Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «Αρχαία Αλεξάνδρεια»

Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
μ
καμία σύνοψη επεξεργασίας
μ
μ
== Ίδρυση της Αλεξάνδρειας ==
 
Η πόλη ιδρύθηκε από τον [[Αλέξανδρος ο Μέγας|Αλέξανδρο τον Μέγα]] το 331 π.Χ. και ήταν γνωστή στην αρχαιότητα ως «Αλεξάνδρεια η πλησίον της Αιγύπτου» («Ἀλεξάνδρεια ἡ πρὸς Αἰγὺπτῳ», λατ. ''Alexandria ad Aegyptum'').<ref>Fowden Garth, ''The Egyptian Hermes: A Historical Approach to the Late Pagan Mind'', Princeton University Press, New York 1993, σ. 20· Fraser Peter M., ''Ptolemaic Alexandria'', OUP, Oxford 1972, τόμ. 1, σ. 107· Ψελλός Μιχαήλ'', Ἑκατονταετηρὶς Βυζαντινῆς Ἱστορίας,'' Κ. Ν. Σάθα'','' ΜΒ, τόμ. Δ΄, σ. 123· Στράβων ''Γεωγρ''. 16.2.5.</ref><ref name=":0">Για πολλούς αιώνες η Αλεξάνδρεια δεν θεωρείτο μέρος της Αιγύπτου. Αναφερόταν συνήθως ως «Αλεξάνδρεια η πλησίον της Αιγύπτου» και παρέμενε πάντοτε κάτω από ιδιότυπο καθεστώς, ως να επρόκειτο για νησί μακριά από την ηπειρωτική χώρα. Σε αυτό ίσως να διαδραμάτησε κάποιο ρόλο και ο Όμηρος· από μια σχετική αναφορά του Πλούταρχου (''Περί Ίσιδος και Οσίριδος'', 351 Stefanus page 367 section B line 10) προκύπτει ότι η νήσος Φάρος δεν θεωρούνταν μέρος της Αιγύπτου ήδη από την εποχή του επικού ποιητή. Από την έποψη των Αλεξανδρινών η ενδοχώρα πέρα από τα νερά της λίμνης Μαρεώτιδας περνούσε σχεδόν απαρατήρητη. Οι ξένες κοινότητες της Αλεξάνδρειας, εγκαταστημένες εκεί για πολλές γενεές διατηρούσαν γι’ αυτήν την ίδια περηφάνεια που είχαν οι πολίτες μιας πόλης-κράτους. Douer Alisa, ''Egypt - The Lost Homeland: Exodus from Egypt, 1947-1967: The History of the Jews in Egypt, 1540 BCE to 1967 CE'', Logos Verlag, Berlin GmbH, 2015, σ. 41· Haag Michael, ''Alexandria: City of Memory,'' Yale University Press, New Haven 2004. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη διατύπωση που χρησιμοποιείται στον «Χρησμό του Κεραμέα» (κείμενο του 3ου αιώνα π.Χ. γραμμένο στην αιγυπτιακή δημοτική), οι ίδιοι οι Αιγύπτιοι θεωρούσαν την Αλεξάνδρεια ξένη πόλη η οποία «κατοικούντανκατοικείτο από όλες τις φυλές των ανθρώπων». Fowden Garth, ''The Egyptian Hermes: A Historical Approach to the Late Pagan Mind'', Princeton University Press, New York 1993, σ. 21.
</ref> Στην προσπάθειά του να εντοπίσει κατάλληλη τοποθεσία για την πόλη και τον λιμένα της ο Αλέξανδρος αντιμετώπισε σημαντικές δυσκολίες. Το Κανωπικό στόμιο του Νείλου, παρά τις επικίνδυνες [[Αμμοσύρτης|αμμοσύρτες]] του, εξυπηρετούσε επί μεγάλο χρονικό διάστημα το περιορισμένο θαλάσσιο εμπόριο με τις ανατολικές χώρες που διεξαγόταν με μικρά σκάφη. Παρʼ όλα αυτά, η επικινδυνότητα της πρόσβασης καθώς και οι συνθήκες του υπεδάφους και της υγιεινής στην ακτή το καθιστούσαν ακατάλληλο. [[File:Placido Costanzi - Alexander the Great Founding Alexandria - Walters 37790.jpg|thumb|Απεικόνιση του 19ου αιώνα όπου ο [[Μέγας Αλέξανδρος]] ιδρύει την Αλεξάνδρεια|320x320εσ]]
[[File:Rhakotis in hieroglyphs.jpg|thumb|αριστερά|150x170εσ|"Ρακώτις" είναι η ονομασία της Αλεξάνδρειας στην αιγυπτιακή Δημοτική.]]Από τα άλλα στόμια, μόνο το Πηλουσιακό παρέμενε ανοιχτό για τη ναυσιπλοΐα, αλλά και αυτό με δυσκολία μπορούσε να εξυπηρετήσει πλοία μεσαίου μεγέθους. Τελικά, ο Αλέξανδρος ανακάλυψε μία ξηρή ασβεστολιθική έκταση που βρισκόταν λίγα χιλιόμετρα δυτικότερα από το Κανωπικό στόμιο και ήταν υπερυψωμένη σε σχέση με το επίπεδο του [[Δέλτα του Νείλου|Δέλτα]]. Ένα πρόσθετο πλεονέκτημα αυτής της θέσης ήταν η δυνατότητα ευχερούς σύνδεσής της με το Νείλο μέσω ενός πλεύσιμου καναλιού το οποίο θα παρείχε στην πόλη επάρκεια πόσιμου νερού.<ref>Hogarth, D.G., “Alexander in Egypt and some Consequences”, JEA 2 (1915): 53-60, σ. 55.</ref> Εξάλλου, η ευρύτερη θαλάσσια περιοχή δεν επηρεαζόταν σοβαρά από την απόθεση ιλύος και παράλληλα διέθετε ένα μικρό νησί, τη [[Φάρος (νησί)|Φάρο]], που εφόσον ενωνόταν με την ξηρά με μόλο θα δημιουργούσε δύο εναλλακτικούς λιμένες, προστατευμένους από τους ανέμους. Ήταν ίσως η μοναδική προσφερόμενη τοποθεσία στην Αίγυπτο για έναν λιμένα κατάλληλο για εμπορικά και πολεμικά πλοία<ref>Ο Στράβωνας περιγράφει τις εν λόγω κατασκευές στα Γεωγραφικά XVII, 1, 6.</ref> που έτειναν να έχουν διαρκώς αυξανόμενο εκτόπισμα και βύθισμα. Εικάζεται άλλωστε ότι μετά την [[Πολιορκία της Τύρου|καταστροφή της Τύρου]] το 332 ο Αλέξανδρος προσδοκούσε ότι η Αλεξάνδρεια θα ανελάμβανε το ρόλο της ως σημαντικού θαλάσσιου εμπορευματικού κόμβου.<ref>Hogarth D.G., «Alexander in Egypt and some Consequences», JEA 2 (1915): 53-60, σ. 55.</ref> Ο Έλληνας στρατηλάτης ανέθεσε στον [[Αρχιτεκτονική|αρχιτέκτονα]] [[Δεινοκράτης|Δεινοκράτη]] τον Ρόδιο να χτίσει την πόλη βάσει ορθογώνιου πολεοδομικού σχεδίου.<ref>Στράβων''',''' ''Γεωγραφικά''''',''' XVII, 1,8.</ref> Λόγω της μεγάλης κλίμακας του έργου οι εργασίες διεξάγονταν σε εκτεταμένη εργοταξιακή περιοχή η οποία αποκαλούνταν από τους αυτόχθονες [[Ρακώτις|Ρακώτιδα]] (Ra-aa-qedet).