Κοινωνιολογία της εκπαίδευσης: Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων

Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
μ
ορθή γραφή
μΧωρίς σύνοψη επεξεργασίας
μ (ορθή γραφή)
Οι θεωρητικοί του δομικού λειτουργισμού πιστεύουν ότι η [[κοινωνία]] τείνει προς την ισορροπία και τη κοινωνική τάξη. Βλέπουν τη κοινωνία ως ένα ανθρώπινο σώμα, στο οποίο θεσμοί, όπως η εκπαίδευση, είναι σαν σημαντικά όργανα τα οποία κρατούν τη κοινωνία/σώμα υγιές. Η κοινωνική υγεία σημαίνει το ίδιο με τη κοινωνική τάξη, και είναι διασφαλισμένη όταν σχεδόν όλοι αποδέχονται τις γενικές ηθικές αξίες της κοινωνίας τους. Ως εκ τούτου, οι δομικοί λειτουργιστές πιστεύουν ότι ο στόχος των βασικών θεσμών, όπως η εκπαίδευση, είναι να κοινωνικοποιήσει τα παιδιά και τους εφήβους. Η [[κοινωνικοποίηση]] είναι η διαδικασία μέσω της οποίας η νέα γενιά παίρνει τη [[γνώση]], τις συμπεριφορές και τις αξίες που θα χρειαστούν ως παραγωγικοί πολίτες. Παρόλο που αυτός ο στόχος δηλώνεται στο επίσημο πρόγραμμα σπουδών, επιτυγχάνεται κυρίως μέσω του “κρυφού προγράμματος σπουδών”, μια λεπτότερη, αλλά παρ’ όλα αυτά ισχυρή, κατήχηση των προτύπων και αξιών της ευρύτερης κοινωνίας. Οι μαθητές μαθαίνουν αυτές τις αξίες γιατί η [[συμπεριφορά]] τους στο [[σχολείο]] ρυθμίζεται μέχρις ότου τις εσωτερικεύσουν σταδιακά και τις αποδεχτούν. Η εκπαίδευση πρέπει, όμως, να έχει και μια άλλη λειτουργία. Καθώς διάφορες δουλειές μένουν κενές, θα πρέπει να συμπληρωθούν με τα κατάλληλα άτομα. Επομένως, ο άλλος σκοπός της εκπαίδευσης είναι να ταξινομήσει και να κατατάξει τα άτομα για τοποθέτηση στην αγορά εργασίας[Μουνρό(Munro), 1997]. Τα άτομα με υψηλές επιδόσεις θα εκπαιδεύονται για τις πιο σημαντικές δουλειές και σαν ανταμοιβή θα λαμβάνουν τα υψηλότερα εισοδήματα. Αυτοί με τις χαμηλότερες επιδόσεις θα λαμβάνουν τις λιγότερο απαιτητικές(πνευματικά σε κάθε περίπτωση, αν όχι και σωματικά) δουλειές, και ως εκ τούτου το μικρότερο εισόδημα.
 
Σύμφωνα με τους Σένετ(Sennet) και Κομπ(Cobb), όμως, “το να πιστεύεις ότι οι ικανότητες από μόνες τους καθορίζουν το ποιος αμοίβεταιαμείβεται είναι να εξαπατάσαι”. Ο Μέιγκαν(Meighan) συμφωνεί, δηλώνοντας ότι μεγάλοι αριθμοί ικανών μαθητών από εργατικές τάξεις δεν έφτασαν σε ικανοποιητικά επίπεδα στο σχολείο και, επομένως, απέτυχαν να αποκτήσουν τη θέση(στάτους) που τους αξίζει. Ο Τζέικομπ πιστεύει ότι αυτό συμβαίνει επειδή οι πολιτισμικές εμπειρίες της μεσαίας τάξης που παρέχονται στο σχολείο μπορεί να είναι αντίθετες από εκείνες που λαμβάνουν τα παιδιά της εργατικής τάξης στο σπίτι. Με άλλα λόγια, τα παιδιά της εργατικής τάξης δεν είναι επαρκώς προετοιμασμένα να αντεπεξέλθουν στο σχολείο. Κατά συνέπεια, βγαίνουν απ’ το σχολείο με τα χαμηλότερα προσόντα και ως εκ τούτου παίρνουν τις λιγότερο επιθυμητές δουλειές κι έτσι παραμένουν στην εργατική τάξη. Ο Σάρτζεντ(Sargent) επιβεβαιώνει αυτό το κύκλο, υποστηρίζοντας ότι η εκπαίδευση στηρίζει τη συνέχεια, η οποία με τη σειρά της στηρίζει τη κοινωνική τάξη. Ο Τάλκοτ Πάρσονς(Talcott Parsons) πίστευε ότι αυτή η διαδικασία, κατά την οποία κάποιοι μαθητές αναγνωρίσθηκαν και επισημάνθηκαν ως εκπαιδευτικές αποτυχίες, “ήταν μια απαραίτητη ενέργεια που ένα μέρος του κοινωνικού συστήματος, η εκπαίδευση, εκτέλεσε για το σύνολο”. Ωστόσο, η προοπτική του δομικού λειτουργισμού παραμένει ότι αυτή η κοινωνική τάξη, αυτή η συνέχεια, είναι αυτό που οι περισσότεροι επιθυμούν. Η αδυναμία αυτής της προοπτικής, όμως, γίνεται εμφανής. Γιατί η εργατική τάξη να επιθυμεί να παραμείνει εργατική τάξη; Αυτή η ασυνέπεια καταδεικνύει ότι μια άλλη προοπτική μπορεί να είναι χρήσιμη.
 
===Εκπαίδευση και κοινωνική αναπαραγωγή===

Μενού πλοήγησης