Κοινωνιολογία της εκπαίδευσης: Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων

Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
μΧωρίς σύνοψη επεξεργασίας
 
==Ιστορία==
Μια συστηματική κοινωνιολογία της εκπαίδευσης ξεκίνησε με τη δουλειά του [[Εμίλ ΝτιρκάιμΝτιρκέμ]] στην ηθική εκπαίδευση ως βάση για [[οργανική αλληλεγγύη]] και εκείνη του [[Μαξ Βέμπερ]] στους Κινέζους λόγιους ως μέσο πολιτικού ελέγχου. Ήταν μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όμως, που το θέμα έλαβε καινούριο ενδιαφέρον σε όλο τον κόσμο: από το τεχνολογικό λειτουργισμό στις [[ΗΠΑ]], την ισότιμη αναμόρφωση των ευκαιριών στην [[Ευρώπη]] και τη θεωρία του ανθρώπινου κεφαλαίου στα [[οικονομικά]].
Αυτά όλα υπονόησαν ότι, με τη βιομηχανοποίηση, η ανάγκη για τεχνολογικά ειδικευμένο εργατικό δυναμικό υπονομεύει ταξικές διακρίσεις και άλλα ενδεικτικά συστήματα διαστρωμάτωσης, και ότι η [[εκπαίδευση]] προάγει τη [[κοινωνική κινητικότητα]]. Ωστόσο, [[στατιστική]] και έρευνα πεδίου σε πολλές κοινωνίες έδειξε μια συνεχή σύνδεση μεταξύ κοινωνικής τάξης ενός ατόμου και επίδοσης, και υποδήλωσε ότι η [[εκπαίδευση]] μπορεί να επιτύχει περιορισμένη κοινωνική κινητικότητα. Κοινωνιολογικές μελέτες έχουν δείξει πως πρότυπα εκπαίδευσης αντικατόπτριζαν, αντί να αμφισβητούσαν τη κοινωνική διαστρωμάτωση και τις διακρίσεις λόγω φυλής ή φύλου. Μετά τη γενική κατάρρευση του λειτουργισμού από τα τέλη της δεκαετίας του 60’ και μετά, η ιδέα της εκπαίδευσης ως ένα αμετρίαστο αγαθό αμφισβητήθηκε βαθύτατα. Οι Νεομαρξιστές υποστήριξαν ότι η σχολική εκπαίδευση παρήγαγε απλά ένα υπάκουο εργατικό δυναμικό απαραίτητο για καπιταλιστικές ταξικές σχέσεις.
 
Ανώνυμος χρήστης

Μενού πλοήγησης