Εθνική Πινακοθήκη της Ελλάδας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ένα γνωστό έργο τέχνης στην μόνιμη έκθεση: Παιδική Συναυλία (1894) του Γεώργιου Ιακωβίδη

Εθνική Πινακοθήκη (επίσημα: Εθνική Πινακοθήκη- Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου-ΕΠΜΑΣ) είναι μουσείο τέχνης που ιδρύθηκε το 1900, με έμφαση στις εικαστικές τέχνες από τα μεταβυζαντινά χρόνια έως και σήμερα και αποτελεί ενιαίο φορέα μαζί την Εθνική Γλυπτοθήκη. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη και σημαντικότερη συλλογή νεοελληνικής τέχνης, έχει συγκεντρώσει περισσότερα από 15.000 έργα που καλύπτουν κάθε μορφή τέχνης και βρίσκεται στο κέντρο της Αθήνας

Πίνακας περιεχομένων

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Εθνική Πινακοθήκη δημιουργήθηκε με βάση τη διαθήκη του νομικού και φιλότεχνου με σπουδές στην Αθήνα και το Παρίσι και ιδρυτικού μέλους του της εταιρείας «Φίλοι του Λαού» Αλεξάνδρου Σούτζου (1839-1895), που κληροδότησε την κινητή και ακίνητη περιουσία του, όπως και τη συλλογή έργων τέχνης και νομισμάτων του στο κράτος με σκοπό τη δημιουργία ενός «Μουσείου Καλών Τεχνών».[1] Καθοριστικός υπήρξε ο νόμος του υπουργού Παιδείας Αθ. Ευταξία το 1897Περί ιδρύσεως Μουσείου Καλών τεχνών’,[2] ενώ επισήμως η Εθνική Πινακοθήκη ιδρύθηκε τρία χρόνια αργότερα, στα 1900, με τον νόμο ΒΨΛΔ΄ «Περί μισθού του εφόρου της εν Αθήναις Πινακοθήκης» (10/4/1900) και το Βασιλικό Διάταγμα «Περί κανονισμού της Εθνικής Πινακοθήκης» (28/6/1900).

Πρώτος διευθυντής διορίστηκε ο ζωγράφος Γεώργιος Ιακωβίδης, ο οποίος για το λόγο αυτό επέστρεψε από τη Γερμανία όπου διέμενε[3], ενώ για τη στέγαση του μουσείου παραχωρήθηκαν προσωρινά τρεις αίθουσες του πρώτου ορόφου του κεντρικού κτηρίου του Πολυτεχνείου. Η συλλογή της Εθνικής Πινακοθήκης αποτελείτο αρχικά από 258 έργα τέχνης που ανήκαν στις συλλογές του Πολυτεχνείου (στο οποίο είχε δημιουργηθεί λίγα χρόνια πριν μια μικρή πινακοθήκη) και του Πανεπιστημίου Αθηνών (ανάμεσά τους και οι δωρεές των Θεόδωρου Βρυζάκη και Στέφανου Ξένου[4] ), καθώς και από τα 107 έργα του κληροδοτήματος του Α. Σούτζου. Κατά τα επόμενα χρόνια η συλλογή εμπλουτίστηκε κυρίως με έργα δυτικοευρωπαϊκής τέχνης από δωρεές και κληροδοτήματα κυρίως εύπορων Ελλήνων της διασποράς, όπως οι Γρηγόριος Μαρασλής, Θεόδωρος και Αικατερίνη Ροδοκανάκη, Μάρκος Δραγούμης κ.ά.

Με μια σειρά νομοθετημάτων στα 1909-1910, διασφαλίστηκε η αυτοτέλεια της Εθνικής Πινακοθήκης, διορίστηκε μόνιμος συντηρητής ο Γεώργιος Χατζόπουλος και παραχωρήθηκε στο μουσείο και η συλλογή έργων τέχνης του Γεωργίου Αβέρωφ που μέχρι τότε ανήκε στο Πολυτεχνείο. Το 1918 ο λογοτέχνης και τεχνοκρίτης Ζαχαρίας Παπαντωνίου αντικατέστησε τον Ιακωβίδη στη διεύθυνση της Εθνικής Πινακοθήκης, θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι τον θάνατό του την 1η Φεβρουαρίου 1940. Με την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου τα έργα του μουσείου συσκευάστηκαν σε κιβώτια και μεταφέρθηκαν στα υπόγεια του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου. Τον Ιούνιο του 1949 διορίστηκε στη θέση του διευθυντή ο βυζαντινολόγος και τεχνοκρίτης Μαρίνος Καλλιγάς, ο οποίος και παρουσίασε τμήμα της μόνιμης συλλογής του μουσείου στις αίθουσες του Ζαππείου την περίοδο 1953-1959. Ο Καλλιγάς ήταν εκείνος που κατόρθωσε το 1954 να συγχωνεύσει με νόμο την Εθνική Πινακοθήκη με το κληροδότημα Αλεξάνδρου Σούτζου απ’ όπου προέρχεται και η διπλή της ονομασία, ενώ το 1956 προχώρησε στην προκήρυξη αρχιτεκτονικού διαγωνισμού για την κατασκευή ιδιόκτητου κτηρίου του μουσείου. Από τις 40 συνολικά προτάσεις 75 αρχιτεκτόνων που υποβλήθηκαν, επιλέχθηκε τελικά το σχέδιο των Ν. Μουτσόπουλου, Παύλου Μυλωνά και Δημήτρη Φατούρου. Μετά από καθυστερήσεις η Πινακοθήκη θεμελιώθηκε στις 26 Νοεμβρίου 1964 από τον Γεώργιο Παπανδρέου, ενώ το πρώτο τμήμα ήταν έτοιμο το 1968 και ξεκίνησε να λειτουργεί το 1969. Το 1976 εγκαινιάστηκε τελικά το νέο κτίριο.[5]

Το Ίδρυμα Ωνάση χρηματοδότησε ένα νέο παράρτημα της Εθνικής Πινακοθήκης στο Ναύπλιο, ενώ τα γλυπτά απέκτησαν δικό τους κτίριο με την Εθνική Γλυπτοθήκη η οποία βρίσκεται κοντά στη λεωφόρο Κατεχάκη, στις στρατιωτικές εγκαταστάσεις του Γουδή.