<ref>Υπάρχουν οι εξής εκδοχές για τη σημασία αυτής της ονομασίας: α) η πόλη που ευλογεί ή στην οποία προΐσταται ο Ρα και β) περιοχή εργοταξίου. Πιθανώς πρόκειται για την εξελληνισμένη μορφή του αιγυπτιακού Ra-qed (εργοταξιακή περιοχή), όρου που χρησιμοποιούνταν από τους Αιγύπτιους εργάτες κατά την κατασκευή της Αλεξάνδρειας.</ref><ref name=":1">Σύμφωνα με τη λεγόμενη Στήλη του Σατράπη (314 π.Χ.) ο Πτολεμαίος Α΄ «κατέλυσε στο φρούριο του βασιλέα […] Αλέξανδρου, το οποίο βρίσκεται στην ακτή της μεγάλης θάλασσας των Ελλήνων και ονομαζόταν προηγουμένως Ρακώτις». Από την εν λόγω διατύπωση προκύπτει ότι οι Αιγύπτιοι θεωρούσαν ελληνική τόσο την Αλεξάνδρεια όσο και τη θαλάσσια περιοχή της. Η μακροσκοπική εξέταση του σχετικού ιερογλυφικού συνδυαζόμενη με πρόσφατες γλωσσολογικές έρευνες δείχνουν ότι το «Ρακώτις» δεν είναι παραδοσιακό αιγυπτιακό τοπωνύμιο αλλά όρος που σημαίνει «εργοταξιακή περιοχή»· αυτή η ανάλυση απομακρύνει την πιθανότητα να συνοικούσε η Αλεξάνδρεια με κάποια φαραωνική φρουρά (όπως λέει ο Στράβων, 17.1.6) ή με σύμπλεγμα χωριών εκ των οποίων το κυριότερο ονομαζόταν Ρακώτις. Εξ άλλου, η παρουσία φαραωνικού φρουρίου στην περιοχή δεν τεκμηριώνεται. Βλ. Chauveau Michel, «Alexandrie et Rhakôtis : le point de vue des Égyptiens», στο: J. Leclant, επιμ., ''Alexandrie : une mégapole cosmopolite.'' Actes du 9ème colloque de la Villa Kérylos à Beaulieu-sur-Mer les 2 & 3 octobre 1998. Académie des Inscriptions et Belles- Lettres, Paris 1999. pp. 1-10. (Cahiers de la Villa Kérylos, 9); M. Depauw, «Alexandria, the building Yard», ''Chronique d’Egypte 75'' (2000) 64-5. Η Katja Mueller διαφωνεί με τα παραπάνω αλλά, παρ’ όλα αυτά, λέει ότι «η Αλεξάνδρεια ιδρύθηκε σε μια λίγο ως πολύ ακατοίκητη περιοχή που ονομαζόταν Ρακώτις». Mueller, Katja, ''Settlements of the Ptolemies : city foundations and new settlement in the Hellenistic world,'' Peeters, Leuven ; Dudley, MA 2006, σ. 20.
Κατά τη διανομή του κράτους στους επιγόνους του Ιούλιου Καίσαρα ο [[Μάρκος Αντώνιος]] πήρε την Αίγυπτο και από το 41 π.Χ. συγκυβέρνησε με την [[Κλεοπάτρα Ζ']] που έμελλε να είναι η τελευταία βασίλισσα της πτολεμαϊκής δυναστείας. Ακολουθώντας την τακτική των προγόνων της η τελευταία εξόντωσε τους πολιτικούς αντιπάλους της (συμπεριλαμβανομένης της Αρσινόης) και με τη βοήθεια του Αντώνιου προσάρτησε αρκετά εδάφη. Το 31 π.Χ. ο [[Οκταβιανός Αύγουστος|Οκταβιανός]] (ο μετέπειτα Αύγουστος) νίκησε τον στόλο της Κλεοπάτρας στη [[ναυμαχία του Ακτίου]] και ύστερα από ένα χρόνο η Αλεξάνδρεια έγινε και επισήμως μέρος της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Υπάρχουν διάφορες εκδοχές για το τέλος του Αντώνιου. Σύμφωνα με αυτόπτη μάρτυρα, τον Ολύμπιο, ο τραυματισμένος στρατηγός μεταφέρθηκε κοντά στην Κλεοπάτρα και πέθανε στα χέρια της. Η τελευταία, υπό το πρόσχημα προετοιμασίας Αιγυπτιακής κηδείας για τον σύντροφό της, κλείσθηκε σε δωμάτιο του ανακτόρου της και αυτοκτόνησε με κάποιο δηλητήριο ή με δάγκωμα κόμπρας στο στήθος. [[Αρχείο:Personification of the city of Alexandria - Chronography of 354.png|μικρογραφία|Προσωποποίηση της Αλεξάνδρειας στη [[Χρονογραφία του 354]], 4ος αιώνας]]Η Αλεξάνδρεια ήταν τότε η μεγαλύτερη από τις επαρχιακές πρωτεύουσες (αριθμούσε 300.000 κατοίκους) και σημαντικό εμπορικό κέντρο από το οποίο εξάγονταν στη Ρώμη μεγάλες ποσότητες σιτηρών. Από την αρχή της ρωμαϊκής κατοχής μέχρι τη νομισματική μεταρρύθμιση του Διοκλητιανού είχε δικό της νόμισμα που διέφερε σημαντικά από το ρωμαϊκό. Η Επαρχία Αιγύπτου θεωρούνταν προσωπική ιδιοκτησία του αυτοκράτορα και οι εισπράξεις από την πρωτεύουσα έρρεαν κατευθείαν προς το θησαυροφυλάκιό του. Για την προστασία της ο τελευταίος διατηρούσε εκεί τρεις λεγεώνες επί μονίμου βάσεως.[[File:Nummi, Byzantine Alexandria, Justin I, 518-527.jpg|μικρογραφία|Νόμισμα της Αλεξάνδρειας κατά τη βυζαντινή περίοδο, [[Ιουστίνος Α´]], 518-527|αριστερά|236x236εσ]]
Ενδεικτική του ειδικού καθεστώτος υπό το οποίο βρισκόταν η Αλεξάνδρεια ήταν συγκεκριμένη διάταξη βάσει της οποίας απαγορευόταν στους γερουσιαστές να την επισκεφθούν χωρίς προηγούμενη αυτοκρατορική έγκριση. Εξάλλου, σε αντιδιαστολή με τους υπόλοιπους Αιγύπτιους, οι κάτοικοι της απολάμβαναν ειδικών προνομίων, όπως η απαλλαγή τους από τον κεφαλικό φόρο.<ref>Potter David S., ''The Roman Empire at Bay, AD 180–395'', Routledge, New York, ΝΥ 2014, σ. 54.</ref> Τον Ιούλιο του 69 μ.Χ. ο Έπαρχος Αιγύπτου Τιβέριος Ιούλιος Αλέξανδρος ανακήρυξε στην Αλεξάνδρεια τον Βεσπασιανό αυτοκράτορα και τον ίδιο μήνα επικυρώθηκε η αναγόρευσή του από τις λεγεώνες της Ιουδαίας. Ο Τάκιτος αναφέρει διάφορα εξαιρετικά περιστατικά, τα οποία ο Βεσπασιανός ερμήνευσε ως καλούς οιωνούς για την επικείμενη διακυβέρνησή του.<ref>Τάκιτος, ''Ιστορίες'', 2, 79; 4, 81-84.
