Νομικός θετικισμός: Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων

Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Χωρίς σύνοψη επεξεργασίας
 
Το 19ο αιώνα οι Άγγλοι νομικοί [[Τζέρεμυ Μπένθαμ]] και ο μαθητής του [[Τζων Όστιν]] επεκτείνουν τη θεωρία πως ο νόμος πηγάζει από την εξουσία της κυρίαρχης αρχής, δηλαδή του νομοθέτη ή του βασιλιά.
 
Σήμερα ο θετικισμός αντιλαμβάνεται ως η αντίθεση του φυσικού δικαίου και θεωρείται πως αντιτίθεται στην ιδέα του [[θείου δικαίου]] δηλαδή του νόμου του Θεού. Παρόλα αυτά, οι πρώτοι αντιπρόσωποι του θετικισμού δεν απέρριψαν την ιδέα της θείας δίκης, αλλά '''ξεχώρισαν''' το νόμο του Θεού που κυβερνά την ηθική από τον ανθρώπινο νόμο που κυβερνά τη κοινωνία. Κατά τους θετικιστές, το δίκαιο, η ερμηνεία του και η δικαστική εξουσία έχουν δικαιοδοσία μόνο όσον αφορά τη κοινωνική και όχι την ηθική συμπεριφορά του ατόμου.
 
Κορυφαίοι εκπρόσωποι του νομικού θετικισμού στον 20ο αιώνα θεωρούνται οι [[Χανς Κέλσεν]] (Καθαρή θεωρία του δικαίου) και [[Χέρμπερτ Χαρτ]] (Η έννοια του δικαίου). Σε αντίθεση με τη θεωρία φυσικού δικαίου η οποία τείνει να συνδέει τα ερωτήματα ''τι είναι'' ο νόμος και ''τι πρέπει'' να είναι ο νόμος, ο θετικισμός διαχωρίζει τα δύο. Σχετικοί είναι επίσης οι όροι ''αναλυτική θεωρία δικαίου'', η θεωρία που προσπαθεί να προσδιορίσει ''τι είναι'' το δίκαιο, ιδιαίτερα μάλιστα με χρήση των εργαλείων της σύγχρονης [[αναλυτική φιλοσοφία|αναλυτικής φιλοσοφίας]], και ''κανονιστική θεωρία δικαίου'', η πολιτική και ηθική φιλοσοφία σχετικά με το ''τι πρέπει'' να είναι το δίκαιο.
22

επεξεργασίες

Μενού πλοήγησης