Διευθυντές ΕΠΜΑΣ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δομή και οργάνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Διοίκηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Εθνική Πινακοθήκη-Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου είναι Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου και διοικείται από εννεαμελές Διοικητικό Συμβούλιο. Ο πρόεδρος εκλέγεται από τα μέλη. Ο διευθυντής, που έχει την ευθύνη του καλλιτεχνικού και μουσειολογικού προγραμματισμού, διορίζεται από τον Υπουργό Πολιτισμού με πενταετή θητεία, που μπορεί να ανανεώνεται. Το Μουσείο διαθέτει τρεις διευθύνσεις: α) τη Διεύθυνση Διοικητικού-Οικονομικού β) τη Διεύθυνση Συλλογών και γ) τη Διεύθυνση Συντήρησης, με τρεις διευθυντές επικεφαλής. Το Μουσείο έχει περίπου 80-90 υπαλλήλους μόνιμους και έκτακτους. Μισθοί και ανελαστικές δαπάνες λειτουργίας καλύπτονται από κρατική επιχορήγηση. Έσοδα από κληροδοτήματα καλύπτουν συγκεκριμένες ανάγκες: π.χ. το κληροδότημα Σούτζου καλύπτει μόνο κτιριακές δαπάνες, εμπλουτισμό της βιβλιοθήκης και αγορές παλαιών έργων τέχνης (οι δημιουργοί πρέπει να έχουν αποβιώσει τριάντα χρόνια πριν). Προτάσεις για αγορές και εκθέσεις υποβάλλει η πενταμελής καλλιτεχνική επιτροπή, που συγκροτείται από τον διευθυντή και τέσσερα μέλη του Δ.Σ. με την εγγύτερη σχέση με το αντικείμενο. Την ευθύνη του καλλιτεχνικού προγραμματισμού έχει ο διευθυντής[6].

Τμήματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Εθνική Πινακοθήκη εκτός από την εκθεσιακή της δραστηριότητα εκπληρώνει και πλήθος άλλων σκοπών που συνεπικουρούν τις δράσεις της. Για το λόγο αυτό έχει τα ακόλουθα τμήματα: α) Διεύθυνση συντήρησης και αποκατάστασης έργων τέχνης, β) Αρχείο και γ) Βιβλιοθήκη. Στο τμήμα συντήρησης γίνονται όλες οι απαραίτητες επεμβάσεις στα έργα τέχνης προκειμένου αυτά να προστατεύονται από τις φθορές του χρόνου και των κλιματολογικών συνθηκών και να βρίσκονται στην καλύτερη δυνατή κατάσταση προς έκθεση. Η Διεύθυνση συντήρησης και αποκατάστασης έργων Τέχνης της πινακοθήκης έχει δύο βασικούς σκοπούς: την προληπτική και την παθητική διάσωση της ύλης των αντικειμένων και την ανάπτυξη νέων μεθόδων ανίχνευσης και επισήμανσης των προβλημάτων που προκαλούν φθορά και αλλοίωση στα έργα τέχνης, με παράλληλη εξέλιξη νέων διαδικασιών επέμβαση στην αρχιτεκτονική δομή του έργου τέχνης.[7] Στο τμήμα του αρχείου φυλάσσονται σπάνια έγραφα και αντικείμενα που συνδέονται τόσο με την ιστορία της Εθνικής Πινακοθήκης όσο και με την Ιστορία της Τέχνης στην Ελλάδα. Τέλος η Βιβλιοθήκη λειτουργεί ως μια από τις σημαντικότερες βιβλιοθήκες τέχνης στην Ελλάδα με σπανιότατες εκδόσεις που καλύπτει τις ανάγκες τόσο του εξειδικευμένου όσο και του γενικού κοινού και είναι ανοικτή χωρίς είσοδο σε όλους. Η βιβλιοθήκη κατέχει περισσότερα από 26000 τόμους βιβλίων και περιοδικών με έμφαση στις εκδόσεις για την τέχνη κάθε είδους, με μονογραφίες Ελλήνων και ξένων καλλιτεχνών, καταλόγους εκθέσεων και σπάνιες σειρές περιοδικών τέχνης, ενώ ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα λευκώματα-αφιερώματα σε καλλιτέχνες.[8] Πέραν αυτών των τμημάτων υπάρχουν και τα τμήματα α) Αρχειοθέτησης και Διακίνησης Έργων, β) Φωτογραφικού Εργαστηρίου, γ) Διαδικτυακού Τόπου και Ψηφιακών Μέσων και δ) Ευρωπαϊκών Προγραμμάτων.

Παραρτήματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Εθνική Πινακοθήκη έχει στο σύνολο τέσσερα παραρτήματα σε όλη την Ελλάδα, γεγονός που επεκτείνει τη δράση και τον παιδαγωγικό της χαρακτήρα και βοηθάει στην εξοικείωση και του κοινού στην περιφέρεια με τις εικαστικές τέχνες. Όντας σε τουριστικά μέρη δίνει την ευκαιρία και σε όλους τους τουρίστες να έρθουν σε επαφή με τα αριστουργήματα της νεώτερης ελληνικής τέχνης. Τα τέσσερα παραρτήματα βρίσκονται σε Σπάρτη (Κουμαντάρειος Πινακοθήκη), Ναύπλιο (σε κτίριο που παραχώρησε ο Δήμος Ναυπλίου το 2004 και ανακαινίστηκε από το Κοινωφελές Ίδρυμα «Αλέξανδρος Σ. Ωνάσης»), Κέρκυρα (σε ιστορικό κτίριο που παραχωρήθηκε το 1993) και Αίγινα (Σπίτι και Μουσείο Χρήστου Καπράλου – προς το παρόν μη επισκέψιμο).