</ref> Ο νέος αυτοκράτορας έχασε γρήγορα την εύνοια των Αλεξανδρινών που ανέμεναν να γίνουν αποδέκτες ειδικών προνομίων λόγω της προηγούμενης υποστήριξής τους. Αιτία τούτης της μεταστροφής ήταν η επιβολή νέων φόρων καθώς και η πώληση μεγάλων τμημάτων των ανακτόρων.<ref>Δίων Κάσσιος, ''Ρωμαϊκή Ιστορία'', 65, 8.</ref> Το 115 μ.Χ., επί [[Τραϊανός|Τραϊανού]], κατά τον λεγόμενο [[Πόλεμος του Κίτου|πόλεμο του Κίτου]] (παραφθορά του ονόματος του Λούσιου Κουίετου) καταστράφηκε μεγάλο μέρος της πόλης από τις μάχες με τους επαναστατημένους [[Εβραίοι|Εβραίους]]. Μετά την εξέγερση η εβραϊκή κοινότητα συρρικνώθηκε για να αναλάβει την προηγούμενη ανάπτυξή της μόλις στις αρχές του τέταρτου αιώνα. Ο διάδοχος του Τραϊανού [[Αδριανός]] μετέβη στην Αλεξάνδρεια το 130 και προχώρησε στη μερική ανακατασκευή της περιορίζοντας την έκτασή της στα τρία πέμπτα του παλαιότερου μεγέθους της. Κατά την εκεί παραμονή του απέδωσε τιμές στον τάφο του Πομπήιου, συνομίλησε με τους λόγιους του Μουσείου και αφιέρωσε ένα ναό, το Αδριάνειο, στην προσωπική του λατρεία. Σύμφωνα με τον Ιωάννη Μαλάλα ο Σεπτίμιος Σεβήρος επιχείρησε το 201 μ.Χ. να κτίσει τη δική του υστεροφημία με την ανέγερση δημόσιων κτιρίων (λέγεται ότι κατασκεύασε δημόσια λουτρά και ιερό της Ρέας) και την καθιέρωση δημοτικού συμβουλίου. Το 215 ο αυτοκράτορας [[Καρακάλλας]] επισκέφτηκε την πόλη και, εξαιτίας κάποιων προσβλητικών σχολίων προς το άτομό του, διέταξε τη θανάτωση όλων των νέων ευγενικής καταγωγής που ήταν ικανοί να φέρουν όπλα, καθώς και την καταστροφή ορισμένων δημόσιων κτηρίων. Κατά την εποχή των αυτοκρατόρων [[Δέκιος|Δεκίου]] και [[Βαλεριανός|Βαλεριανού]] ξεσπασαν διωγμοί εναντίον των [[Χριστιανισμός|χριστιανών]], αρχής γενομένης από το έτος 270 όταν ο πρώτος εξέδωσε σχετικό έδικτο. Θρησκευτικές ταραχές σημειώθηκαν και επί αρχιεπισκοπίας [[Πέτρος Μόγγος|Πέτρου Μόγγου]] το 485 με αφορμή τη διαμάχη παγανιστή σπουδαστή της ρητορικής με τους συμμαθητές του.<ref>Trombley Frank R., ''Hellenic Religion and Christianization: C. 370-529'', τόμ. 2, BRILL, Boston & Leiden 2001, σ. 3 κ.εξ.</ref> Το 269 μ.Χ. Η βασίλισσα της [[Παλμύρα|Παλμύρας]] [[Ζηνοβία]] κήρυξε τον πόλεμο εναντίον των Ρωμαίων και κατέλαβε την Αίγυπτο. Στην επιχείρηση ανακατάληψης της Αλεξάνδρειας από τον [[Αυρηλιανός|Αυρηλιανό]] το 272 μ.Χ. καταστράφηκε η συνοικία του Βρουχείου και η Βιβλιοθήκη.<ref>Αμμιανός XXII, 16, 15.</ref><ref>Επιφάνιος PG 43, 249C-252A.</ref> Η νομισματική μεταρρύθμιση του Διοκλητιανού προκάλεσε μεγάλη δυσαρέσκεια στην Αίγυπτο που αποκορυφώθηκε το 297 όταν κάποιος Λούκιος Δομίτιος Δομιτιανός επαναστάτησε και αυτοανακηρύχτηκε αυτοκράτορας. Ο Διοκλητιανός τέθηκε προσωπικά επικεφαλής των λεγεώνων του και στην αρχή του 298 συνέτριψε τους στασιαστές στην Άνω Αίγυπτο. Στην Αλεξάνδρεια η αντίσταση συνεχίστηκε για μερικούς μήνες αλλά τελικά οι επαναστάτες ηττήθηκαν και η πόλη λεηλατήθηκε. Σε ανάμνηση της επικράτησης του Διοκλητιανού ανεγέρθηκε επινίκια στήλη στο Σαράπειο που σώζεται μέχρι σήμερα και αποκαλείται (εσφαλμένα) «Στήλη του Πομπήιου». Ό,τι απέμεινε όρθιο από τη λαίλαπα των συνεχών πολεμικών επιχειρήσεων ήρθε να αποτελειώσει αργότερα το τσουνάμι που ακολούθησε τον σεισμό της Κρήτης το 365. Μάλιστα, το γεγονός μνημονευόταν επί πολλά χρόνια ως «μέρα τρόμου».<ref>Stiros, Stathis C.:, “The«The AD 365 Crete earthquake and possible seismic clustering during the fourth to sixth centuries AD in the Eastern Mediterranean: a review of historical and archaeological data”data», ''Journal of Structural Geology'', Volτόμ. 23 (2001), ppσσ. 545–562 (549 & 557).</ref>
== Ύστερη αρχαιότητα ==
