Εγκληματικότητα ανηλίκων

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η Εγκληματικότητα ανηλίκων είναι το σύνολο των παραβατικών πράξεων που διαπράττονται από τους ανήλικους. Η προσωπικότητα του νέου βρίσκεται σε διαρκή διαμόρφωση και μεταλλαγή και το μέσο της εφηβείας αποτελεί περίοδο έκρηξης για τις εγκληματικές δραστηριότητες.[1] Ως ανήλικοι θεωρούνται αυτοί που διατρέχουν από το 7ο έτος της ηλικίας τους έως το 17ο έτος συμπληρωμένο. Από αυτούς όσοι έχουν ηλικία έως το 12ο έτος τους συμπληρωμένο ονομάζονται παιδιά, και οι υπόλοιποι έφηβοι. Πολλοί λόγοι ωθούν τα παιδιά σε παρανομία και εγκληματικότητα. Οι σημαντικότερες αιτίες είναι η οικογένεια και η κοινωνία. Ο νόμος προβλέπει τα κατάλληλα μέτρα για τις παραβατικές ενέργειες των νέων, ωστόσο ο στόχος δεν είναι η τιμωρία αλλά μια σωστή και ισορροπημένη κοινωνία, ξεκινώντας απο το κύτταρό της, τους νέους.

Αίτια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα στοιχεία ενός παρεκκλίνοντα ανηλίκου διαμορφώνονται μέσα από την αναπαραγωγή θεωριών της εγκληματολογικής επιστήμης. Ο ανήλικος ο οποίος προβαίνει σε παραβατική πράξη κατέχει κάποια <<ιδιαίτερα>> ατομικά χαρακτηριστικά ή ανήκει σε <<ιδιαίτερα>> περιβάλλοντα. Στην τελευταία περίπτωση, η επικινδυνότητά του έγκειται στον ευάλωτο χαρακτήρα του απέναντι στις εγκληματογενείς επιδράσεις δυσμενών κοινωνικών παραγόντων.

Ατομικός θετικισμός:[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Aφορά σε ένα πλέγμα θεωριών που επιχειρούν να καταγράψουν και ερευνητικά τα αίτια του εγκλήματος, τα οποία εντοπίζουν πρωταρχικά σε δυνάμεις που βρίσκονται μέσα στο άτομο. Συνήθως παίρνει τρεις μορφές. Η εγκληματική προδιάθεση εστιάζεται είτε σε βιολογικά χαρακτηριστικά είτε σε ψυχολογικά είτε σε συνδυασμό και των δύο, υπό την επίδραση και άλλων κοινωνικών παραγόντων με τη μορφή των προεγκληματικών καταστάσεων. Πρόκειται για το φύλο, τη φυσιογνωμία του παρεκκλίνοντα ανηλίκου, την κληρονομικότητα, τις γενετικές ανωμαλίες ή άλλες οργανικές δυσλειτουργίες, την ψυχική υγεία(ψυχική ασθένεια, διανοητική στέρηση του ανηλίκου), ανωριμότητα και νεανική ηλικία, ισχύς και αυτονομία της προσωπικότητας.[2]

Κοινωνιολογικός θετικισμός:[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Tο επίκεντρο αφορά στις συνθήκες εκείνες που γεννούν την παράβαση. Η δυσπροσαρμοστικότητα οφείλεται σε παράγοντες της ευρύτερης κοινωνίας και των ομαδοποιήσεών της και όχι σε ψυχικοβιολογικές ιδιαιτερότητες. Οι παράγοντες που επηρεάζουν τον ανήλικο είναι η οικογένεια, η παιδεία(σχολείο, μαθησιακές δυσκολίες), οι οικολογικές προσεγγίσεις, τα σύγχρονα μέσα επικοινωνίας και τα πρότυπα συμπεριφοράς, η εργασία, η πολιτιστική διαφορετικότητα, η κοινωνική τάξη και οι φίλοι-συμμορίες.[2]

