασάνισε. Το 1155 εξαπέλυσε επιδρομή στην Κύπρο, που προκάλεσε μεγάλη καταστροφή. Το 1159 ο [[Μανουήλ Α΄ Κομνηνός]] Αυτοκράτορας των Ρωμαίων ήλθε επικεφαλής μεγάλου στρατού, πιέζοντάς τον να εκλιπαρήσει το έλεός του. Επέδραμε το 1060/61 στη κοιλάδα του Ευφράτη για να λεηλατήσει τους αγρότες του Μαράς, αλλά τον συνέλαβε ο κυβερνήτης του Χαλεπίου (Αλέππο). Κρατήθηκε φυλακισμένος ως το 1176 και έπειτα από καταβολή μεγάλων λύτρων, ελευθερώθηκε.
 
Εν τω μεταξύ η Κωνσταντία είχε αποβιώσει, έτσι ο Ραϋνάλδος μετέβη στο Κεράκ, όπου νυμφεύτηκε τη Στεφανία, πλούσια κληρονόμο και κόρη της Ισαβέλλας της Υπεριορδανίας. Ο [[Βαλδουίνος Δ΄ της Ιερουσαλήμ|Βαλδουίνος Δ΄ των Ανζού]] της Ιερουσαλήμ του χορήγησε την κυριότητα της Χεβρών και έτσι ο Ραϋνάλδος έγινε από τους πλουσιότερους βαρόνους του βασιλείου. Ήλεγχε τις οδούς των καραβανιών μεταξύ Αιγύπτου και Συρίας. Ο Βαλδουίνος Δ΄, που υπέφερε από λέπρα, τον έθεσε αντιβασιλιά το 1177. Από τη θέση αυτή πολέμησε στη μάχη του Μονζιζάρ και νίκησε τον Σαλαντίν. Ήταν ο μόνος χριστιανός ηγέτης που ακολούθησε επιθετική στον Σαλαδίνο πολιτική και λεηλατούσε τα καραβάνια, που ταξίδευαν κοντά στις περιοχές του. Το 1183 ναυπήγησε πέντε πλοία και επέδραμε στις ακτές της Ερυθράς θάλασσας, απειλώντας τους προσκυνητές στη Μέκκα. Ο Σαλαντίν δεσμεύτηκε να τον τιμωρήσει.
 
Κατά τις συγκρούσεις για τη διαδοχή του Βαλδουίνου Δ΄, ήταν σταθερός υποστηρικτής της αδελφής του [[Σιβύλλα της Ιερουσαλήμ|Σιβύλλας]] της Ιερουσαλήμ και του 2ου συζύγου της [[Γκυ των Λουζινιάν]]. Συνεργάστηκε με τον θείο της [[Ζοσλέν Γ΄ της Έδεσσας|Ζοσλέν Γ΄ των Κουρτεναί]] κόμη της Έδεσσας (αδελφό της Αγνής των Κουρτεναί, μητέρας της Σίβυλλας και του Βαλδουίνου Δ΄) και κατάφεραν το 1186 να την αναβιβάσουν στο θρόνο.
 
Το 1186/87 επιτέθηκε σε καραβάνι, που ταξίδευε από την Αίγυπτο προς τη Συρία, με τον ισχυρισμό ότι η εκεχειρία -μεταξύ της Ιερουσαλήμ και του Σαλαντίν- δεν τον δεσμεύει. Αρνήθηκε να πληρώσει αποζημίωση και τότε ο Σαλαντίν εισέβαλε στο βασίλειο και στη μάχη του Χαττίν εξόντωσε τον στρατό των Σταυροφόρων: ο Ραϋνάδος αιχμαλωτίστηκε και όταν δεν δέχθηκε να μεταστραφεί στο Ισλάμ, αποκεφαλίστηκε από τον ίδιο τον Σαλαντίν.
 
Οι πιο πολλοί ιστορικοί βλέπουν ένα τυχοδιώκτη, που η απληστία του για λεία επέφερε την πτώση του βασιλείου της Ιερουσαλήμ. Αλλά ήταν και ο μόνος από τους Σταυροφόρους, που απέτρεψε τον Σαλαντίν να ενοποιήσει τα γειτονικά εμιράτα.
 
==Οικογένεια==

Μενού πλοήγησης