Στην ύστερη αρχαιότητα η Αλεξάνδρεια εξακολούθησε να θεωρείται μία από τις σημαντικότερες μητροπόλεις της αυτοκρατορίας. Ωστόσο στις αρχές του τέταρτου αιώνα η αίγλη της μετριάστηκε όταν η Κωνσταντινούπολη έγινε έδρα του αυτοκράτορα της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Μία άλλη σημαντική ανταγωνιστική πόλη στην Ανατολή παρέμεινε η Αντιόχεια παρά τον Ορόντη. Το μεγαλύτερο μέρος του τέταρτου αιώνα χαρακτηρίζεται από εντάσεις μεταξύ παγανιστών και χριστιανών που κατέληγαν συχνά σε αιματηρές συγκρούσεις. Αρκετές ενδοχριστιανικές διαμάχες οδηγούσαν επίσης σε βιαιοπραγίες. Η πρώτη εγκατάσταση εκκλησίας σε χώρο παγανιστικού ναού λέγεται ότι έγινε στην εποχή του Κωνσταντίνου του Μεγάλου. Σύμφωνα με τον Ιωάννη, επίσκοπο Νικίου (7ος αιώνας), το Καισάρειο, ο κύριος ναός της αυτοκρατορικής λατρείας, διαμορφώθηκε τότε σε εκκλησία αφιερωμένη στον Αρχάγγελο Μιχαήλ.<ref>Ιωάννης Νικίου, ''Παγκόσμιον χρονικόν'', 64.9.</ref> Ωστόσο αυτή η μετατροπή έχει αποδοθεί και στον Κωνστάντιο Β΄, πράγμα που θεωρείται πιθανότερο. Με τη συμπλήρωση των εργασιών το 356 η ως άνω εκκλησία λεηλατήθηκε από εθνικούς που υποκινήθηκαν από αρειανιστές.<ref>McKenzie Judith: ''The Architecture of Alexandria and Egypt''. New Haven 2007, σ. 242.</ref> Οι τελευταίοι ήταν οπαδοί του θεολόγου και πρωτοπρεσβύτερου Άρειου (περ. 250-336) ο οποίος έζησε και δίδαξε στην Αλεξάνδρεια στις αρχές του 4ου αιώνα. Ο όρος αρειανισμός αναφέρεται στην ομώνυμη αίρεση που πρεσβεύει ότι ο Ιησούς ήταν δημιούργημα και όχι ομοούσιος του Θεού. Η αίρεση αυτή απέκτησε πολλούς οπαδούς μεταξύ των οποίων συγκαταλεγόταν ο Κωνστάντιος Β΄.
 
[[File:Hypatia portrait.png|thumb|Η φιλόσοφος Υπατία]]Στα μέσα του τέταρτου αιώνα ανέλαβε επίσκοπος Αλεξανδρείας ο Αθανάσιος, σημαντικός θεολόγος του τέταρτου αιώνα και σφοδρός πολέμιος του Αρειανισμού. Κατά τη θητεία του αναμείχθηκε σε έντονες ενδοεκκλησιαστικές διαμάχες, πρωταγωνίστησε στον πόλεμο κατά των παγανιστών και έκτισε πολυάριθμες εκκλησίες. Από το 380 μ.Χ. οι επίσκοποι της Αλεξάνδρειας απέκτησαν τον τίτλο του Πατριάρχη. Στη συνέχεια επέβαλλαν την ηγεμονία τους επί των λοιπών επισκόπων της περιοχής<ref>Haas Christopher J., ''Alexandria in Late Antiquity: Topography and Social Conflict'', Baltimore 1997, σ. 216.</ref> και ανέλαβαν ποικίλα κρατικά λειτουργήματα και εξουσίες επί των λαϊκών. Ήδη στις αρχές του 7ου αιώνα συγκαταλέγοντανσυγκαταλεγόταν μεταξύ των πλουσιότερων ανθρώπων της Βυζαντινής αυτοκρατορίας.<ref>Haas Christopher J., ''Alexandria in Late Antiquity: Topography and Social Conflict'', Baltimore 1997, σ. 249-250.</ref> Μετά τη διαίρεση της διοίκησης της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας σε [[Δυτική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία|Δυτική]] και [[Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία|Ανατολική]] το 381 μ.Χ., η επαρχία της Αιγύπτου πέρασε στη δικαιοδοσία των [[Βυζαντινή Αυτοκρατορία|Βυζαντινών]] ως [[Διοίκηση Αιγύπτου]]. Ο Κυβερνήτης της έφερε τον τίτλο του «Αυγουστάλιου Επάρχου» και είχε την έδρα του στην Αλεξάνδρεια.
 
Οι διαμάχες μεταξύ των χριστιανών και των εθνικών αποκορυφώθηκαν το 391 όταν λεηλατήθηκε το Σαράπειο και παραδόθηκε στις φλόγες το άγαλμα του θεού. Υπάρχουν ενδείξεις ότι μετά από το εν λόγω περιστατικό σημαντικός αριθμός παγανιστών προσηλυτίστηκε στον χριστιανισμό. Εξάλλου, το 414/415 σημειώθηκαν περεταίρω συγκρούσεις μεταξύ Εβραίων και χριστιανών, που ξεκίνησαν στο θέατρο και κατέληξαν σε αιματηρές επιθέσεις εναντίον χριστιανών. Την επομένη ο Κύριλλος τέθηκε επικεφαλής τεράστιου πλήθους και αφού εξεδίωξε τους Εβραίους από την πόλη ενθάρρυνε τους χριστιανούς να λαφυραγωγήσουν την εβραϊκή συνοικία και τις συναγωγές.<ref>Σωκράτης Σχολαστικός, ''Εκκλησιαστική ιστορία'', 7.13.</ref> Το 415 μαινόμενος χριστιανικός όχλος οδηγούμενος από τον Πέτρο τον Αναγνώστη επιτέθηκε στην παγανίστρια φιλόσοφο Υπατία και τη δολοφόνησε με άγριο τρόπο στο Καισάρειο.<ref>Σωκράτης Σχολαστικός, ''Εκκλησιαστική ιστορία'', 7.15.</ref> Μολαταύτα υπάρχουν μαρτυρίες για συνεχιζόμενη δράση παγανιστών στην κατά μεγάλο μέρος εκχριστιανισμένη πόλη του όψιμου πέμπτου αιώνα. Μια τέτοια περίπτωση ήταν αυτή του «φιλόσοφου» Ηραΐσκου που κηδεύτηκε γύρω στο 480 σύμφωνα με το αρχαίο αιγυπτιακό τελετουργικό.