Στόχοι και δράσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σκοπός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με την επίσημη ιστοσελίδα της πινακοθήκης «Ο θεσμικός ρόλος της Εθνικής Πινακοθήκης είναι η συλλογή, διαφύλαξη, συντήρηση, μελέτη και έκθεση έργων τέχνης, με σκοπό την αισθητική καλλιέργεια του κοινού, την δια βίου εκπαίδευση μέσα από την τέχνη και την ψυχαγωγία που αυτή προσφέρει, αλλά και την αυτογνωσία των Ελλήνων με τη βοήθεια της ιστορίας της τέχνης, η οποία εκφράζει σε συμβολικό επίπεδο τον εθνικό βίο».[6]

Περιοδικές εκθέσεις, συνέδρια, εκδόσεις και εκπαιδευτικά προγράμματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις υποχρεώσεις της Εθνικής Πινακοθήκης εντάσσεται και η διοργάνωση περιοδικών και ειδικών εκθέσεων, όπου το κοινό έχει την ευκαιρία να γνωρίσει έργα πέρα από αυτά που εκτίθενται, έργα που έρχονται ως δάνεια από άλλα μουσεία και συλλογές, ενώ συγχρόνως έχει την ευκαιρία να εμβαθύνει σε συγκεκριμένους τομείς και περιόδους της παγκόσμιας ιστορίας της τέχνης. Η πινακοθήκη είναι εξάλλου ενταγμένη σε ευρωπαϊκά δίκτυα μουσείων σπάζοντας την απομόνωση και κάνοντας πράξη τις διεθνείς συνεργασίες.[9]

Στο ίδιο πλαίσιο η Εθνική Πινακοθήκη διοργανώνει επιστημονικά συνέδρια, συμπόσια και ημερίδες, ενώ πραγματοποιεί εκδόσεις καταλόγων των εκθέσεων τόσο της μόνιμης συλλογής όσο και των περιοδικών εκθέσεων. Τέλος, εκπληρώνοντας τον παιδαγωγικό της χαρακτήρα, η πινακοθήκη έχει καταρτίσει ένα πλούσιο πρόγραμμα εκπαιδευτικών δράσεων προκειμένου μαθητές και κοινό να γνωρίσουν πληρέστερα την ιστορία της ευρωπαϊκής και νεότερης ελληνικής τέχνης. Για το σκοπό αυτό πραγματοποιούνται ξεναγήσεις που προσαρμόζονται ανάλογα με την ηλικία και την ιδιότητα των επισκεπτών. Λειτουργεί επίσης για τα παιδιά της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης η ξενάγηση ολοκληρώνεται με το «Παιδικό Εργαστήρι».

Συλλογές και εκθέματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

"Eliezer & Rebecca" του Τιεπόλο

Οι ιστορικές συλλογές της Εθνικής Πινακοθήκης ξεκινούν από τη μεταβυζαντινή περίοδο και τον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο (El Greco), που κατάγεται από τη λεγόμενη Κρητική Σχολή, καλύπτουν την επτανησιακή ζωγραφική, και αποκτούν διευρύνονται με έργα που αντιπροσωπεύουν την καλλιτεχνική δημιουργία του ελεύθερου ελληνικού κράτους έως και σήμερα από την ανεξαρτησία μέχρι τις μέρες μας.[10] Η πινακοθήκη κατέχει επίσης μια αξιόλογη συλλογή δυτικοευρωπαϊκής τέχνης[11] που περιλαμβάνει τόσο έργα ζωγραφικής όσο και έργα χαρακτικής και σχεδίου.[12] Επίσης κατέχει μια σημαντική συλλογή από φωτογραφικά αρχεία Ελλήνων και ξένων δημιουργών. Κομμάτι της συλλογής με σχετική αυτονομία είναι και η Εθνική Γλυπτοθήκη που βρίσκεται στο Άλσος Στρατού στο Γουδί, στους παλιούς βασιλικούς στάβλους του ιππικού που ανακαινίστηκαν με χορηγία του ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος και χρηματοδότηση του Γ΄ΚΠΣ.[13] Το μεγαλύτερο μέρος της συλλογής της Εθνικής Πινακοθήκης είναι ήδη ψηφιοποιημένο και διαθέσιμο στο κοινό.

Οι συλλογές της πινακοθήκης περιλαμβάνουν , Νεοελληνική Ζωγραφική, Δυτικοευρωπαϊκή Ζωγραφική, Νεοελληνική και Ευρωπαϊκή Χαρακτική – Σχέδια Ελλήνων και Ξένων Καλλιτεχνών, Νεοελληνική και Ευρωπαϊκή Γλυπτική, Διακοσμητικές και Εφαρμοσμένες Τέχνες καθώς και Φωτογραφικό και Ιστορικό αρχείο.

Ανάμεσα στα έργα που κατέχει η Εθνική Πινακοθήκη είναι και αυτά της ευρωπαϊκής τέχνης των ζωγράφων Lorenzo Veneziano, Δομήνικου Θεοτοκόπουλου, Jacob Jordaens, Luca Giordano, Τζιοβάννι Μπατίστα Τιέπολο, Φρανθίσκο Γκόγια, Ρέμπραντ, Ευγενίου Ντελακρουά καθώς και των Ελλήνων Γεωργίου Ιακωβίδη, Νικηφόρου Λύτρα, Νικόλαου Γύζη, Κωνσταντίνου Βολανάκη, Γιάννη Τσαρούχη, Χρήστου Καπράλου, Γιάννη Μόραλη, Θεόφιλου, Γιώργου Ζαογγολόπουλου κ. ά.

