Εγκάρδιο ξύλο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εγκάρδιο ξύλο (στα αγγλικά: heartwood, ή duramen), ή αλλιώς καρδιόξυλο, είναι το κεντρικό τμήμα ξύλου, στον κορμό των δένδρων.[1] Το εγκάρδιο ξύλο είναι τυπικά σκουρότερο, βαρύτερο και σκληρότερο από το σομφό ξύλο, που είναι το περιφερειακό τμήμα. Το εγκάρδιο ξύλο αποτελείται από τους παλαιότερους αυξητικούς δακτυλίους. Είναι το 'μη λειτουργικό' τμήμα του κορμού, όταν είναι στο ζωντανό δέντρο.

Τομή ξύλου δρυός (το κεντρικό σκουρότερο τμήμα του είναι το εγκάρδιο ξύλο).

Καθώς αυξάνεται η ηλικία του δένδρου, οι παλαιότεροι αυξητικοί δακτύλιοι σταδιακά παύουν να λαμβάνουν μέρος στη διακίνηση και την αποθήκευση των τροφών. Η διαφοροποίηση αυτή έχει σαν αποτέλεσμα διάφορες μεταβολές στη δομή και στη χημική σύσταση του ξύλου και σε πολλές περιπτώσεις συνοδεύεται και από αλλαγή του χρώματος.[2] Με βάση τη λειτουργική αυτή διαφοροποίηση, κάθε κορμός περικλείει εγκάρδιο ξύλο (heartwood), που τεχνικά είναι το πολύτιμο μέρος της ξυλείας, και το σομφό ξύλο (sapwood). Δασικά είδη που έχουν εγκάρδιο ξύλο με σκουρότερο χρώμα από το σομφό είναι, από τα κωνοφόρα, τα πεύκα, το κυπαρίσσι, ο ίταμος, ο κέδρος, και από τα πλατύφυλλα, οι δρύες, η καστανιά, η φτελιά, ο φράξος, η καρυδιά, η οξιά που σχηματίζει και το ερυθρό (κοκκινωπό) εγκάρδιο.[3] Το εγκάρδιο περιέχει στη χημική του σύσταση μεγάλο αριθμό περίπλοκων χημικών ενώσεων (τερπένια, ταννίνες, κ.α.), που έχουν προστατευτικό ρόλο για το ξύλωμα.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]