 
== Διοίκηση ==
Επί πτολεμαϊκής διακυβέρνησης υπήρχαν αρκετές ανώτερες διοικητικές θέσεις στην Αλεξάνδρεια, όπως αυτές του Εξηγητή και του Υπομνηματογράφου. Ο τελευταίος συγκαταλέγοντανσυγκαταλεγόταν στους υψηλόβαθμους αξιωματούχους της εποχής καθώς ήταν επιφορτισμένος με την καταγραφή των πρακτικών του βασιλιά. Κατά τη ρωμαϊκή εποχή στην κορυφή της διοικητής πυραμίδας βρισκόταν ο αυτοκράτορας στον οποίο αναφερόταν η στρατιωτική και η πολιτική διοίκηση. Εξακολουθούσε επίσης να βρίσκεται σε ισχύ το αξίωμα του Υπομνηματογράφου. Παρότι οι αυτοκράτορες επισκέπτονταν σπάνια την πόλη, εκμεταλλεύονταν την πολιτική τους βαρύτητα για να επηρεάσουν άμεσα τις εξελίξεις με έδικτα και διατάγματα. Σε περίπτωση που ανέκυπταν σημαντικά πολιτικά γεγονότα έστελναν υψηλόβαθμους αξιωματούχους να τα επικοινωνήσουν στους πολίτες, βάσει του εκάστοτε προσφορότερου αφηγήματος. Ανώτατη διοικητική αρχή στην Αίγυπτο ήταν ο Praefectus Aegypti (Έπαρχος Αιγύπτου), που είχε την έδρα του στην Αλεξάνδρεια και ήταν Ρωμαίος πολίτης από την τάξη των ιππέων. Αρχικά ο έπαρχος ασκούσε παράλληλα την πολιτική και τη στρατιωτική εξουσία, αλλά με την πάροδο του χρόνου οι δραστηριότητές του φαίνεται να περιορίζονται στην πολιτική σφαίρα. Στην ύστερη αρχαιότητα η άμυνα του νότιου τμήματος της χώρας ανήκε στην αρμοδιότητα του Δούκα της Θηβαΐδος ο οποίος ήταν υφιστάμενος του Δούκα της Αιγύπτου, του ανώτατου στρατιωτικού διοικητή της επαρχίας. Ο τελευταίος ήταν υπεύθυνος για την τήρηση της τάξης στην Αλεξάνδρεια, τη δίωξη φατριών που παρανομούσαν ή είχαν περιπέσει σε δυσμένεια και την εφαρμογή των αυτοκρατορικών διαταγμάτων. Κατά τα τέλη του τέταρτου αιώνα (περί το 381 μ.Χ.) ο Έπαρχος Αιγύπτου αντικαταστάθηκε από τον Αυγουστάλιο Έπαρχο (ή απλώς Αυγουστάλιο). Ένα άλλο αξίωμα με παρόμοια καθήκοντα, αυτό του Διορθωτή ή Επανορθωτή (Corrector), εμφανίζεται ως ιδιαίτερα σημαντικό κατά τον τρίτο αιώνα. Στην Αλεξάνδρεια δραστηριοποιούνταν επίσης ο Έπαρχος της Αννώνης (Praefectus Annonae Alexandrinae) που ήταν επιφορτισμένος με τη συλλογή και τη μεταφορά των σιτηρών στην πόλη και την περεταίρω διανομή τους στην υπόλοιπη αυτοκρατορία.<ref>Christopher J. Haas: ''Alexandria in Late Antiquity: Topography and Social Conflict''. Johns Hopkins University Press, Baltimore 1997, σσ. 69-74.</ref> Εξ άλλου, η από τα τέλη του τέταρτου αιώνα εμπλοκή του Πατριάρχη σε μη θρησκευτικά θέματα συνεχίστηκε και ο τελευταίος αναδείχθηκε σταδιακά ως η σπουδαιότερη πολιτική αρχή.<ref>Bowman Alan K., ''Egypt After the Pharaohs, 332 BC-AD 642: From Alexander to the Arab Conquest'', University of California Press, Berkeley, Los Angeles, London 1996, σ. 48.</ref>
 
== Πολεοδομικός σχεδιασμός και κτίρια της αρχαίας πόλης ==
Στον τομέα της εφαρμοσμένης μηχανικής διέπρεψαν οι εφευρέτες Ήρων ο Αλεξανδρεύς, Κτησίβιος και Φίλων ο Βυζάντιος που κατασκεύασαν πολεμικές μηχανές, βαρούλκα, αντλίες, αυτόματες πνευματικές μηχανές κ.α.<ref>Δημαρόγκωνας Ανδρέας, ''Μαθήματα ιστορίας της τεχνολογίας'', τόμ. 1ος, Εκδόσεις Πανεπιστημίου Πατρών, Πάτρα 2000, σσ. 180-304.</ref> Ένας από τους τελευταίους Έλληνες μαθηματικούς που εργάστηκαν στην Αλεξάνδρεια ήταν ο Πάππος που γεννήθηκε εκεί κατά τον 4ο μ.Χ αιώνα. Σταδιακά, αρχής γενομένης από την πυρκαγιά του 47 που εικάζεται ότι κατέκαψε το Βρουχείο και ακολούθως με την ισοπέδωσή του τελευταίου από τον Αυρηλιανό κατά την αντιπαράθεσή του με τη βασίλισσα Ζηνοβία, οι βιβλιοθήκες υπέστησαν μεγάλες καταστροφές.