Συνολικά στην Πινακοθήκη και τα παραρτήματά της εκτίθενται πάνω από 15.000 έργα. Διαθέτει επίσης μια μικρότερη συλλογή δυτικοευρωπαϊκής τέχνης με σημαντικούς πίνακες, ενώ στο κεντρικό της κτίριο λειτουργεί και βιβλιοθήκη με αρχειακό υλικό και συντηρητήριο.

Kτήριο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ι. Εναγώνιες αναζητήσεις για μόνιμη στέγη (1900-1950). [Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα πρώτα πενήντα χρόνια της λειτουργίας της Εθνικής Πινακοθήκης (έως το 1950) θα σφραγιστούν από την έλλειψη μόνιμης στέγης και το νομαδικό της βίο στην πόλη, αλλάζοντας ουσιαστικά τέσσερις τοποθεσίες[1], μέχρι να καταλήξει σε αυτή που βρίσκεται σήμερα, στο τρίγωνο των οδών Βασιλέως Κωνσταντίνου, Βασιλέως Αλεξάνδρου και Μιχαλακοπούλου.

Κατά την ίδρυσή της το 1900, η Εθνική Πινακοθήκη στεγαζόταν στο κεντρικό κτήριο του Πολυτεχνείου στην οδό Πατησίων και η εύρεση λύσης για τη μόνιμη στέγη της αποτέλεσε βασική μέριμνα του πρώτου διευθυντή της, του Γιώργου Ιακωβίδη. Το 1914 με το Νόμο 477 το Δημόσιο παραχώρησε στην Εθνική Πινακοθήκη οικόπεδο επί των οδών Ριζάρη και Βασιλίσσης Σοφίας[14] (εκεί που βρίσκεται σήμερα το Πολεμικό Μουσείο), όπου βρισκόταν ο στρατώνας του Πυροβολικού. Η προσπάθεια ανέγερσης του κτηρίου της Πινακοθήκης στο εν λόγω οικόπεδο απέβη άκαρπη λόγω των αντιστάσεων των στρατιωτικών, στους οποίους ανήκε το οικόπεδο, αλλά και της ατελέσφορης προσπάθειας εύρεσης της απαραίτητης χρηματοδότησης.

Η επόμενη απόπειρα λύσης του κτηριακού ζητήματος της Πινακοθήκης έλαβε χώρα γύρω στο 1926, όταν ο τότε διευθυντής της, ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου, προέβη στην αγορά του Ιλίου Μελάθρου (σημερινό Νομισματικό Μουσείο), έργο του αρχιτέκτονα Έρνστ Τσίλλερ και πρώην οικία του Ερρίκου Σλήμαν, με την αρωγή του κληροδοτήματος Αλεξ. Σούτζου. Όμως, η αγορά αυτή ματαιώθηκε τελικά λόγω της ακαταλληλότητας του κτηρίου να φιλοξενήσει εκθέσεις ζωγραφικής.

Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, όπου η Εθνική Πινακοθήκη παρέμεινε χωρίς μόνιμη στέγη, οι συλλογές της φυλάχθηκαν στις υπόγειες αποθήκες του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου.

Το 1949 ο τότε διευθυντής της Πινακοθήκης Μαρίνος Καλλιγάς,  αναγκάζεται λόγω τεχνικών έργων να μεταφέρει τα έργα και τις υπηρεσίες της Πινακοθήκης από το Αρχαιολογικό Μουσείο στο Casa d’ Italia (Ιταλικό Μορφωτικό Ινστιτούτο Αθηνών), όπου παρέμειναν για τρία χρόνια, μέχρι που αποφασίστηκε η μετεγκατάστασή τους στους στρατώνες που βρίσκονταν στη γωνία Βασιλίσσης Σοφίας και Ριζάρη.

Κατά το διάστημα 1952 - 1959 η Εθνική Πινακοθήκη ανέπτυξε εκθεσιακή δραστηριότητα στο Ζάππειο Μέγαρο, με επιλογές από τις συλλογές της. 

[1] Πολυτεχνείο, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, Ιταλικό Μορφωτικό Ινστιτούτο (Casa d’ Italia), Στρατώνες οδού Ριζάρη. 

ΙΙ. Η ανέγερση του αρχικού κτηρίου.[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

α. Η ανεύρεση του χώρου και της χρηματοδότησης (1950-1956).[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μ. Καλλιγάς έχοντας ως βασικό του στόχο την επίλυση του προβλήματος της μόνιμης στέγης του μουσείου[15], επανέφερε στο προσκήνιο το θέμα της διεκδίκησης του οικοπέδου της οδού Ριζάρη , που είχε παραχωρηθεί στην Εθνική Πινακοθήκη το 1914, αλλά δεν είχε προχωρήσει ποτέ η αξιοποίησή του. Οι δυσκολίες που προέκυψαν  από την επιλογή του συγκεκριμένου χώρου αφορούσαν τόσο τη διαμφισβήτηση του ίδιου του οικοπέδου, όσο και την εξεύρεση οικονομικών πόρων για την ανοικοδόμηση του κτηρίου. Αρχικά, το Υπουργείο Εξωτερικών μετά τον πόλεμο είχε υποδείξει στην Αμερικάνικη Πρεσβεία το συγκεκριμένο κομμάτι γης, ως κατάλληλο για την ανέγερση του δικού της κτηρίου, αλλά όταν το 1950 ενημερώθηκε σχετικά η αμερικάνικη πλευρά έδειξε κατανόηση και εγκατέλειψε αυτή την ιδέα. Στη συνέχεια ο Ελληνικός Στρατός, που είχε στρατώνες του Πυροβολικού στο συγκεκριμένο οικόπεδο, προέβαλε έντονες αντιδράσεις και χρειάστηκαν έξι χρόνια σκληρής διαπραγμάτευσης για την οριστική λύση του ζητήματος, υπέρ της Πινακοθήκης. 