Αντιμετώπιση του παρεκκλίνοντα ανηλίκου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι ανήλικοι αποτελούν κατηγορία πληθυσμού με ιδιαιτερότητες ως προς την ψυχοσύνθεση και την ταυτότητά τους όπως επίσης και ως προς τη νομική ικανότητά τους σε σχέση με τους ενήλικες. Έτσι διαμορφώνεται ένα πλαίσιο αποδεκτών και μη αποδεκτών συμπεριφορών που συνιστά και το μέτρο της κανονικότητας του ανήλικου, όπως αυτή γίνεται αντιληπτή από τους ενήλικες και το σύστημα θεσμών της κοινωνίας[3]

Το θεσμικό πλαίσιο της αντιμετώπισης του παρεκκλίνοντα ανηλίκου στην Ελλάδα:[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι φορείς επίσημου κοινωνικού ελέγχου είναι το Υπουργείο Δικαιοσύνης- Διεύθυνση πρόληψης εγκληματικότητας και σωφρονιστικής αγωγής ανηλίκων, οι Εταιρείες Προστασίας Ανηλίκων, ο Εισαγγελέας-Δικαστής Ανηλίκων η Αστυνομία, η Υπηρεσία Επιμελητών Ανηλίκων, τα Ιδρύματα Αγωγής και το Ιατρικό Μοντέλο Αντιμετώπισης.[2]

Νέες προτάσεις αντιμετώπισης:[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ανάμεσα στις νέες μεθόδους αντιμετώπισης της παραβατικότητας των ανηλίκων βρίσκονται τα προγράμματα τροποποίησης της συμπεριφοράς (έλεγχος DNA, σωματικές ποινές, ηλεκτρονική παρακολούθηση), η ιδιωτικοποίηση του κοινωνικού ελέγχου και τα προγράμματα περιστασιακής πρόληψης, τα προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης και απασχόλησης, τα προγράμματα ειδικής πολιτικής προστασίας της νεότητας και τα προγράμματα αντιμετώπισης στην τοπική κοινότητα.[2]


Ποινικός κώδικας -Ανήλικοι εγκληματίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για τους ανήλικους που υπόκεινται σε παραβατική συμπεριφορά επιβάλλονται αναμορφωτικά ή θεραπευτικά μέτρα για την αντιμετώπισή τους.

Αναμορφωτικά μέτρα:[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ανάθεση της υπεύθυνης επιμέλειας του ανηλίκου στους γονείς, τους επιτρόπους ή τους κηδεμόνες του.
  • Ανάθεση της επιμέλειας του ανηλίκου σε προστατευτικές εταιρείες ή σε ιδρύματα ανηλίκων ή σε ειδικούς επιμελητές ανηλίκων.
  • Τοποθέτηση του ανηλίκου σε κατάλληλο κρατικό, δημοτικό, κοινοτικό ή και ιδιωτικό κατάστημα αγωγής.

Θεραπευτικά μέτρα:[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην περίπτωση που ο ανήλικος πάσχει από νοσηρή ασθένεια ή άλλη διατάραξη των πνευματικών του λειτουργιών το δικαστήριο διατάσσει την παραπομπή του σε θεραπευτικό ή άλλο κατάλληλο κατάστημα. Τα θεραπευτικά μέτρα διατάσσονται ύστερα από προηγούμενη γνωμοδότηση ειδικού γιατρού.

Μεταβολή ή άρση μέτρων:[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το δικαστήριο που δίκασε μπορεί να αντικαταστήσει τα αναμορφωτικά μέτρα που επέβαλε με άλλα αν το κρίνει αναγκαίο. Αν τα μέτρα εκπλήρωσαν το σκοπό τους, τα αίρει. Το ίδιο μπορεί να πράξει και για τα θεραπευτικά μέτρα, ύστερα από προηγούμενη γνωμοδότηση ειδικού.

Διάρκεια μέτρων:[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα αναμορφωτικά ή θεραπευτικά μέτρα που επέβαλε το δικαστήριο παύουν αυτοδικαίως στην ηλικία των 21 χρόνων του παραβάτη.[εκκρεμεί παραπομπή]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφικές πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • ΓΕΩΡΓΟΥΛΑΣ, ΣΤΡΑΤΟΣ (2009). Παρέκκλιση Ανηλίκων. ΑΘΗΝΑ. ISBN 9789606750236.