 
Το 391 ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος απαγόρευσε τη δημόσια λατρεία στα ιδρύματα της αρχαίας θρησκείας<ref>''Codex Theodosianus'' 16.10.11.</ref> και στη συνέχεια συνέστησε την καταστροφή των ναών και των συμβόλων της ως το προσφορότερο μέσο για την καταστολή της.<ref>Amidon Philip R., μτφρ., Rufinus of Aquilea, ''The Church History of Rufinus of Aquileia'': Books 10 and 11, Oxford University Press, New York 1997, σ. 80 (Rufinus ''Historia Ecclesiastica'' 11.22).</ref> Μεταξύ των δυσμενών επακόλουθων που επέφερε το εν λόγω διάταγμα ήταν η ισοπέδωση της «ακρόπολης» του Σαραπείου από Ζηλωτές μοναχούς και Ρωμαίους στρατιώτες.<ref>Giangrande G. (επιμ.), ''Eunapii Vitae Sophistarum'', Istituto Poligrafico dello Stato, Rome 1956, 6.11.2.</ref><ref>Amidon Philip R., μτφρ., Rufinus of Aquilea, ''The Church History of Rufinus of Aquileia: Books 10 and 11'', Oxford University Press, New York 1997, σσ. 85 (Rufinus Book 11.26-28), 103 σημ. 38.</ref> Στη θέση του παλιού ναού και της βιβλιοθήκης του οι χριστιανοί κατασκεύασαν μεγάλη εκκλησία που περιείχε τα λείψανα του προφήτη Ελισαίου και του Ιωάννη του Βαπτιστή, καθώς και μοναστήρι με πολλούς μοναχούς που επιτηρούσαν την περιοχή για να αποτρέψουν συγκαλυμμένες εκδηλώσεις λατρείας των παγανιστών. Ακολούθησε η κατάληψη της Αλεξάνδρειας από τους Άραβες το 642 και η καταστροφή των βιβλίων της Βιβλιοθήκης με εντολή του χαλίφη Ομάρ.<ref>De Sacy, ''Relation de l’Egypte par Abd al-Latif'', Paris, 1810, σσ. 183, 240-44, σημ. 55.</ref><ref>Abu'l-Faraj (Bar hebraeus), ''Historia compendiosa dynastiarum historiam complectens universalem, etc''., επιμ. E. Pococke (Oxford, 1663), μτφρ., σ. 114; αραβικό κείμενο, σσ. 180 κ.εξ.</ref> Ωστόσο, αρκετοί μεταγενέστεροι μελετητές αμφισβητούν τις σχετικές μαρτυρίες λόγω του μεγάλου χρονικού διαστήματος που μεσολάβησε πριν την καταγραφή τους καθώς και των ενδεχόμενων πολιτικών κινήτρων των συγγραφέων.<ref>Βλ. για παράδειγμα: MacLeod Roy, ''The Library of Alexandria: Centre of Learning in the Ancient World'' (2η εκδ.), I.B. Tauris, London 2004, σ. 71. <nowiki>ISBN 978-1850435945</nowiki></ref>
== Θρησκείες ==
Η Αλεξάνδρεια θεωρείται γενέτειρα της χριστιανικής θεολογίας και εστία διαμόρφωσης συγκρητιστικών απόψεων μεταξύ χριστιανών, νεοπλατωνικών και Γνωστικών. Εκεί αντιπαρατέθηκαν οι οπαδοί των κυριότερων θρησκευτικών ομάδων και έδρασαν σημαντικές προσωπικότητες όπως ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, ο Ωριγένης<ref>Μαυράκης Νίκος, ''Ανατολικές επιρροές στην ελληνική σκέψη και τον δυτικό πολιτισμό''. Σοκόλης, (Αθήνα 2016), σ. 534, [[Ειδικό:ΠηγέςΒιβλίων/9786185139322|<u><font color="#0066cc">ISBN 978-618-5139-32-2</font></u>]]</ref> και ο Φίλων ο Ιουδαίος που επηρέασε τη χριστιανική θεολογία ταυτίζοντας τον Λόγο των Στωικών με τη θεϊκή σοφία δια της οποίας κτίστηκε ο κόσμος. [[File:Gentile e giovanni bellini, predica di san marco in alessandria 01.jpg|thumb|Κήρυγμα του Αγίου Μάρκου στην Αλεξάνδρεια|420x420εσ]]Αποτέλεσμα του ως άνω συγκρητισμού ήταν η δημιουργία διάφορων θεολογικών σχολών και αιρέσεων όπως ο μονοφυσιτισμός (Κόπτες), ο αρειανισμός και ο βασιλειδιανισμός. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί τυχαίο το γεγονός ότι η μετάφραση της Παλαιάς Διαθήκης στα ελληνικά (γνωστής ως «Mετάφραση των Eβδομήκοντα») έλαβε χώρα στην Αλεξάνδρεια. Ο πολυπολιτισμικός χαρακτήρας της πόλης ενισχυόταν και από τη συνεχή εισροή βουδιστών μοναχών και Ινδών εμπόρων. Ορισμένοι μελετητές μάλιστα υποστηρίζουν ότι τα πρώτα μέλη του κοινοβίου των Θεραπευτών στη Μαρεώτιδα λίμνη είχαν σταλεί από τον Ασόκα κατά την εποχή του Πτολεμαίου Β΄. Λέγεται επίσης ότι η ονομασία της εν λόγω μοναχικής κοινότητας προέρχεται από τον εξελληνισμό του βουδιστικού όρου Thera-putta (–γιος του γηραιού– στη διάλεκτο Πάλι).<ref>Thundy Zacharias P., ''Buddha and Christ: Nativity Stories & Indian Traditions'', Brill Publishers, Leiden 1993, σ. 245 κ.εξ.</ref><ref>Μαυράκης Νίκος, ''Ανατολικές επιρροές στην ελληνική σκέψη και τον δυτικό πολιτισμό''. Σοκόλης, (Αθήνα 2016), σ. 218. [[Ειδικό:ΠηγέςΒιβλίων/9786185139322|<u><font color="#0066cc">ISBN 978-618-5139-32-2</font></u>]]</ref> Ιδρυτής της αλεξανδρινής Εκκλησίας θεωρείται ο [[Απόστολος Μάρκος|Απόστολος Μάρκος.]] Σύμφωνα με την εκκλησιαστική παράδοση ο [[Απόστολος Μάρκος|Μάρκος]] ήρθε στην Αλεξάνδρεια το έτος [[42]] και παρέμεινε επίσκοπός της επί 22 έτη. Λέγεται ότι το 62 χειροτόνησε τον πρώτο επίσκοπο της πόλης, τον Ανιανό, καθώς και τρεις πρεσβυτέρους, τους Σαβίνο, Κέρδωνα και Μηλαίο. Εντούτοις, δεν διαθέτουμε αξιόπιστες πηγές για τους χριστιανούς της πόλης πριν από τα τέλη του 2ου αιώνα μ.Χ. Εκείνη την εποχή ανέλαβε τη διεύθυνση της Θεολογικής Σχολής της Αλεξάνδρειας ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς και την οργάνωσε στα πρότυπα των παγανιστικών φιλοσοφικών σχολών.<ref>Ιδρυτής της Θεολογικής Σχολής της Αλεξάνδρειας θεωρείται ο Πάνταινος ο οποίος αναμόρφωσε και προήγαγε την υπάρχουσα Κατηχητική Σχολή.</ref> Ο Κλήμης, ένας από τους σπουδαιότερους θεολόγους της αρχαιότητας, επιχείρησε να δημιουργήσει μια σύνθεση του ελληνισμού και του χριστιανισμού. Ο μαθητής του Κλήμη και επίσης εξέχων θεολόγος Ωριγένης (185-254) απεδείχθη άξιος διάδοχός του· ωστόσο έχουν διατυπωθεί ενστάσεις σχετικά με ορισμένες απόψεις του επειδή περιείχαν στοιχεία από τη θεολογία των Γνωστικών.<ref>Μαυράκης Νίκος, ''Ανατολικές επιρροές στην ελληνική σκέψη και τον δυτικό πολιτισμό''. Σοκόλης, Αθήνα 2016, σσ. 494, 518, 534-537. <nowiki>ISBN 978-618-5139-32-2</nowiki>.</ref> Από τον τρίτο αιώνα εμφανίζονται αναφορές που αφορούν διωγμούς εναντίον των χριστιανών στην Αλεξάνδρεια. Αυτό ουσιαστικά συνεπάγεται ότι ο αριθμός των προσήλυτων εκείνη την εποχή ήταν ήδη σημαντικός. Μεταξύ των παραγόντων που διαδραμάτισαν κάποιο ρόλο στη στροφή των Αλεξανδρινών προς τον χριστιανισμό ήταν ο κλονισμός της πίστης του εγχώριου πληθυσμού στις ζωόμορφες θεότητες που υπόκειντο στον χλευασμό των Ελλήνων, η απομάκρυνση των τελευταίων από τους δώδεκα θεούς που υποτίθετο ότι ζούσαν μεταξύ τους και ο συγχρωτισμός των λογίων τους με τους ήδη εκχριστιανισμένους πλατωνικούς Ιουδαίους.