Στη συνέχεια ο Μ. Καλλιγάς επιδόθηκε σε έναν επιπλέον αγώνα για να εξασφαλιστεί η  χρηματοδότηση του έργου, ο οποίος κατέληξε επιτυχής με τη συνένωση της Εθνικής Πινακοθήκης με το Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου σε ενιαίο Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου, με το Νόμο 2814 του 1954. 

β. Ο Πανελλήνιος Διαγωνισμός του 1956.    [Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 14.06.1956[15] προκηρύχθηκε ο πανελλήνιος αρχιτεκτονικός διαγωνισμός για τη μελέτη του κτηρίου της Πινακοθήκης, ο οποίος ήταν ο ένας από τους δύο[1] σημαντικότερους διαγωνισμούς για δημόσια κτήρια[16] κατά τη δεύτερη μεταπολεμική περίοδο του "εκσυγχρονισμού", που εκίνησε το 1957[17] και διαδέχτηκε την πρώτη μεταπολεμική περίοδο της "ανασυγκρότησης". Στην Κριτική Επιτροπή του διαγωνισμού συμμετείχαν οι Α. Βαλαωρίτης, Δ. Ευαγγελίδης, Μ. Καλλιγάς, Χ. Καρούζος, Π. Μιχελής, Α. Νταής, Κ. Πάγκαλος, Γ. Πάντζαρης, Δ. Πικιώνης και Ε. Ρουσόπουλος.  Η συμμετοχή στο διαγωνισμό ήταν πρωτόγνωρη για την εποχή, καθώς 75 περίπου αρχιτέκτονες υπέβαλαν 40 μελέτες. Στις 20.06.1957 ανακοινώθηκε το πόρισμα της Επιτροπής το οποίο απένειμε το Α΄  Βραβείο στη μελετητική ομάδα των: Ν. Μουτσόπουλου, Π. Μυλωνά και Δ. Φατούρου, από την οποία θα αποχωρήσει αργότερα ο Ν. Μουτσόπουλος.

[1] Ο άλλος διαγωνισμός ήταν αυτός της Πολυτεχνικής Σχολής της Θεσσαλονίκης.

γ. Το Α΄ Βραβείο του Διαγωνισμού του 1956. [Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Α' Βραβείο Πανελλήνιου Αρχιτεκτονικού Διαγωνισμού του 1956 για το κτήριο της Εθνικής Πινακοθήκης (γενική άποψη).
Α' Βραβείο Πανελλήνιου Αρχιτεκτονικού Διαγωνισμού του 1956, για το κτήριο της Εθνικής Πινακοθήκης (κτηριολογική διάρθρωση).

Το σχέδιο της μελέτης που κέρδισε το Α΄ Βραβείο των Ν. Μουτσόπουλου, Π. Μυλωνά και Δ. Φατούρου, ήταν φορέας των αξιών του διεθνούς μοντέρνου κινήματος και συγκεκριμένα του μπρουταλισμού, καθώς και του έργου του  εμβληματικού μοντέρνου αρχιτέκτονα Le Corbusier[18].

Το οικοδομικό σύμπλεγμα συνέθεταν δύο χωριστά κτηριακά σύνολα[19] που επικοινωνούσαν με τζαμωτό υπόστεγο διάδρομο. Η γενική οργάνωση της  κάτοψης του συγκροτήματος είχε τρία διακριτά,  αλλά συνδεόμενα τμήματα:

α)  ισόγειο κτήριο εισόδου (είσοδος, διαλέξεις, περιοδικές εκθέσεις και σε όροφο η  διοίκηση, βιβλιοθήκη και αρχεία),

β) πενταώροφο κτήριο έκθεσης μόνιμων συλλογών της Πινακοθήκης,

γ) κτήριο αποθηκών και εργαστηρίων.

Επρόκειτο για ένα μοντέρνο, φονξιοναλιστικό έργο, αποτελούμενο από διασπώμενους όγκους με διαφορετική διάρθρωση ο καθένας, με προσανατολισμό προς την λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας και φόντο το τυπικό πολυώροφο (πενταώροφο στην περίπτωση της Πινακοθήκης) κτήριο (slab) της μοντέρνας αρχιτεκτονικής. 

Το κτήριο υποδοχής επεδείκνυε όλο το καινοτόμο ρεπερτόριο της δεκαετίας του ’50[20]: δύο διαφορετικές στέγες σε σχήμα πεταλούδας, υπερυψωμένες και «κουμπωμένες» πάνω από τον προθάλαμο υποδοχής (foyer), και ένα αμφιθέατρο «οργανικό» με τεθλασμένη κάτοψη και κυρτή οροφή. Το σχέδιο της κτηριολογικής διάταξης[21] τονίζει με μεγάλη έμφαση τον φονξιοναλιστικό χαρακτήρα του συγκροτήματος, ένα σχέδιο που σχεδόν ταυτίζεται με ένα λειτουργικό διάγραμμα. Τέλος, από το συγκεκριμένο σχεδιασμό προέκυπταν αρκετοί ελεύθεροι υπαίθριοι χώροι.

[1] Ο άλλος διαγωνισμός ήταν αυτός της Πολυτεχνικής Σχολής της Θεσσαλονίκης.

δ. Η ανέγερση του κτηρίου- Τμήμα Α (1957-1968).[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κτήριο της Πινακοθήκης αποπερατώθηκε σχεδόν είκοσι χρόνια μετά την ολοκλήρωση του διαγωνισμού, το 1976, με μια αλλαγή στη χωροθέτησή του αλλά και αρκετές τροποποιήσεις στο αρχικό του σχέδιο.

