Νόμος της προσφοράς και της ζήτησης: Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων

Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Χωρίς σύνοψη επεξεργασίας
{{Πηγές|13|01|2012}}<br>
 
 
Γενικά στην [[οικονομία]], το [[εμπόριο]] και την [[ελεύθερη αγορά]] οι όροι "'''προσφορά'''" και "'''ζήτηση'''" είναι όροι αλληλένδετοι, οι σημαντικότεροι, βάσει των οποίων και χαρακτηρίζεται μια [[αγορά (εμπόριο)|αγορά]], όχι όμως και απόλυτα.
 
== Ανάλυση του όρου "προσφορά" ==
Με τον όρο "'''προσφορά'''" εκφράζεται γενικά σε κάποια δεδομένη χρονική στιγμή ή ακόμα και περίοδο η διαθέσιμη ή προσφερόμενη προς αγορά [[ποσότητα]] ενός [[αγαθά|οικονομικού αγαθού]] ή κάποιου συντελεστή παραγωγής.<br />
 
Για παράδειγμα σε κάποια [[ιχθυόσκαλα]] στις 05.00 ώρα της Η ημέρας του Μ μήνα, διαθέτονταν προς πώληση 10 τόνοι αλιεύματος Χ. Λέγεται τότε ότι στη συγκεκριμένη ιχθυόσκαλα η προσφορά αλιεύματος Χ, την Η/Μ ήταν 10 τόνοι. Αν μετά 3 ημέρες η προσφορά ίδιου αλιεύματος ήταν 20 τόνοι, τότε λέγεται ότι την Η+3/Μ η προσφορά του Χ αλιεύματος ήταν "διπλάσια" από προ τριημέρου.
 
Σημειώνεται ότι η ζήτηση αποτελεί <u>επιθυμία προμήθειας</u> ορισμένης ποσότητας αγαθού σε ορισμένη τιμή. Ενώ η προσφορά αποτελεί <u>επιθυμία διάθεσης</u> ορισμένης ποσότητας αγαθού επίσης σε ορισμένη τιμή. Συνεπώς και οι δύο όροι εκφράζουν ποσότητες εξαρτημένες όμως από τις τιμές.
 
Στην οικονομική επιστήμη τόσο η προσφορά όσο και η ζήτηση αποτελούν μεταβλητές σχέσεις μεταξύ δύο μεγεθών, δηλαδή των ποσοτήτων αγαθών και των τιμών. Έτσι η μεν προσφορά αφορά σχέση μεταξύ ποσότητας προς διάθεση (πώληση) και της τιμής (αξίας) που σκοπεύεται να πωληθεί, η δε ζήτηση αφορά σχέση ποσότητας που σκοπεύεται να αγορασθεί σε μία επιδιωκόμενη τιμή.
Έτσι η μεν προσφορά αφορά σχέση μεταξύ ποσότητας προς διάθεση (πώληση) και της τιμής (αξίας) που σκοπεύεται να πωληθεί, η δε ζήτηση αφορά σχέση ποσότητας που σκοπεύεται να αγορασθεί σε μία επιδιωκόμενη τιμή.
 
Κατόπιν των παραπάνω συνάγεται ότι οι όροι '''ζήτηση''' και '''προσφορά''' νοούνται να είναι πάντα συνδεδεμένοι με την έννοια μιας συγκεκριμένης '''τιμής'''. Συνεπώς κάθε μεταβολή της τιμής προκαλεί μεταβολές στα μεγέθη της ζήτησης και της προσφοράς. Αυτή η ουσιώδης εξάρτηση μεταξύ των τριών αυτών οικονομικών όρων είναι αυτή που εκφράζεται τελικά με τους νόμους προσφοράς και ζήτησης.
Η προσφορά και η ζήτηση είναι έννοιες ποσοτικές που αφορούν δύο ανθρώπινες ομάδες: τους [[Κατανάλωση|καταναλωτές]] ή τους αγοραστές που διαμορφώνουν με τις αγορές τους τη ζήτηση και τους πωλητές που καθορίζουν την προσφορά. Η ζήτηση ενός προϊόντος είναι η επιθυμία του καταναλωτή/αγοραστή να αγοράσει κάποια ποσότητα αγαθού σε συγκεκριμένη [[τιμή]] και ορισμένη χρονική περίοδο. Η προσφορά εκφράζει την επιθυμία του πωλητή/παραγωγού να πουλήσει μια ποσότητα ενός προϊόντος σε μια συμφέρουσα τιμή. Με λίγα λόγια ο νόμος της ζήτησης μας λέει ότι όσο αυξάνεται η τιμή ενός [[προϊόν|προϊόντος]], μειώνεται η ποσότητα που ζητά ο αγοραστής, ενώ όσο μειώνεται η τιμή αυτού του προϊόντος αυξάνεται η ποσότητα που ζητείται. Επίσης ο νόμος της προσφοράς μας λέει ότι όταν αυξάνεται η τιμή ενός προϊόντος αυξάνεται και η ποσότητα που προσφέρει ο παραγωγός ενώ η μείωση της τιμής φέρνει ως συνέπεια τη μείωση της ποσότητας που προσφέρεται.
 
Η ζήτηση ενός προϊόντος επηρεάζεται γενικά από την τιμή του προϊόντος, το εισόδημα και τις προτιμήσεις των καταναλωτών που επηρεάζονται από τις συνήθειες, τη διαφήμιση, τη μόδα κ.τλ. Ακόμη επηρεάζεται από το πλήθος των καταναλωτών, τις τιμές των υποκατάστατων και συμπληρωματικών προϊόντων, το είδος των προϊόντων, την εποχή παραγωγής, αλλά και από δημογραφικά χαρακτηριστικά, όπως την ηλικία και το φύλο τω καταναλωτών.
 
[[Κατηγορία:Μικροοικονομική]]
45.100

επεξεργασίες

Μενού πλοήγησης