 
Κατά τη ρωμαϊκή εποχή η Αλεξάνδρεια θεωρούνταν το τρίτο σημαντικότερο κέντρο του χριστιανισμού, μετά τη Ρώμη και την Κωνσταντινούπολη. Ο Πάπας της ήταν δεύτερος τη τάξη μετά από τον επίσκοπο Ρώμης ενώ στη δικαιοδοσία της Εκκλησίας της Αλεξάνδρειας υπαγόταν το μεγαλύτερο μέρος της Αφρικής. Μετά τη Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο της Χαλκηδόνας που συγκλήθηκε στο ομώνυμο προάστιο της Κωνσταντινούπολης το 451 με κύριο στόχο την καταδίκη της αιρέσεως του μονοφυσιτισμού, η Εκκλησία της Αλεξάνδρειας διασπάστηκε σε δύο μέρη, τους μονοφυσίτες και τους Μελκίτες (τους «βασιλικούς»). Οι πρώτοι προχώρησαν στη συγκρότηση της Κοπτικής Ορθόδοξης Εκκλησίας της Αλεξάνδρειας ενώ οι Μελκίτες συνέστησαν την Ελληνορθόδοξη Εκκλησία της Αλεξάνδρειας.<ref>Ο όρος «Κόπτης» ετυμολογείται από τη συγκεκομμένη μορφή της λέξης «Αιγύπτιος». Η ονομασία «Αίγυπτος» προέρχεται από το “Hak-ka-Ptah”, που μεταφράζεται ως «ο ναός του πνεύματος του Ptah».</ref> Κατά τον 8ο, τον 9ο και τον 11ο αιώνα ξέσπασαν διωγμοί εναντίον των Κοπτών κατά τους οποίους καταστράφηκαν πολυάριθμες εκκλησίες τους ενώ πολλοί πιστοί εξαναγκάστηκαν σε βίαιο εξισλαμισμό.
 
==Η μυθολογία ως εργαλείο πολιτισμικής διασύνδεσης των δύο λαών==
Το θέμα της έλλειψης μυθικών ηρώων φαίνεται ότι απασχολούσε τόσο τους βασιλείς όσο και τους λογίους της Αλεξάνδρειας. Οι τελευταίοι επιχείρησαν να καλύψουν το κενό χρησιμοποιώντας παλιούς ελληνικούς μύθους στους οποίους υπήρχαν αναφορές στην Αίγυπτο. Όπως θα ήταν αναμενόμενο ο Όμηρος και η ποίησή του ήταν πρώτοι στις προτιμήσεις τους. Για παράδειγμα, ο επικός ποιητής συνδέθηκε με την ίδρυση της πόλης και τον ίδιο τον Αλέξανδρο μέσω ενός ονείρου του Έλληνα στρατηλάτη στο οποίο ένας ασπρομάλλης άνδρας με σεβάσμιο παρουσιαστικό παρουσιάστηκε δίπλα του και απήγγειλε τους εξής στίχους: «Υπάρχει ένα νησί στην τρικυμισμένη θάλασσα μπροστά στην Αίγυπτο. Οι άνθρωποι το ονομάζουν Φάρο». Αμέσως ο Αλέξανδρος ξύπνησε και πήγε στη Φάρο που ήταν ακόμη νησί. Όταν αντιλήφτηκε τα φυσικά πλεονεκτήματα της περιοχής είπε ότι ο Όμηρος δεν ήταν μόνο θαυμάσιος από όλες τις άλλες απόψεις, αλλά επίσης ο σοφότερος των αρχιτεκτόνων και εκπόνησε το σχέδιο της πόλης του προσαρμόζοντάς το στη συγκεκριμένη τοποθεσία.<ref>Πλούταρχος ''Αλέξ''. 26.5-7.</ref> Μεταξύ των ομηρικών αφηγήσεων και των λιγότερο γνωστών παραλλαγών τους που χρησίμευσαν στην εγγραφή της Αλεξάνδρειας εντός της υπάρχουσας ελληνικής ή/και αιγυπτιακής πολιτισμικής παράδοσης, κυρίαρχο ρόλο διαδραμάτισαν οι περιπέτειες διαφόρων ηρώων της Ιλιάδας και της Οδύσσειας, όπως λ.χ. της Ελένης, του Μενέλαου, του Πρωτέα και του Κάνωπου. Στην ελληνική μυθολογία ο Κάνωπος ή Κάνωβος ήταν ένας Αμυκλαίος, γνωστός από τη συμμετοχή του στην Τρωική Εκστρατεία ως πλοίαρχος και πλοηγός του Μενελάου. Μετά την άλωση της Τροίας το πλοίο του βρέθηκε στην Αίγυπτο, όπου παρέμεινε επί πέντε χρόνια. [[File:Helen and Priam at the Scaen Gate.jpg|thumb|Η Ελένη και ο Πρίαμος στις Σκαιές Πύλες.]]Ο Απολλώνιος ο Ρόδιος περιγράφει σε ποίημά του τις συνθήκες υπό τις οποίες ο Κάνωπος βρήκε τραγικό θάνατο από δάγκωμα φιδιού ενώ κοιμόταν στην ακτή. Αμέσως μετά πήρε τη σκυτάλη ο ψευδο-Ερατοσθένης που καταχωρίζει τον τελευταίο μεταξύ εκείνων που έγιναν αστέρες, ενώ λίγο αργότερα ο Κόνων, αστρονόμος στην αυλή του Πτολεμαίου Β΄, προσέθεσε νέες λεπτομέρειες: Η Θεονόη, κόρη του βασιλιά της Αιγύπτου Πρωτέα, είχε ερωτευθεί τον Κάνωπο χωρίς ανταπόκριση και όταν πέθανε, ο Μενέλαος και η Ελένη τον έθαψαν στο μέρος που σήμερα φέρει το όνομά του. Η εκδοχή της ιστορίας της Ελένης που κατά τα φαινόμενα προτιμήθηκε από τους αλεξανδρινούς ποιητές απαντά αρχικά στην περίφημη Παλινωδία του Στησίχορου,<ref>Πλάτ. ''Φαίδρ''. 243a: «Δεν είναι αληθινός τούτος εδώ ο λόγος· / ούτε μπήκες στα καλοφτιαγμένα πλοία με τα γερά κουπιά, / ούτε έφθασες ποτέ στα τείχη της Τροίας». </ref> επαναλαμβάνεται στις ''Ιστορίες'' του Ηρόδοτου<ref>Ηρόδοτος ''Ιστορίες'', 2.112-120.