Ενώ τα έργα ανοικοδόμησης του κτηρίου είχαν ξεκινήσει,  αιφνιδίως το οικόπεδο της οδού Ριζάρη παραχωρήθηκε για την ανέγερση ενός Πνευματικού Κέντρου[1] και η Πινακοθήκη αναγκάστηκε να μεταφερθεί σε καινούργιο χώρο, εκεί που βρίσκεται σήμερα.

Μετά από πολλές δυσκολίες και χρονοτριβές η θεμελίωση του κτηρίου στο νέο οικόπεδο έγινε στις 26.11.1964, από τον Γεώργιο Παπανδρέου, τότε πρόεδρο της Κυβερνήσεως, σε εορταστικό κλίμα και με μεγάλη δημοσιότητα στα μέσα μαζικής ενημέρωσης της εποχής. Η καινούργια μελέτη για το κτήριο έγινε το 1966, από τον Π. Μυλωνά, Δ. Φατούρο  και τον συνεργάτη τους αρχιτέκτονα Δ. Αντωνακάκη, η οποία διατηρούσε τη βασική ιδέα του αρχικού σχεδίου, παρόλο που το νέο οικόπεδο ήταν τριγωνικό και όχι τετράγωνο, όπως αυτό της οδού Ριζάρη.

Το Α΄ Τμήμα του κτηρίου, ολοκληρώθηκε το 1968 και ήταν ένα διώροφο κτίσμα που αναπτυσσόταν προς τα κάτω (με ενδιάμεσο ημιώροφο), και αποτελούνταν από ένα ισόγειο κτίσμα με την είσοδο του μουσείου και με μια αίθουσα περιοδικών εκθέσεων, και το κάτω επίπεδο, με προσωρινές αποθήκες, αναψυκτήριο κ.α.

[1] Το Ωδείο Αθηνών είναι το μοναδικό υλοποιημένο κτίριο του διαγωνισμού του 1959, για το εν λόγω Πνευματικό Κέντρο.

Είσοδος Εθνικής Πινακοθήκης από τη Λ. Βασιλέως Κων/νου αριθμ. 54 (1968-2013).

ε. Η ανέγερση του Τμήματος Β και ολοκλήρωση του κτηριακού συγκροτήματος.[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1974 ανατέθηκε στον, από το 1972, διευθυντή της Πινακοθήκης Δημήτρη Παπαστάμο, η ολοκλήρωση της ανοικοδόμησης του Τμήματος Β του κτηρίου, αυτό της κυρίως Πινακοθήκης, το οποίο βρισκόταν στο στάδιο του σκελετού, το οποίο μετά από σοβαρές κατασκευαστικές δυσκολίες ολοκληρώθηκε το 1976.  Αυτό το κτήριο το συνέθεταν τρεις όροφοι, δύο για τις μόνιμες εκθέσεις, ένας για τη διοίκηση, τη βιβλιοθήκη και τα εργαστήρια συντήρησης, ενώ στο υπόγειο προβλέπονταν οι αποθήκες των έργων.

Το συνολικό κτηριακό συγκρότημα που αποπερατώθηκε για να στεγάσει την ΕΠΜΑΣ και εγκαινιάστηκε το 1976, ήταν αντιπροσωπευτικό δείγμα του μοντέρνου διεθνούς ρυθμού. Αποτελούνταν από δύο βασικούς παράλληλους επιμήκεις όγκους, έναν διώροφο κύβο στην είσοδο του μουσείου επί της λεωφόρου Βασιλέως Κωνσταντίνου (Τμήμα Α), και ένα τριώροφο κτήριο πίσω από αυτό (Τμήμα Β), οι οποίοι συνδέονταν με μια κλειστή γέφυρα-διάδρομο.

Οι όψεις του κτηρίου χαρακτηρίζονταν από εμφανές μπετόν, χωρίς στιλιζαρίσματα και φινιρίσματα (χαρακτηριστικά στοιχεία του μπρουταλισμού), καθώς και από επιφάνειες επενδυμένες από λευκές ορθομαρμαρώσεις. Το μπροστινό κτίσμα[22] πλαισιώθηκε εμπρός και πίσω από στεγασμένες βεράντες με κολώνες από ανεπίχριστο σκυρόδεμα, ενώ στις δύο μακρόστενες πλευρές του ψηλότερου κτηρίου αρθρώθηκε ένας ρυθμικός κάνναβος σκιάστρων, από γυμνό μπετόν, ο οποίος μεσολαβούσε στην απευθείας πρόσβαση του φυσικού φωτός  στο κτήριο. Στο επίπεδο του εδάφους και στον ελεύθερο χώρο που είχε προβλεφθεί, διαμορφώθηκε ένας κλειστός κήπος, αξιοποιώντας τις υψομετρικές εναλλαγές. 

Αρχείο:EPMAS Meleti2008 1.jpg
Οριστική αρχιτεκτονική μελέτη επέκτασης του κτηρίου της Εθνικής Πινακοθήκης, του 2008. Αρχιτεκτονική Ε.Π.Ε. Π. Γραμματόπουλος-Χρ. Πανουσάκης, Δ.Βασιλόπουλος & Συνεργάτες

ΙΙΙ. Η επέκταση του κτηρίου.[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

α. Η αναγκαιότητα για επέκταση και η προμελέτη του 2002.[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Εθνική Πινακοθήκη τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια ασφυκτιούσε όλο και περισσότερο στο κτήριο του 1976, το οποίο αποτελούσε μια μικρότερη και ατελής εκδοχή του βραβευμένου σχεδίου των Ν. Μουτσόπουλου, Π. Μυλωνά και Δ. Φατούρου.