</ref> και αποτελεί τη βάση για την τραγωδία του Ευριπίδη ''Ελένη''. Σύμφωνα με τον τραγικό ποιητή, η γυναίκα που έφερε στην Τροία ο Πάρις δεν ήταν η Ελένη αλλά το είδωλό της. Η πραγματική Ελένη βρέθηκε στην Αίγυπτο όπου ο γνωστός για τη σοφία του βασιλιάς της Πρωτέας περιφρούρησε την τιμή της μέχρι την άφιξη του Μενέλαου (στην Οδύσσεια ο Πρωτέας είναι ο «Γέροντας της θάλασσας», ένας προφήτης που βόσκει τις φώκιες του στη Φάρο· αλλού, παρουσιάζεται ως ιδρυτής και βασιλιάς της θρακικής Παλλήνης). Σε άλλη σχετική διασκευή της Οδύσσειας η Πολυδάμνα, γυναίκα του Αιγύπτιου βασιλιά Θώνος, στέλνει την Ελένη στο νησί Φάρος για να την προφυλάξει από τις ορέξεις του συζύγου της. Ωστόσο την εφοδιάζει με το βότανο ελένιον για να την προστατεύσει από τα δαγκώματα των φιδιών. Η πλέον λεπτομερής περιγραφή των περιπετειών της Ελένης απαντά στην ''Αλεξάνδρα'' του Λυκόφρονα. Εδώ ο Πρωτέας παντρεύεται μια νύμφη στην Παλλήνη της Θράκης, αλλά στη συνέχεια αισθάνεται αποστροφή για την ανομία που μαστίζει την περιοχή και επιστρέφει στην Αίγυπτο όπου σώζει την Ελένη από τον απαγωγέα της Πάρη. Στο 18ο ''Ειδύλλιο'' ο Θεόκριτος μας παραδίδει ένα επιθαλάμιο για την Ελένη και τον Μενέλαο στο οποίο η μυθική βασίλισσα με την ασύγκριτη ομορφιά έχει αποκτήσει ημιθεϊκό χαρακτήρα και, όπως ο Αλέξανδρος στο ομώνυμο ''Ρομάντζο'', καταλήγει να λειτουργεί ως τοπική ηρωίδα. Το σύνολο αυτών των ψηφίδων συνθέτει την προσωπικότητα μιας νέας Ελένης που συνδέει τους δύο τόπους και συνιστά κατάλληλο πρότυπο για τις βασίλισσες των Πτολεμαίων. Αξίζει να αναφερθεί ότι ο Θεόκριτος χρησιμοποιεί για τον ίδιο σκοπό ελληνικές και αιγυπτιακές θεότητες με παρεμφερή χαρακτηριστικά. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο συσχετίζει την Ίσιδα με την Αφροδίτη ως προστάτρια του γάμου. Αλλού προβάλλεται το ζεύγος της Ίσιδας και του Όσιρι ως θετικότερο σύμβολο για τους βασιλείς από το ζεύγος Δία- Ήρας.<ref>Stephens Susan A., ''Seeing Double: Intercultural Poetics in Ptolemaic Alexandria'', University of California Press, Berkeley and Los Angeles, California 2003, σσ. 155, 168.</ref> Στην αρχή της ελεγείας του για τη νίκη του άρματος της Βερενίκης στη Νεμέα ο Καλλίμαχος χρησιμοποιεί τις παραπάνω ιστορίες για να σφυρηλατήσει συνδετικούς κρίκους μεταξύ της Ελλάδας και της Αιγύπτου και να τονίσει την ελληνοαιγυπτιακή συγγένεια αίματος. Η σύνδεση επιτυγχάνεται μέσω αναφορών στη «νήσο της Ελένης» (της Φάρου), στον Παλλήνιο μάντη ( τον Πρωτέα) και στη γη του Δαναού (την Αίγυπτο, όπου έφτασαν τα νέα της νίκης). Ο Δαναός είναι ελληνοαιγύπτιος (όπως και ο Αλέξανδρος στο ''Ρομάντζο του Αλέξανδρου''). Προγονή του ήταν η Αργεία Ιώ την οποία μεταμόρφωσε σε αγελάδα ο Δίας για να παραπλανήσει την Ήρα. Κυνηγημένη από τη θεά η Ιώ έφτασε στην Αίγυπτο όπου γέννησε τον Έπαφο. Απόγονοι τέταρτης γενιάς του τελευταίου ήταν οι αδελφοί Δαναός και Αίγυπτος που θεωρούνται πρόγονοι των Ελλήνων και των Αιγυπτίων, αντίστοιχα. Στον ''Ύμνο στον Απόλλωνα'' ο Καλλίμαχος πλάθει στενούς δεσμούς μεταξύ του Απόλλωνα και του Πτολεμαίου Φιλάδελφου. Με αυτό τον τρόπο ο ποιητής δημιουργεί συνειρμούς που παραπέμπουν στην ταυτότητα του Πτολεμαίου Φιλάδελφου με τον Αιγύπτιο θεό Ώρο, ο οποίος ταυτιζόταν με τον Απόλλωνα και απεικονίζονταναπεικονιζόταν ως γεράκι. Άλλωστε, ο ιέραξ αποτελούσε κοινό σύμβολο για τον Απόλλωνα και τον Φιλάδελφο.<ref>Stephens Susan A., ''Seeing Double: Intercultural Poetics in Ptolemaic Alexandria'', University of California Press, Berkeley and Los Angeles, California 2003, σσ. 55-159.</ref> Καθίσταται προφανές ότι οι εν λόγω ποιητές, στο σύνολό τους, επεδίωκαν τη σύνδεση της Αλεξάνδρειας και του περιβάλλοντος χώρου της με το απώτερο ελληνικό παρελθόν μέσω μύθων που περιείχαν κοινά στοιχεία των δύο παραδόσεων. Από τη μυθολογική σκοπιά οι δύο πολιτισμοί δεν παρουσιάζονται εκ διαμέτρου αντίθετοι, όπως στον Ηρόδοτο, αλλά σχετίζονται πλέον με δεσμούς αίματος.
 
== Πολιτισμικός συγκρητισμός στην πτολεμαϊκή Αλεξάνδρεια ==
341

επεξεργασίες

Μενού πλοήγησης