Με την πάροδο του χρόνου, οι εσωτερικές ανάγκες επέκτασης και εκσυγχρονισμού του κτηρίου της Πινακοθήκης έγιναν πολύ πιεστικές λόγω του μεγάλου αποθέματος έργων (περίπου 25.000), των ανεπαρκών εκθεσιακών και αποθηκευτικών χώρων, των περιορισμένων χώρων των γραφείων διοίκησης, της έλλειψης δυνατότητας για την απρόσκοπτη λειτουργία των εργαστηρίων συντήρησης, καθώς και της βιβλιοθήκης – αρχείου του οργανισμού.  Επίσης, οι χώροι που θα εξυπηρετούσαν τις σύγχρονες μουσειολογικές επικοινωνιακές  ανάγκες του μουσείου (αμφιθέατρο, πωλητήριο, χώρος εκπαιδευτικών προγραμμάτων, αναψυκτήριο-εστιατόριο) ήταν ανεπαρκείς έως ανύπαρκτοι.

Μετά από πολλές και επίμονες προσπάθειες της, από το 1992, διευθύντριας της ΕΠΜΑΣ, κας Μαρίνας Λαμπράκη-Πλάκα, το Υπουργείο Πολιτισμού ανέθεσε το 2002 στους αρχικούς αρχιτέκτονες (γραφείο Π. & Κ. Μυλωνά και Δ. Φατούρου) την εκπόνηση της προμελέτης, η οποία εγκρίθηκε από το Κεντρικό Συμβούλιο Νεώτερων Μνημείων (ΚΣΝΜ),  αλλά εξοφλήθηκε μετά από αρκετό καιρό, με χορηγία του «Ιδρύματος Μαρία Τσάκος». Θα πρέπει να επισημανθεί ότι από το 1998, με Υπουργική Απόφαση (ΦΕΚ Β 1233/1998), το συγκρότημα είχε κηρυχθεί διατηρητέο. Το 2001 με νόμο (ΦΕΚ Α 228/2001) ορίστηκαν ειδικοί όροι και περιορισμοί δόμησης για την επέκταση του κτηρίου, οι οποίες λήφθηκαν υπόψη και καθόρισαν την προαναφερθείσα προμελέτη του 2002.

Αρχείο:EPMAS Meleti2008 2.jpg
Επέκταση Εθνικής Πινακοθήκης, μελέτη 2008. Αρχιτεκτονική Ε.Π.Ε. Π. Γραμματόπουλος-Χρ. Πανουσάκης, Δ.Βασιλόπουλος & Συνεργάτες

β. Ο Δημόσιος Διαγωνισμός του 2008.[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 2008 το Υπουργείο Πολιτισμού πραγματοποίησε δημόσιο διαγωνισμό για την οριστική μελέτη του κτηρίου, ο οποίος ανέδειξε αυτή των γραφείων «Αρχιτεκτονική ΕΠΕ Γραμματόπουλος - Πανουσάκης» και «Δ. Βασιλόπουλος & Συνεργάτες Ε.Ε.».

Σύμφωνα με την αναδειχθείσα μελέτη[23], η Εθνική Πινακοθήκη μετά την επέκταση του κτηρίου της θα αποκτήσει επιπλέον χώρους, ενδεικτικά αναφέρουμε ότι θα προστεθούν εκθεσιακοί χώροι, για αποθήκες, καθώς και αμφιθέατρο 450 θέσεων. Στον χώρο κάτω από τον κήπο κατασκευάζονται δύο υπόγειοι όροφοι, οι οποίοι θα εξυπηρετούν τα εκπαιδευτικά προγράμματα και τις αποθήκες των έργων, ενώ στο δώμα του ψηλότερου κτηρίου θα λειτουργήσει αναψυκτήριο-εστιατόριο, κατασκευασμένο από ατσάλι και γυαλί, με ανεμπόδιστη πανοραμική θέα.

Επίσης, ιδιαίτερη μέριμνα της μελέτης επέκτασης αποτελεί η εναρμόνιση του συγκροτήματος με τις σύγχρονες μεθόδους στατικής ενίσχυσης και αντισεισμικής άμυνας, καθώς και πρόσβασης των ΑΜΕΑ.

Οι γυάλινες διαφάνειες και οι νέες επιδερμίδες αποτελούν κυρίαρχα γνωρίσματα της αρχιτεκτονικής γλώσσας που υιοθετήθηκε για την εξωτερική όψη του συγκροτήματος. Χαρακτηριστικός είναι ο υαλοφράκτης που θα τοποθετεί στη διατηρητέα πρόσοψη του ψηλού κτιρίου, ο οποίος θα καλύπτεται από αυτοκαθαριζόμενο υλικό και θα μπορεί να λειτουργεί ως γιγαντοοθόνη για βραδινές προβολές. Πίσω από αυτή τη γυάλινη ‘κουρτίνα’ θα κατασκευαστούν ξύλινες  πλατιές ράμπες, για την ελεύθερη κίνηση των επισκεπτών, οι οποίες θα εμπλουτίσουν το ρεπερτόριο των κατακόρυφων επικοινωνιών μέσω των κλιμακοστασίων και των ανελκυστήρων.

Αρχείο:EPMAS Meleti2008 3.jpg
Επέκταση Εθνικής Πινακοθήκη, μελέτη 2008. Αρχιτεκτονική Ε.Π.Ε. Π. Γραμματόπουλος-Χρ. Πανουσάκης, Δ.Βασιλόπουλος & Συνεργάτες

Τη σύνθεση της εξωτερικής όψης του συγκροτήματος θα συμπληρώνει ένα ελικοειδές γυάλινο σκέπαστρο, το οποίο θα «κουμπώνει» στη περιελισσόμενη κλίμακα που θα οδηγεί στα υπόγεια επίπεδα.   

γ. Η χρηματοδότηση, η επίβλεψη και οι εργασίες κατασκευής της επέκτασης.[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 2012 το έργο εντάχθηκε στο Ε.Π. «Αττική 2007-2013» με απόφαση[1] της Γενικής Γραμματείας του ΥΠΠΟΤ. Το ποσόν του προϋπολογισμού συμπληρώνεται με χορηγία του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος και εκτελείται υπό την επίβλεψη της Γενικής Γραμματείας του Υ.ΠΟ.ΠΑΙ.Θ. (Δ/νση Αναστήλωσης Νεώτερων και Σύγχρονων Μνημείων).

Η ανάδοχος κατασκευάστρια εταιρεία ΤΟΜΗ Α.Β.Ε.Τ.Ε, η οποία επιλέχθηκε κατόπιν  διεθνούς διαγωνισμού, ξεκίνησε τις εργασίες στον χώρο τον Ιούνιο 2013, οι οποίες αναμένεται να ολοκληρωθούν το 2016.

[1] Υπ’ αρ. ΕΥΠΟΤ/Α1 ΑΤΤ 24/1411/11-04-12

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Βλ. Νέλλη Μισιρλή, «Από το ‘Παντεχνείο’ στην Εθνική Πινακοθήκη», Επτά Ημέρες της Καθημερινής, 26/11/2000, σελ. 6.
  2. Βλ. Ευγένιος Δ. Ματθιόπουλος, «Εικαστικές τέχνες», Ιστορία της Ελλάδας του 20ου αιώνα, Χρήστος Χατζηιωσήφ (επιμ.), τόμος Α2, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2002, σελ. 324.
  3. Νέλλη Μισιρλή, «Από το “Παντεχνείον” στην ίδρυση της Εθνικής Πινακοθήκης», Εθνική Πινακοθήκη 100 χρόνια, Τέσσερις Αιώνες Ελληνικής Ζωγραφικής, Εθνική Πινακοθήκη, Αθήνα 1999, σελ. 22.
  4. Νέλλη Μισιρλή, 1999, σελ. 22 - 23.
  5. Νέλλη Μισιρλή, 2000, σελ. 8.
  6. 6,0 6,1 Εθνική Πινακοθήκη: Παρουσίαση.
  7. βλ. Μιχαήλ Δ. Δουλγερίδης, «Συντήρηση και αποκατάσταση», Επτά Ημέρες της Καθημερινής, 26/11/2000, σελ. 23-24.
  8. βλ. Ελένη Μεντζαφού, «Πλούσια βιβλιοθήκη», Επτά Ημέρες της Καθημερινής, 26/11/2000, σελ. 25.
  9. βλ. Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα, «Απολογισμός, νέο ξεκίνημα», Επτά Ημέρες της Καθημερινής, 26/11/2000, σελ. 3.
  10. Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα, «Η Ελληνική ζωγραφική στις συλλογές της Εθνικής Πινακοθήκης», Ελληνική Ζωγραφική, Μόνιμες Συλλογές, Εθνική Πινακοθήκη-Μουσείο Αλέξανδρου Σούτζου, Παράρτημα Κέρκυρας, 2007.
  11. βλ. Αγγέλα Ταμβάκη, «Η συλλογή δυτικοευρωπαϊκής ζωγραφικής», Επτά Ημέρες της Καθημερινής, 26/11/2000, σελ. 15-17.
  12. βλ. Μαριλένα Ζ. Κασιμάτη, «Χαρακτικοί θησαυροί», Επτά Ημέρες της Καθημερινής, 26/11/2000, σελ. 12-14.
  13. Τόνια Γιαννουδάκη, «Συλλογή γλυπτικής», Επτά Ημέρες της Καθημερινής, 26/11/2000, σελ. 20-22.
  14. βλ. Κουνενάκη, Πέγκυ (26/11/2000). Εθνική Πινακοθήκη 100 χρόνια. Αθήνα: Επτά Ημέρες Καθημερινής. σελ. 144. 
  15. 15,0 15,1 βλ. Καλλιγάς, Μαρίνος (1976). Η Εθνική Πινακοθήκη, Προσπάθειες και Αποτελέσματα. Αθήνα: Εθνική Πινακοθήκη. σελ. 10-11. 
  16. βλ. Φιλιππίδης, Δημήτρης (1984). Νεοελληνική Αρχιτεκτονική. Αθήνα: Μέλισσα. σελ. 280. 
  17. βλ. Γιακουμακάτος, Ανδρέας (2009). Ιστορία της Ελληνικής Αρχιτεκτονικής - 20ος. Αθήνα: Νεφέλη. σελ. 79. 
  18. βλ. Φεσσά-Εμμανουήλ, Ελένη (2001). Δοκίμια για τη νέα ελληνική αρχιτεκτονική. Αθήνα: Ίδρυμα Ι. Φ. Κωστόπουλου. σελ. 185. 
  19. βλ. Δουμάνης, Ορέστης (1984). Μεταπολεμική Αρχιτεκτονική στην Ελλάδα. Αρχιτεκτονικά Θέματα. σελ. 50. 
  20. βλ. Φιλλιπίδης, Δημήτρης (1984). Νεοελληνική Αρχιτεκτονική. Αθήνα: Μέλισσα. σελ. 281. 
  21. βλ. «Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου, Αρχιτέκτονες Ν. Μουτσόπουλος, Π. Μυλωνάς, Δ. Φατούρος, Α’ Βραβείον Πανελληνίου Αρχιτεκτονικού Διαγωνισμού». Ζυγός. 1957. 
  22. βλ. «Η ανακάλυψη της σύγχρονης αρχιτεκτονικής στο Παρίσι, το Λονδίνο και την Αθήνα, Culture 2000». http://www.culture2000.tee.gr/ATHENS/GREEK/BUILDINGS/BUILD_TEXTS/B99_t.html. Ανακτήθηκε στις Μάιος 2015. 
  23. βλ. Τουλάτου, Ίσμα (18/01/2015). «Εθνική Πινακοθήκη: Στα άδυτα του εργοταξίου». Το Βήμα. http://www.tovima.gr/culture/article/?aid=667781. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα