Δυτική φιλοσοφία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η Δυτική φιλοσοφία είναι η φιλοσοφική σκέψη και το έργο του Δυτικού κόσμου. Ιστορικά, ο όρος αναφέρεται στη φιλοσοφική σκέψη του Δυτικού πολιτισμού, που άρχισε με την Ελληνική φιλοσοφία των Προσωκρατικών όπως ο Θαλής (624 – 546 π.Χ.) και ο Πυθαγόρας (570 – 495 π.Χ.), και τελικά διαδόθηκε σε μεγάλο μέρος του κόσμου.[1][2] Η λέξη φιλοσοφία ετυμολογικά προέρχεται από τις Αρχαίες ελληνικές λέξεις φιλεῖν (αγάπη) και σοφία, και σημαίνει αγάπη για τη σοφία.

Το αντικείμενο της φιλοσοφίας στην κατανόηση της αρχαιότητας, και τα συγγράμματα των (τουλάχιστο ορισμένων) αρχαίων φιλοσόφων, ήταν όλα τα πνευματικά έργα. Περιλάμβανε τους προβληματισμούς της φιλοσοφίας όπως νοούνται σήμερα, αλλά και πολλών άλλων επιστημονικών κλάδων, όπως τα μαθηματικά και οι φυσικές επιστήμες, όπως η φυσική, η αστρονομία και η βιολογία (ο Αριστοτέλης, για παράδειγμα, έγραψε για όλα αυτά τα θέματα).

Αρχαιότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προσωκρατική περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην προσωκρατική περίοδο, οι αρχαίοι φιλόσοφοι πρώτα διατύπωναν ερωτήσεις για την "αρχή" του σύμπαντος. Η δυτική φιλοσοφία λέγεται πως ξεκίνησε στις ελληνικές πόλεις της δυτικής Μικράς Ασίας (Ιωνία) από τον Θαλή από τη Μίλητο, που δραστηριοποιήθηκε π. 585 π.Χ. και είναι γνωστός για τη γενική ρήση, "όλα είναι νερό". Από τους πλέον αξιόλογους μαθητές του, για τον Αναξίμανδρο "όλα είναι άπειρο" και για τον Αναξιμένη από τη Μίλητο "όλα είναι αέρας".

Η Ιωνία, προέλευση της πρώιμης ελληνικής φιλοσοφίας, στη δυτική μικρά Ασία

Ο Πυθαγόρας, από το νησί Σάμος παράκτια της Ιωνίας, έζησε μεταγενέστερα στον Κρότωνα της νότιας Ιταλίας (Μεγάλη Ελλάδα). Για τους Πυθαγόρειους "όλα είναι αριθμός", και παρουσιάζουν επίσημους λογισμούς αντίθετα προς το προηγούμενο υλικό των Ιονίων. Επίσης, πιστεύουν στη μετεμψύχωση, την μετενσάρκωση και την κίνηση των ψυχών.

Σωκράτης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σωκράτης είναι σημαντική φυσιογνωμία στην Ελληνική φιλοσοφία. Διδάχθηκε από αρκετούς Σοφιστές αλλά ανέπτυξε την ελληνική φιλοσοφία σε διαχρονική επιστήμη. Λέγεται ότι κατόπιν επίσκεψης στο Μαντείο των Δελφών για πολύ καιρό έζησε διαλέγοντας οποιονδήποτε άνθρωπο ενδιαφέροντος στην Αθήνα, προκειμένου να διαψεύσει την προφητεία του μαντείου ότι δεν θα υπάρξει άνθρωπος σοφότερος από τον Σωκράτη. Ο Σωκράτης χρησιμοποίησε μια κριτική προσέγγιση που ονομάζεται "έλεγχος" ή Σωκρατική μέθοδος που εξετάζει τις απόψεις των ανθρώπων. Ενδιαφερόταν για ανθρώπινα πράγματα: την καλή ζωή, τη δικαιοσύνη, την ομορφιά και την αρετή. Ο Σωκράτης δεν έγραψε τίποτα μόνος του, αλλά κάποιοι από τους πολλούς μαθητές του κατέγραψαν τους διαλόγους του. Δικάστηκε για διαφθορά των νέων και ασέβεια προς τους θεούς από την ελληνική δημοκρατία. Κρίθηκε ένοχος και καταδικάστηκε σε θάνατο. Οι φίλοι του προσφέρθηκαν να τον βοηθήσουν να αποδράσει από τη φυλακή, αλλά ως νομοταγής πολίτης επέλεξε να μην παραβιάσει τους αθηναϊκούς νόμους. Το 399 π.Χ. ήπιε το δηλητήριο κώνειο όπως πρόσταζε ο νόμος και πέθανε.

Προτομή του Σωκράτη

Πλάτωνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Πλάτωνας ήταν μαθητής του Σωκράτη. Ίδρυσε την Ακαδημία Αθηνών και έγραψε τους πλατωνικούς διαλόγους, όπου εφαρμόζεται η Σωκρατική μέθοδος διερεύνησης στη μελέτη φιλοσοφικών προβληματισμών. Κεντρικές έννοιες στους διαλόγους είναι η αθανασία της ψυχής, τα οφέλη της δικαιότητας, το κακό που είναι η άγνοια, και η Θεωρία των Ιδεών. Οι ιδέες είναι καθολικές μορφές που ενυπάρχουν στην αισθητή πραγματικότητα και προηγούνται των πραγμάτων ως προς τα οποία είναι "υπερβατικές".

Αριστοτέλης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Αριστοτέλης ήταν μαθητής του Πλάτωνα. Ήταν ίσως ο πρώτος πραγματικά συστηματικός φιλόσοφος και επιστήμονας. Έγραψε για τη φυσική, τη βιολογία, τη ζωολογία, τη μεταφυσική, την αισθητική, την ποίηση, το θέατρο, τη μουσική, τη ρητορική, την πολιτική και τη λογική. Η Αριστοτέλεια λογική ήταν η πρώτη λογική προσπάθεια κατηγοριοποίησης κάθε έγκυρου συλλογισμού. Ο Αριστοτέλης δίδαξε τον Μέγα Αλέξανδρο, ο οποίος γρήγορα κατέκτησε μεγάλο μέρος του αρχαίου κόσμου. Ο Εξελληνισμός και η Αριστοτελική φιλοσοφία άσκησαν σημαντική επιρροή σε σχεδόν όλους τους ακόλουθους φιλόσοφους της Δυτικής και της Μέσης Ανατολής , όπως οι Ελληνιστές, Ρωμαϊκοί, Βυζαντινοί, δυτικοί μεσαιωνικοί, Εβραϊκοί και Ισλαμικοί στοχαστές.

Μεσαίωνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Μεσαιωνική φιλοσοφία είναι η φιλοσοφία της Δυτικής Ευρώπης και της Μέσης Ανατολής κατά τη Μεσαιωνική περίοδο, που χοντρικά εκτείνεται από τον Εκχριστιανισμό της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας έως την Αναγέννηση. Η μεσαιωνική φιλοσοφία χαρακτηρίστηκε αφενός από την αναζωπύρωση και περαιτέρω ανάπτυξη της κλασικής Ελληνικής και Ελληνιστικής φιλοσοφίας, και αφετέρου από την ανάγκη αναφοράς σε θεολογικά προβλήματα και ενσωμάτωσης των ιερών αρχών των Αβρααμικών θρησκειών (Ισλάμ, Ιουδαϊσμός, και Χριστιανισμός) στην άποψη του σεκουλαρισμού. Η πρώιμη μεσαιωνική φιλοσοφία επηρεάστηκε από τις παρόμοιες του Στωικισμού, Νεοπλατωνσμού, και υπεράνω όλων, την φιλοσοφία του Πλάτωνα.

Προβληματισμοί της περιόδου ήταν η σχέση της πίστης με τη λογική, η ύπαρξη και η ενότητα του Θεού, το αντικείμενο της θεολογίας και της μεταφυσικής, τα γνωστικά προβλήματα, η καθολικότητα και η εξατομίκευση. Εξέχουσα προσωπικότητα της περιόδου ήταν ο Αυγουστίνος Ιππώνος (ένας πολύ σημαντικός Εκκλησιαστικός Πατέρας της Δυτικής Χριστιανοσύνης), ο οποίος υιοθέτησε την πλατωνική σκέψη και την εκχριστιάνησε τον 4ο αιώνα, και άσκησε σημαντική επιρροή στη μεσαιωνική φιλοσοφία έως τη λήξη της περιόδου αλλά ελέγχθηκε με την άφιξη των κειμένων του Αριστοτέλη. Ο Αυγουστιανισμός ήταν το προτιμώμενο σημείο εκκίνησης για τους περισσότερους φιλοσόφους (όπως ο Άνσελμος του Καντέρμπερι, ο πατέρας του σχολαστικισμού) έως τον 13ο αιώνα.

Η Καρολίγγεια Αναγέννηση του 8ου/9ου αιώνα ήταν τροφοδοτούμενη από Εκκλησιαστικούς ιεραπόστολους που ταξίδευαν από την Ιρλανδία, με ενδεικτικό αντιπρόσωπο τον Ιωάννη Σκώτο Εριγένη, έναν Νεοπλατωνικό φιλόσοφο.

Το σύγχρονο πανεπιστημιακό σύστημα προέρχεται από τα Ευρωπαϊκά μεσαιωνικά πανεπιστήμια, που ιδρύθηκαν στην Ιταλία και εξελίχθηκαν σε Καθολικές Ιερατικές Σχολές για τον κλήρο του μέσου Μεσαίωνα.[3]

Ο Θωμάς ο Ακινάτης, ένας ακαδημαϊκός φιλόσοφος και ο πατέρας του Θωμισμού, ήταν μεγάλη δύναμη επιρροής στην Καθολική Ευρώπη. Έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στη λογική και την επιχειρηματολογία, και ήταν από τους πρώτους που χρησιμοποίησαν τις νέες μεταφράσεις των έργων του Αριστοτέλη για τη μεταφυσική και την επιστήμη.

Στους φιλόσοφους της Μεσαιωνικής περιόδου περιλαμβάνονται οι χριστιανοί φιλόσοφοι Αυγουστίνος Ιππώνος, Βοήθιος, Άνσελμος, Γκίλμπερτ ντε λα Πορρέε, Πέτρος Αβελάρδος, Ρότζερ Μπέικον, Μποναβεντουρ, Θωμάς ο Ακινάτης, Δουνς Σκώτος, Γουιλιέλμος του Όκαμ και Ζαν Μπουριντάν· οι Εβραίοι φιλόσοφοι Μαϊμονίδης και Γερσονίδης· και οι Μουσουλμάνοι φιλόσοφοι Αλκίντι, Αλφαράμπι, Αλχάζεν, Αβικέννας, Αλγαζάλl, Άβεμπας, Αμπουμπασερ, Ιμπν Χαλντούν, και Αβερρόης. Η μεσαιωνική παράδοση του σχολαστικισμού άκμασε έως τα τέλη του 17ου αιώνα, με προσωπικότητες όπως ο Φρανσίσκο Σουάρεζ και ο Ιωάννης του Αγίου Θωμά.

Αναγέννηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Αναγέννηση ήταν η περίοδος μετάβασης από τον Μεσαίωνα στη σύγχρονη σκέψη, κατά την οποία η ανάκτηση των κλασικών κειμένων βοήθησε να μετατοπιστούν τα φιλοσοφικά ενδιαφέροντα από τεχνικές μελέτες στη λογική, τη μεταφυσική και τη θεολογία προς εκλεκτικά ερωτήματα για την ηθική, τη φιλολογία και το μυστικισμό.[4][5] Ο ανθρωπισμός ήταν φιλοσοφική στάση που θεωρεί τον άνθρωπο επίκεντρο του κόσμου και χαρακτηρίστηκε από επιστροφή στα αρχαία κείμενα, ως μοντέλα ζωής, γραφής και σκέψης.[6] Μετατοπίζοντας το μεσαιωνικό ενδιαφέρον για τη μεταφυσική και τη λογική, οι ανθρωπιστές ακολούθησαν τον Πετράρχη που έθεσαν τον άνθρωπο και τις αρετές του στο επίκεντρο της φιλοσοφίας.

Κατά τη μετάβαση από την Αναγεννησιακή στην πρώιμη/κλασική σύγχρονη φιλοσοφία, οι Αναγεννησιακοί φιλόσοφοι έγραφαν κύρια σε μορφή διαλόγων, όπως ο Τζορντάνο Μπρούνο.[7]

Το μέγεθος της επιρροής της Αναγεννησιακής διανόησης στη σύγχρονη φιλοσοφία είναι κοινό θέμα συζητήσεων.[8]

Νεότερη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο όρος "φιλοσοφία των νεότερων χρόνων" είναι πολύ χρήσιμος. Για παράδειγμα, ο Τόμας Χομπς για πολλούς ήταν ο πρώτος νεότερος φιλόσοφος που εφάρμοσε συστηματική μέθοδο στην πολιτική φιλοσοφία. Αντίθετα, ο Ρενέ Ντεκάρτ για ορισμένους θεωρείται ο πρώτος νεότερος φιλόσοφος που βάσισε τη φιλοσοφία του μάλλον σε γνωστικά προβλήματα, παρά σε προβληματισμούς μεταφυσικής.[9]

Η νεότερη φιλοσοφία και ιδιαίτερα η φιλοσοφία του Διαφωτισμού χαρακτηρίζονται από αυξημένη εξάρτηση από τις παραδοσιακές αρχές όπως η Εκκλησία, η ακαδημία και ο Αριστοτελισμός·[10][11] ένα νέο ενδιαφέρον για τα θεμέλια της γνώσης και την μεταφυσική οικοδόμηση συστημάτων·[12][13] και την ανάδυση της νεότερης φυσικής από τη φυσική φιλοσοφία.[14]

Πρώιμη νεότερη (17ος και 18ος αι.)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κεντρικά θέματα της Δυτικής φιλοσοφίας κατά την πρώιμη νεότερη (και κλασική νεότερη)[15][16] περίοδο αποτελούν η φύση της νόησης και η σχέση της με το σώμα, οι επιπτώσεις των νέων φυσικών επιστημών στα παραδοσιακά θεολογικά θέματα όπως η ελεύθερη βούληση και ο Θεός, και η ανάδυση της κοσμικής βάσης για την ηθική και πολιτική φιλοσοφία.[17] Αυτές οι τάσεις πρώτα συνασπίστηκαν χαρακτηριστικά στο κάλεσμα του Φράνσις Μπέικον για επέκταση της γνώσης με νέες εμπειρίες, και σύντομα συγκεντρώθηκαν στο έργο του Ρενέ Ντεκάρτ για τη μηχανική φυσική και τη ρασιοναλιστική μεταφυσική.[18]

Άλλοι αξιόλογοι νεότεροι φιλόσοφοι ήταν οι Μπαρούχ Σπινόζα, Γκότφριντ Βίλχελμ Λάιμπνιτς, Τζων Λοκ, Τζωρτζ Μπέρκλεϋ, Ντέιβιντ Χιουμ, και Ιμμάνουελ Καντ.[16][19][20] Σημαντικοί συνεισφέροντες ήταν φιλόσοφοι, επιστήμονες, ιατροί και πολιτικοί, όπως οι: Γαλιλαίος Γαλιλέi, Πιερ Γκασσεντί, Μπλεζ Πασκάλ, Νικολά Μαλμπράνς, Άντον φαν Λέβενχουκ, Κρίστιαν Χόυχενς, Ισαάκ Νεύτων, Κρίστιαν Γουλφφ, Μοντεσκιέ, Πιερ Μπαυλε, Τομας Ρειντ, Ζαν λε Ρον Ντ'Αλαμπέρ, Άνταμ Σμιθ, και Ζαν-Ζακ Ρουσσώ.

Το κατά προσέγγιση πέρας της πρώιμης νεότερης περιόδου συχνά ταυτίζεται με τη συστηματική προσπάθεια του Ιμμάνουελ Καντ να περιορίσει τη μεταφυσική, να εξηγήσει την επιστημονική γνώση, και να συμβιβάσει και τα δύο με την ηθική και την ελευθερία. [21][22]

Αργότερη νεότερη (19ος αιώνας)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αργότερη νεότερη φιλοσοφία θεωρητικά άρχισε κατά το κρίσιμο έτος 1781, όταν ο Γκότχολντ Εφραίμ Λέσσινγκ πέθανε και κυκλοφόρησε η Κριτική της Καθαρής Λογικής(Critique of Pure Reason) του Καντ.[23]

Οι Γερμανοί φιλόσοφοι άσκησαν σημαντική επιρροή αυτόν τον αιώνα, εν μέρει λόγω της υπεροχής του Γερμανικού πανεπιστημιακού συστήματος. Οι Γερμανοί ιδεαλιστές, όπως οι Γιόχαν Γκότλιμπ Φίχτε, Φρήντριχ Βίλχελμ Γιόζεφ Σέλινγκ, Γκέοργκ Βίλχελμ Φρήντριχ Χέγκελ, και οι εκπρόσωποι του πρώιμου Γερμανικού Ρομαντισμού (Φρήντριχ Χαίλντερλιν, Νοβάλις, και Καρλ Βίλχελμ Φρήντριχ Σκλέγκελ ), μετασχημάτισαν το έργο του Καντ υποστηρίζοντας ότι ο κόσμος είναι συγκροτημένος από λογική ή κατανοητή διεργασία, και ως τέτοιος είναι αντιληπτός.[24] Ο Άρθουρ Σοπενχάουερ αναγνώρισε τον κόσμο ως βούληση και παράσταση που αναζητά συνεχώς την ικανοποίηση και επηρέασε την σκέψη της περιόδου αλλαγής 19ος προς 20ος αιώνας, όπως το έργο του Φρίντριχ Νίτσε.

Τον 19ο αιώνα οι ριζοσπαστικές αντιλήψεις της αυτο-οργάνωσης και έμφυτης προσταγής του Γκαίτε και η Καντιανή μεταφυσική, πλαισίωσαν μία μεγάλη εκπόνηση για την τάση μεταξύ συστηματοποίησης και οργανικής ανάπτυξης. Πρώτιστα ήταν το έργο του Χέγκελ, του οποίου η Φαινομενολογία του Πνεύματος (1807) και η Επιστήμη της Λογικής (1813-16) που παράγεται από ένα "διαλεκτικό" πλαίσιο για την παραγγελία της γνώσης.

Όπως και στο 18ο αιώνα, από την φιλοσοφία προέκυψαν επιστημονικές εξελίξεις που, επίσης, την προκάλεσαν: το σημαντικό έργο του Κάρολου Δαρβίνου, που βασίστηκε στην ιδέα της βιολογικής αυτορρύθμισης όπως συναντάται σε φιλοσόφους σαν τον Σμιθ, ουσιαστικά αμφισβήτησε καθιερωμένες αντιλήψεις.

Το 1831 μετά τον θάνατο του Χέγκελ, η φιλοσοφία του 19ου αιώνα στράφηκε κατά του ιδεαλισμού προς παραλλαγές του φιλοσοφικού νατουραλισμού, όπως ο θετικισμός του Ογκίστ Κοντ, ο εμπειρισμός του Τζον Στιούαρτ Μιλ, και ο ιστορικός υλισμός του Καρλ Μαρξ. Η λογική άρχισε μια περίοδο των σημαντικότερων προόδων της από την επινόηση της πειθαρχίας, καθώς η αυξανόμενη μαθηματική ακρίβεια άνοιξε ολόκληρα πεδία συμπερασματολογίας για τυποποίηση στο έργο των Τζορτζ Μπουλ και Γκότλομπ Φρέγκε. Άλλοι φιλόσοφοι που ξεκίνησαν νέες κατευθύνσεις σκέψης που διαμόρφωσαν τη φιλοσοφία του 20ου αιώνα ήταν:

Σύγχρονη (20ος και 21ος αιώνας)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι τρεις μεγάλες σύγχρονες προσεγγίσεις στην ακαδημαϊκή φιλοσοφία είναι η Αναλυτική φιλοσοφία, η Ηπειρωτική φιλοσοφία και ο Πραγματισμός.[25] Δεν είναι εξαντλητικές ούτε αμοιβαία αποκλειστικές.

Ο 20ος αιώνας ασχολείται με τις ανακατατάξεις που παράγονται από μια σειρά συγκρούσεων στο πλαίσιο φιλοσοφικών συζητήσεων πάνω στη βάση της γνώσης, με την ανατροπή των κλασικών βεβαιώσεων, και τα νέα κοινωνικά, οικονομικά, επιστημονικά και λογικά προβλήματα. Η φιλοσοφία του 20ου αιώνα ορίστηκε από μια σειρά προσπαθειών για τη μεταρρύθμιση και διατήρηση, και την τροποποίηση ή κατάργηση, παλαιότερων συστημάτων γνώσης. Επιδραστικές προσωπικότητες ήταν οι Μπέρτραντ Ράσελ, Λούντβιχ Βίτγκενσταϊν, Έντμουντ Χούσερλ, Μάρτιν Χάιντεγκερ, Ζαν-Πωλ Σαρτρ. Η δημοσίευση του Λογικές Έρευνες (1900–1) του Χούσερλ και του Οι Αρχές των Μαθηματικών (1903) του Ράσελ θεωρείται ότι σηματοδότησαν την αρχή της φιλοσοφίας του 20ου αιώνα.[26] Ο 20ος αιώνας είδε επίσης την αυξανόμενη εξειδίκευση της πειθαρχίας και την αρχή της τρέχουσας (σύγχρονη) φιλοσοφικής εποχής.[27]

Από το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, η σύγχρονη φιλοσοφία έχει χωριστεί κύρια σε αναλυτικές και Ηπειρωτικές παραδόσεις· οι πρώτες φέρονται στον αγγλόφωνο κόσμο και οι δεύτερες στην ήπειρο της Ευρώπης. Η αντιληπτή σύγκρουση ανάμεσα στις Ηπειρωτικές και αναλυτικές σχολές φιλοσοφίας παραμένει εξέχουσα, παρά τον αυξανόμενο σκεπτικισμό σχετικά με τη χρησιμότητα της διάκρισης.

Αναλυτική φιλοσοφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στον αγγλόφωνο κόσμο, η αναλυτική φιλοσοφία έγινε η κυρίαρχη σχολή για μεγάλο μέρος του 20ου αιώνα.

Ο όρος "αναλυτική φιλοσοφία" σχεδόν ορίζει μια ομάδα φιλοσοφικές μεθόδους που εντείνουν τη λεπτομερή επιχειρηματολογία, την προσοχή στη σημασιολογία, τη χρήση της κλασικής λογικής και μη κλασσικές λογικές, και τη σαφήνεια του νοήματος πάνω από όλα τα άλλα κριτήρια. Αν και το κίνημα έχει διευρυνθεί, ήταν μόνο μια συνεκτική σχολή κατά το πρώτο μισό του αιώνα. Οι Αναλυτικοί φιλόσοφοι επηρεάστηκαν κύρια από τον λογικό θτικισμό, συν την άποψη ότι οι φλοσοφικοί προβληματισμοί θα μπορούσαν να διευθετυθούν με προσοχή στη λογική και τη γλώισσα.


Ο Μπέρτραντ Ράσελ και ο Τζ.Ε. Μουρ συχνά θεωρούνται ως ιδρυτές της αναλυτικής φιλοσοφίας, αρχίζοντας με την απόρριψη του Βρετανικού ιδεαλισμού, την υπεράσπιση του ρεαλισμού και την έμφαση που έδωσαν στη νομιμότητα της ανάλυσης. Τα κλασικά έργα του Ράσελ Οι Αρχές των Μαθηματικών, "On Denoting" και Principia Mathematica (με τον Άλφρεντ Νορθ Γουάιτχεντ), συν τη μεγάλη προώθηση της χρήσης μαθηματικής λογικής στη φιλοσοφία, προετοίμασαν το έδαφος για μεγάλο μέρος του ερευνητικού προγράμματος στα πρώτα στάδια της αναλυτικής παράδοσης, υπογραμμίζοντας προβλήματα όπως: η αναφορά των πραγματικών ονομάτων, το αν η "ύπαρξη" είναι ιδιότητα, η φύση των προθέσεων, η ανάλυση των οριστικών περιγραφών, και οι συζητήσεις για τα θεμέλια των μαθηματικών. Τα έργα αυτά διερεύνησαν επίσης θέματα οντολογικής δέσμευσης και μεταφυσικών προβληματισμών σχετικά με το χρόνο, τη φύση της ύλης, τη νόηση, την επιμονή και την αλλαγή, τα οποία ο Ράσελ συχνά αντιμετώπισε με τη βοήθεια της μαθηματικής λογικής.

Ο Γκότλομπ Φρέγκε έγραψε Τα Θεμέλια της Αριθμητικής (1884) που ήταν το πρώτο αναλυτικό έργο, σύμφωνα με τον Μίχαελ Ντυμμέτ (Απαρχές της Αναλυτικής Φιλοσοφίας (1993)). Ο Φρέγκε πήρε "τη γλωσσική στροφή," αναλύοντας τους φιλοσοφικούς προβληματισμούς μέσω της γλώσσας. Ορισμένοι αναλυτικοί φιλόσοφοι έκριναν ότι υπάρχουν φιλοσοφικά προβλήματα που προκύπτουν από λαθεμένη χρήση της γλώσσας ή από παρεξηγήσεις της λογικής της ανθρώπινης γλώσσας.

Το 1921, ο Λούντβιχ Βιτγκενστάιν, ο οποίος διδάχθηκε από τον Ράσελ στο Κέιμπριτζ, δημοσίευσε τη Λογική-φιλοσοφική πραγματεία, όπου πρότεινε ένα άκαμπτο "λογικό" απολογισμό των γλωσσικών και φιλοσοφικών θεμάτων. Μετά την πάροδο χρόνων, ανασκεύασε ορισμένες από τις θέσεις που παρουσίασε στην "Πραγματεία", όπως για παράδειγμα στο δεύτερο μεγάλο έργο του, τις Φιλοσοφικές Αναζητήσεις (1953). Οι Αναζητήσεις ήταν μεγάλη επιρροή στην ανάπτυξη της "φιλοσοφίας της απλής γλώσσας", που προωθήθηκε από τους Γκίλμπερτ Ράιλ, Τζ.Λ. Αόστιν, και άλλους.

Εν τω μεταξύ, στις Ηνωμένες Πολιτείες, η φιλοσοφία του Ο.Β.Ο. Κουίν είχε επιδραστική αξία, όπως φάνηκε στην ακαδημαϊκή εργασία "Τα Δύο Δόγματα του Εμπειρισμού". Σε αυτήν την πραγματεία ο Κούιν επικρίνει τη διάκριση μεταξύ αναλυτικών και συνθετικών δηλώσεων, υποστηρίζοντας ότι μια σαφής αντίληψη της αναλυτικότητας είναι ανέφικτη.

Πατρίσια Τσέρτσλαντ

Αξιόλογοι μαθητές του Κουίν ήταν ο Ντόναλντ Ντάβιντσον και ο Ντάνιελ Ντένετ. Το έργο του Ράσελ και η φιλοσοφία του Ουίλαρντ βαν Όρμαν Κουίν είναι σημαίνοντα υποδείγματα της φυσιοκρατικής προσέγγισης του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα. Αλλά η πληθωρικότητα της αναλυτικής φιλοσοφίας από τη δεκαετία 1970 και μετά αψηφά την εύκολη γενίκευση: o φυσιολισμός του Κουίν και των επιγόνιων του ήταν σε κάποιες περιφέρειες ξεπερασμένος από μια "νέα μεταφυσική" των πιθανών κόσμων, όπως και στο επιφανές έργο του Ντέιβιντ Λιούις. Πρόσφατα, το κίνημα πειραματικής φιλοσοφίας επιδίωξε να επανεξετάσει φιλοσοφικούς προβληματισμούς μέσω ερευνητικών τεχνικών κοινωνικής επιστήμης.

Εξέχουσες προσωπικότητες στη σύγχρονη αναλυτική φιλοσοφία είναι οι: Τίμοθι Ουίλιαμσον, ο Ντέιβιντ Λιούις, Τζον Σέαρλ, Τόμας Νέιτζελ, Χίλαρι Πούτναμ, Μίχαελ Ντυμμέτ, ο Πίτερ βαν Ινουάγκεν, Σολ Κριπε και Πατρίσια Τσυρκλαντ.

Η Αναλυτική φιλοσοφία έχει κατηγορηθεί μερικές φορές ότι δεν συμβάλλει στην πολιτική συζήτηση ή στα παραδοσιακά ζητήματα αισθητικής. Ωστόσο, με την εμφάνιση του Μια Θεωρία της Δικαιοσύνης από τον Τζον Ρωλς και το Αναρχία, Κράτος και Ουτοπία του Ρόμπερτ Νόζικ, η αναλυτική πολιτική φιλοσοφία απέκτησε σεβασμιότητα. Οι αναλυτικοί φιλόσοφοι έχουν δείξει, επίσης, βάθος στις αναζητήσεις τους για την αισθητική, με τους Ρότζερ Σκράτον, Νέλσον Γκούντμαν, Άρθουρ Ντάντο και άλλους που ανέπτυξαν το θέμα στο σημερινό του σχήμα.

Ηπειρωτική φιλοσοφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ηπειρωτική φιλοσοφία είναι ένα σύνολο φιλοσοφικών παραδόσεων του 19ου και του 20ού αιώνα από την ηπειρωτική Ευρώπη. Τα κινήματα του 20ου αιώνα, όπως ο γερμανικός ιδεαλισμός, η φαινομενολογία, ο υπαρξισμός, η σύγχρονη ερμηνευτική, η κριτική θεωρία, ο δομισμός, ο μεταδομισμός και άλλα περιλαμβάνονται σε αυτή τη χαλαρή κατηγορία. Ενώ η αναγνώριση οποιουδήποτε μη-ασήμαντου κοινού παράγοντα σε όλες αυτές τις σχολές σκέψης θα είναι αμφιλεγόμενη, o Μιχαέλ Ε. Ρόζεν έχει υποθέσει μερικά κοινά ηπειρωτικά θέματα: ότι οι φυσικές επιστήμες δεν μπορούν να αντικαταστήσουν τις ανθρώπινες επιστήμες· ότι ο στοχαστής επηρεάζεται από τις συνθήκες της εμπειρίας (τοποθεσία και χρόνος της ιστορίας)· ότι η φιλοσοφία είναι εξίσου θεωρητική και πρακτική· ότι η μεταφιλοσοφία ή οι συλλογισμοί για τις μεθόδους και τη φύση της φιλοσοφίας καθαυτής είναι σημαντικά συστατικά της κοινής φιλοσοφίας.

Ο ιδρυτής της φαινομενολογίας, Έντμουντ Χούσερλ, επέλεξε να μελετήσει τη συνείδηση όπως βιώνεται με προοπτική πρώτου προσώπου, ενώ ο Μάρτιν Χάιντεγκερ άντλησε από τις ιδέες των Κίρκεγκωρ, Νίτσε, Χούσερλ ώστε να προτείνει μία αντισυμβαντική υπαρξιακή προσέγγιση στην οντολογία.

Οι φαινομενολογικά προσανατολισμένοι μεταφυσικοί υποστήριξαν τον υπαρξισμόο Μάρτιν Χάιντεγκερ, ο Ζαν-Πωλ Σαρτρ, ο Μωρίς Μερλώ-Ποντύ, ο Αλμπέρ Καμύ—και τελικά τον μεταδομισμόο Ζιλ Ντελέζ, ο Ζαν-Φρανσουά Λιοτάρ (γνωστός για την άρθρωση του μεταμοντερνισμού), ο Μισέλ Φουκώ, ο Ζακ Ντεριντά (γνωστός για την ανάπτυξη μιας μορφής σημειωτικής ανάλυσης που ονομάστηκε αποδόμηση). Το ψυχαναλυτικό έργο των Σίγκμουντ Φρόυντ, Καρλ Γιουνγκ, Ζακ Λακάν, Τζούλια Κρίστεβα, και άλλων έχει επίσης επηρεάσει τη σύγχρονη ηπειρωτική σκέψη. Αντίθετα, ορισμένοι φιλόσοφοι προσπάθησαν να ορίσουν και να αποκαταστήσουν παλαιότερες παραδόσεις της φιλοσοφίας. Πιο συγκεκριμένα, οι Χανς-Γκέοργκ Γκάνταμερ και Αλασντάιρ Μασιντιρ αμοιβαία, αν και με διαφορετικούς τρόπους, αναβίωσαν την παράδοση του Αριστοτελισμού.

Υπαρξισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Υπαρξισμός είναι όρος που αναφέρεται στο έργο ορισμένων φιλοσόφων από τα τέλη του 19ου και 20ου αιώνα που, παρά τις εμβριθείς δογματικές διαφορές,[28] είχαν κοινή την πεποίθηση ότι η φιλοσοφική σκέψη αρχίζει με το ανθρώπινο υποκείμενο— όχι απλά η υποκείμενη σκέψη, αλλά το ενεργό, ευαίσθητο, ζωντανό ανθρώπινο άτομο. Στον υπαρξισμό, το ατομικό σημείο εκκίνησης χαρακτηρίζεται από αυτό που ονομάστηκε "η υπαρξιακή στάση", ή μια αίσθηση αποπροσανατολισμού και σύγχυσης μπροστά σε έναν φαινομενικά χωρίς νόημα ή παράλογο κόσμο. Για πολλούς υπαρξιστές η παραδοσιακή συστηματική ή ακαδημαϊκή φιλοσοφία, τόσο σε στυλ όσο και σε περιεχόμενο, είναι αφηρημένες και απομακρυσμένες από τη χειροπιαστή ανθρώπινη εμπειρία.

Μολονότι δεν χρησιμοποίησαν τον όρο, οι φιλόσοφοι του 19ου αιώνα Σαίρεν Κίρκεγκωρ και Φρίντριχ Νίτσε θεωρούνται ευρέως ως πατέρες του υπαρξισμού. Η επιρροή τους, ωστόσο, έχει επεκταθεί πέρα από την υπαρξιακή ιδέα.

Γερμανικός ιδεαλισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο υπερβατικός ιδεαλισμός, όπως υποστηρίχθηκε από τον Ιμμάνουελ Καντ, είναι η άποψη ότι υπάρχουν όρια στις δυνατότητες κατανόησης, εφόσον υπάρχουν πολλά που δεν μπορούν να τεθούν υπό συνθήκες αντικειμενικής κρίσης. Ο Καντ έγραψε την Κριτική του Καθαρού Λόγου (1781-1787), σε μια προσπάθεια να συμβιβάσει τις αντικρουόμενες προσεγγίσεις του ορθολογισμού και του εμπειρισμού, και να ορίσει νέο πεδίο για τη μελέτη της μεταφυσικής. Αν και ο Καντ θεωρούσε ότι η αντικειμενική γνώση του κόσμου απαιτούσε από το μυαλό να επιβάλει ένα εννοιολογικό ή κατηγορηματικό πλαίσιο στο ρεύμα των καθαρών αισθητηριακών δεδομένων—ένα πλαίσιο που θα περιλάμβανε το χώρο και το χρόνο αυτούσια—υποστήριζε ότι τα πράγματα-από-μόνα-τους υπήρχαν ανεξάρτητα από τις ανθρώπινες αντιλήψεις και κρίσεις· δεν ήταν επομένως ιδεαλιστής με καμία απλή έννοια. Η έκθεση του Καντ για τα πράγματα-από-μόνα-τους ήταν τόσο αμφιλεγόμενη όσο και πολύπλοκη. Συνεχίζοντας το έργο του, ο Γιόχαν Γκότλιμπ Φίχτε και ο Φρίντριχ Σέλινγκ διέθεταν πίστη στην ανεξάρτητη ύπαρξη του κόσμου, και δημιούργησαν μια σφαιρική ιδεαλιστική φιλοσοφία.

Το πιο αξιοσημείωτο έργο του γερμανικού ιδεαλισμού ήταν του Γ.Β.Φ. Χέγκελ η Φαινομενολογία του Πνεύματος, το 1807. Ο Χέγκελ παραδέχτηκε ότι οι ιδέες του δεν ήταν καινούργιες, αλλά όλες οι προηγούμενες φιλοσοφίες ήταν ελλιπείς. Ο στόχος του ήταν να ολοκληρωθεί σωστά η δουλειά τους. Ο Χέγκελ αξιώνει ότι ο διττός σκοπός της φιλοσοφίας είναι να υπολογίσει τις αντιφάσεις που εμφανίζονται στην ανθρώπινη εμπειρία (που προκύπτουν, για παράδειγμα, από τις υποκείμενες αντιφάσεις μεταξύ "είναι" και "δεν είναι"), αλλά και ταυτόχρονα να επιλύσει και να διατηρήσει αυτές τις αντιφάσεις παρουσιάζοντας τη συμβατότητά τους σε ένα υψηλότερο επίπεδο εξέτασης ("είναι" και "δεν είναι" επιλύονται με το "γενόμενο"). Αυτό το πρόγραμμα αποδοχής και συμβιβασμού των αντιθέσεων ονομάζεται «Διαλεκτική του Χέγκελ».

Στους φιλόσοφους που επηρεάστηκαν από τον Χέγκελ περιλαμβάνονται ο Λούντβιχ Φόιερμπαχ, ο οποίος εφηύρε τον όρο προβολή αναφερόμενος στην αδυναμία του ανθρώπου να αναγνωρίσει οτιδήποτε στον εξωτερικό κόσμο χωρίς να προβάλλει ιδιότητες του εαυτού του πάνω σε αυτά τα πράγματα· ο Καρλ Μαρξ· ο Φρίντριχ Ένγκελς· και οι Βρετανοί ιδεαλιστές, ιδιαίτερα οι Τόμας Χιλλ Γκριν, Τζ. Μ. Ε. ΜακΤάγγαρτ και Φ. Χ. Μπράντλεϊ. Λίγοι φιλόσοφοι του 20ου αιώνα έχουν ενστερνιστεί τον ιδεαλισμό. Ωστόσο, αρκετοί έχουν ασπαστεί τη διαλεκτική του Χέγκελ.Η «Κοπερνίκεια Στροφή» του Ιμμάνουελ Καντ παραμένει και σήμερα μια σημαντική φιλοσοφική ιδέα.

Μαρξισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο μαρξισμός είναι μια μέθοδο κοινωνικοοικονομικής ανάλυσης, που προέρχεται από τον Καρλ Μαρξ και τον Φρίντριχ Ένγκελς. Αναλύει τις ταξικές σχέσεις και τις κοινωνικές συγκρούσεις χρησιμοποιώντας μια υλιστική ερμηνεία της ιστορικής ανάπτυξης και μια διαλεκτική άποψη του κοινωνικού μετασχηματισμού. Οι μαρξιστικές αναλύσεις και μεθοδολογίες που επηρέασαν τις πολιτικές ιδεολογίες και τα κοινωνικά κινήματα. Μαρξιστικές αντιλήψεις για την ιστορία και την κοινωνία εγκρίθηκαν από ακαδημαϊκούς στην αρχαιολογία, την ανθρωπολογία, τα μέσα ενημέρωσης, την πολιτική επιστήμη, το θέατρο, την ιστορία, την κοινωνιολογία, την ιστορία και θεωρία της τέχνης, τις πολιτιστικές σπουδές, την εκπαίδευση, την οικονομία, τη γεωγραφία, τη λογοτεχνική κριτική, την αισθητική, την κριτική ψυχολογία και τη φιλοσοφία.

Φαινομενολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η φαινομενολογία του Έντμουντ Χούσερλ ήταν μια φιλόδοξη προσπάθεια να τεθούν τα θεμέλια για μια περιγραφή της δομής της συνειδητής εμπειρίας γενικά. Ένα σημαντικό μέρος του φαινομενολογικού προγράμματος του Χούσερλ ήταν να δείξει ότι όλες οι συνειδητές πράξεις κατευθύνονται προς ή γύρω από αντικειμενικό περιεχόμενο, ένα χαρακτηριστικό που ο Χούσερλ ονόμασε σκοπιμότητα. Ο Χούσερλ δημοσίευσε μόνο λίγα έργα στη ζωή του, που αντιμετωπίζουν τη φαινομενολογία κύρια με αφηρημένους μεθοδολογικούς όρους· αλλά άφησε μια τεράστια ποσότητα αδημοσίευτων ξεκάθαρων αναλύσεων. Το έργο του Χούσερλ είχε άμεση επιρροή στη Γερμανία, με την ίδρυση των φαινομενολογικών σχολών στο Μόναχο και το Γκέτινγκεν. Η φαινομενολογία αργότερα κατάφερε διεθνή φήμη μέσω του έργου τέτοιων φιλοσόφων όπως ο Μάρτιν Χάιντεγκερ (παλαιός βοηθός έρευνας του Χούσερλ), ο Μωρίς Μερλώ-Ποντύ, και ο Ζαν-Πωλ Σαρτρ. Μέσα από το έργο των Χάιντεγκερ και Σαρτρ, η εστίαση του Χούσερλ στην υποκειμενική εμπειρία επηρέασε τις πτυχές του υπαρξισμού.

Δομισμός και μεταδομισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εισηγμένος από τον γλωσσολόγο Φερντινάν ντε Σωσσύρ, ο δομισμός επιδίωκε να αποσαφηνίσει συστήματα σημείων αναλύοντας τους λόγους που εξίσου περιορίζουν και καθιστούν εφικτούς. Ο Σωσσύρ θεώρησε το σημείο ως οριοθετημένο από όλα τα άλλα σημεία του συστήματος, και τις ιδέες ως αδύνατο να υπάρξουν προ της γλωσσικής δομής, που αρθρώνει τη σκέψη. Τοιουτοτρόπως, η ηπειρωτική σκέψη οδηγήθηκε μακριά από τον ανθρωπισμό, και προς αυτό που ονομάστηκε αποκέντρωση του ανθρώπου: η γλώσσα δεν ομιλείται πλέον από τον άνθρωπο για να εκφράσει τον πραγματικό εσωτερικό εαυτό του, αλλά η γλώσσα μιλά ανθρώπινα.

Ο δομισμός επιδίωκε τομέα μιας δύσκολης επιστήμης, αλλά ο θετικισμός σύντομα δέχτηκε τα πυρά του μεταδομισμού, ένα ευρύ πεδίο φιλοσόφων, εκ των οποίων μερικοί ήταν κάποτε δομιστές, αλλά αργότερα τον επέκριναν. Οι δομιστές πίστευαν ότι θα μπορούσαν να αναλύσουν τα συστήματα από μια εξωτερική, αντικειμενική άποψη, ενδεικτικά, αλλά οι μεταδομιστές ισχυρίστηκαν ότι αυτό είναι λανθασμένο, ότι δεν μπορεί κανείς να υπερβεί τις δομές και συνεπώς, η ανάλυση καθαυτή καθορίζεται από αυτό που εξετάζει. Ενώ η διάκριση μεταξύ σημαίνοντος και σημαινομένου αντιμετωπίστηκε ως κρυστάλλινη από τους δομιστές, οι μεταδομιστές διαβεβαίωσαν ότι κάθε προσπάθεια για κατανόησης του σημαινόμενου καταλήγει σε περισσότερα σημαίνοντα, οπότε η σημασία βρίσκεται πάντα σε κατάσταση αναβολής, καθιστώντας την έσχατη ερμηνεία αδύνατη.

Ο δομισμός κυριάρχησε στην Ηπειρωτική φιλοσοφία κατά όλη τη δεκαετία του 1960 και τις αρχές του 1970, συμπεριλαμβάνοντας διαφορετικούς στοχαστές όπως ο Κλοντ Λεβί-Στρος, ο Ρολάν Μπαρτ και ο Ζακ Λακάν. Ο μεταδομισμός κυριάρχησε απο τη δεκαετία του 1970 και μετά, συμπεριλαμβάνοντας στοχαστές όπως ο Μισέλ Φουκώ, ο Ζακ Ντεριντά, ο ΖΙλ Ντελέζ και ακόμη ο Ρολάν Μπαρτ· ενσωμάτωσε μια κριτική των περιορισμών του δομισμού.

Πραγματισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Πραγματισμός είναι φιλοσοφική παράδοση που ξεκίνησε στις Ηνωμένες Πολιτείες περί το 1870.[29] Αξιώνει ότι η αλήθεια των πεποιθήσεων συνιστάται μάλλον στη χρησιμότητα και την αποτελεσματικότητά τους παρά στην αντιστοιχία τους με την πραγματικότητα. Ο Τσαρλς Σάντερς Περς και ο Γουίλιαμ Τζέιμς ήταν οι συνιδρυτές του και μετέπειτα τροποποιήθηκε από τον Τζον Ντιούι στον Ινστρουμενταλισμό. Εφόσον η χρησιμότητα οποιασδήποτε πεποίθησης ανα πάσα στιγμή μπορεί να εξαρτάται από την περίσταση, ο Περς και ο Τζέιμς θεωρούσαν την τελική αλήθεια ως κάτι που αποφασίζεται μόνο από το μέλλον, την τελική διευθέτηση όλων των απόψεων.

Ο πραγματισμός προσπάθησε να βρει μια επιστημονική πτυχή της αλήθειας που δεν εξαρτάται από την προσωπική ενόραση (αποκάλυψη) ή την αναφορά σε κάποια μεταφυσική σφαίρα. Ερμήνευε τη σημασία μιας δήλωσης από το αποτέλεσμα που θα είχε η αποδοχή της στην πρακτική. Η διεξοδική αναζήτηση είναι επομένως το μόνο μονοπάτι για την αλήθεια.[30]

Για τον Περς η δέσμευση στη συστηματική αναζήτηση ήταν απαραίτητη για την εύρεση της αλήθειας, που συνεπάγονται η ιδέα και η ελπίδα ότι η αναζήτηση δεν ήταν ανώφελη. Η ερμηνεία αυτών των αρχών είναι έκτοτε θέμα συζητήσεων. Για τον Περς η ρήση του πραγματισμού είναι: «Εξετάζοντας τις επιπτώσεις, όπου ενδεχομένως θα υπήρχαν πρακτικές απολαβές, συλλαμβάνουμε το αντικείμενο της συνείδησης. Τότε, η αντίληψη για τις επιπτώσεις αποτελεί τη συνολική αντίληψη για το αντικείμενο.»

Οι κριτικοί καταδίκασαν τον πραγματισμό που πέφτει θύμα μιας απλής πλάνης: αυτό επειδή κάτι αληθινό αποδεικνύεται χρήσιμο, και η χρησιμότητα αποτελεί την κατάλληλη βάση για την ειλικρίνεια. Στους στοχαστές του πραγματισμού περιλαμβάνονται ο Τζον Ντιούι, ο Τζορτζ Σανταγιάνα και ο Κλάρενς Έρβινγκ Λιούις.

Ο πραγματισμός αργότερα δουλεύτηκε από τους νεοπραγματιστές Ρίτσαρντ Ρόρτι (που ήταν ο πρώτος που ανέπτυξε τη νεοπραγματιστική φιλοσοφία στο έργο του Φιλοσοφία και ο Καθρέφτης τη Φύσης (Philosophy and the Mirror of Nature) (1979)),[31] Χίλαρι Πάτναμ, Ο.Β.Ο. Κουίν, και Ντόναλντ Ντάβιντσον. Ο νεοπραγματισμός έχει περιγραφεί ως γεφύρωση της αναλυτικής με την Ηπειρωτική φιλοσοφία.[32]

Διαδικασιακή φιλοσοφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η διαδικασιακή φιλοσοφία είναι μία παράδοση που αρχίζει με τον Άλφρεντ Νορθ Γουάιτχεντ, που άρχισε να διδάσκει και να γράφει για τη διαδικασία και τη μεταφυσική όταν μπήκε στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ το 1924.[33] Αυτή η παράδοση αναγνωρίζει την μετααφυσική πραγματικότητα από την αλλαγή.

Η διαδικασιακή φιλοσοφία βρίσκεται πιο κοντά στην Ηπειρωτική φιλοσοφία από ότι στην αναλυτική, και ως εκ τούτου διδάσκεται στις Ηπειρωτικές σχολές.[34] Ωστόσο, προτάθηκε να μετατοπιστεί προς το μέσο μεταξύ των πόλων των αναλυτικών και ηπειρωτικών μεθόδων της σύγχρονης φιλοσοφίας.[35][36]

Θωμισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ελίζαμπεθ Ανσκόμπε

Ο Θωμισμός είναι φιλοσοφική παράδοση που βασίζεται στα συγγράμματα του Θωμά Ακινάτη, και θεωρείται αρκετά Αριστοτέλεια. Το έργο του κοινοποιήθηκε, μελετήθηκε και συζητήθηκε από τον 13ο αιώνα, ιδιαίτερα από τους Ρωμαιοκαθολικούς. Το ενδιαφέρον για τον Ακινάτη αναζωπυρώθηκε στη σύγχρονη φιλοσοφία εξίσου από αθεϊστές (Φιλίπα Φουτ) και πιστούς (Ελίζαμπεθ Ανσκόμπε).[37] Οι θωμικοί φιλόσοφοι είναι ρασιοναλιστές στην επιστημολογία, όπως και μεταφυσικοί ρεαλιστές και ηθικοί δεοντολόγοι. Διατείνονται ότι οι άνθρωποι είναι ορθολογικά ζώα των οποίων το καλό αναγνωρίζεται από λόγο που επιτυγχάνεται με θέληση. Υποστηρίζουν ότι η ψυχή είναι πραγματική και άυλη αλλά αδιαχώριστη από την ύλη στους οργανισμούς. Η ψυχή είναι η μορφή του σώματος. Αποδέχονται τα αίτια του Αριστοτέλη ως φυσικά, με συμπεριλαμβανόμενα τα τελεολογικά ή τα τελικά αίτια. Συνεπώς, αν και για τον Ακινάτη οτιδήποτε βρίσκεται στη διανόηση αρχίζει από τις αισθήσεις, η φυσική τελεολογία μπορεί να διακρίνεται με τις αισθήσεις και να αφαιρείται από τη φύση με επαγωγή.[38]

Ο σύγχρονος Θωμισμός περιλαμβάνει αρκετές παραλλαγές, από το νεοσχολαστικισμό έως τον υπαρξιακό Θωμισμό.[39]

Οι επονομαζόμενοι νέοι φυσικοί δικηγόροι όπως ο Τζερμαίν Γκρίσεζ και ο Ρόμπερτ Τζόρτζ εφάρμοσαν θωμίστικες αρχές δικαίου σε σύγχρονα ηθικά ντιμπέιτ, ενώ ο Φρήμαν πρότεινε ότι η γνωστική λειτουργία του Θωμισμού είναι πιο συμβατή με νευροδυναμική. Ο Αναλυτικός Θωμισμός (Τζον Χαλνταν) ενθαρρύνει το διάλογο μεταξύ της αναλυτικής φιλοσοφίας και της ευρείας Αριστοτέλειας φιλοσοφίας του νου, της ψυχολογίας και της υλομορφικής μεταφυσικής.[40] Άλλοι σύγχρονοι Θωμιστές είναι οι Ελεονόρα Σταμπ, Αλασντάιρ Μασιντιρ και Τζον Φίννις.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Kenny, Anthony, A New History of Western Philosophy, chapter 1.
  2. Gottlieb, Anthony, The Dream of Reason: A History of Western Philosophy from the Greeks to the Renaissance, 1st Edition, chapters 1 and 2
  3. Haskins, Charles H. (1898). «The Life of Medieval Students as Illustrated by their Letters». The American Historical Review 3 (2): 203–229. doi:10.2307/1832500. 
  4. Frederick Copleston, A History of Philosophy, Volume III: From Ockham to Suarez (The Newman Press, 1953), p. 18: "When one looks at Renaissance philosophy … one is faced at first sight with a rather bewildering assortment of philosophies."
  5. Brian Copenhaver and Charles Schmitt, Renaissance Philosophy (Oxford University Press, 1992), p. 4: "one may identify the hallmark of Renaissance philosophy as an accelerated and enlarged interest, stimulated by newly available texts, in primary sources of Greek and Roman thought that were previously unknown or partially known or little read."
  6. Frederick Copleston, A History of Philosophy, Volume III: From Ockham to Suarez (The Newman Press, 1953), p. 29: "The bulk of Renaissance thinkers, scholars and scientists were, of course, Christians … but none the less the classical revival … helped to bring to the fore a conception of autonomous man or an idea of the development of the human personality, which, though generally Christian, was more 'naturalistic' and less ascetic than the mediaeval conception."
  7. James Daniel Collins, Interpreting Modern Philosophy, Princeton University Press, 2015, p. 85.
  8. Brian Leiter (ed.), The Future for Philosophy, Oxford University Press, 2006, p. 44 n. 2.
  9. Diane Collinson (1987). Fifty Major Philosophers, A Reference Guide. σελ. 125. 
  10. Steven Nadler, A Companion to Early Modern Philosophy, 2008, pp. 1–2: "By the seventeenth century […] it had become more common to find original philosophical minds working outside the strictures of the university—i.e., ecclesiastic—framework. […] by the end of the eighteenth century, [philosophy] was a secular enterprise."
  11. Anthony Kenny, A New History of Western Philosophy, vol. 3 (Oxford University Press, 2006), p. xii: "To someone approaching the early modern period of philosophy from an ancient and medieval background the most striking feature of the age is the absence of Aristotle from the philosophic scene."
  12. Donald Rutherford, The Cambridge Companion to Early Modern Philosophy (Cambridge University Press, 2006), p. 1: "epistemology assumes a new significance in the early modern period as philosophers strive to define the conditions and limits of human knowledge."
  13. Kenny, A New History of Western Philosophy, vol. 3, p. 211: "The period between Descartes and Hegel was the great age of metaphysical system-building."
  14. Kenny, A New History of Western Philosophy, vol. 3, pp. 179–180: "the seventeenth century saw the gradual separation of the old discipline of natural philosophy into the science of physics […] [b]y the nineteenth century physics was a fully mature empirical science, operating independently of philosophy."
  15. Jeffrey Tlumak, Classical Modern Philosophy: A Contemporary Introduction, Routledge, 2006, p. xi: "[Classical Modern Philosophy] is a guide through the systems of the seven brilliant seventeenth- and eighteenth-century European philosophers most regularly taught in college Modern Philosophy courses".
  16. 16,0 16,1 Richard Schacht, Classical Modern Philosophers: Descartes to Kant, Routledge, 2013, p. 1: "Seven men have come to stand out from all of their counterparts in what has come to be known as the 'modern' period in the history of philosophy (i.e., the seventeenth and eighteenth centuries): Descartes, Spinoza, Leibniz, Locke, Berkeley, Hume and Kant".
  17. Kenny, A New History of Western Philosophy, vol. 3, pp. 212–331.
  18. Nadler, A Companion to Early Modern Philosophy, pp. 2–3: "Why should the early modern period in philosophy begin with Descartes and Bacon, for example, rather than with Erasmus and Montaigne? […] Suffice it to say that at the beginning of the seventeenth century, and especially with Bacon and Descartes, certain questions and concerns come to the fore—a variety of issues that motivated the inquiries and debates that would characterize much philosophical thinking for the next two centuries."
  19. Rutherford, The Cambridge Companion to Early Modern Philosophy, p. 1: "Most often this [period] has been associated with the achievements of a handful of great thinkers: the so-called 'rationalists' (Descartes, Spinoza, Leibniz) and 'empiricists' (Locke, Berkeley, Hume), whose inquiries culminate in Kant's 'Critical philosophy.' These canonical figures have been celebrated for the depth and rigor of their treatments of perennial philosophical questions..."
  20. Nadler, A Companion to Early Modern Philosophy, p. 2: "The study of early modern philosophy demands that we pay attention to a wide variety of questions and an expansive pantheon of thinkers: the traditional canonical figures (Descartes, Spinoza, Leibniz, Locke, Berkeley, and Hume), to be sure, but also a large 'supporting cast'..."
  21. Kenny, A New History of Western Philosophy, vol. 3, p. xiii.
  22. Nadler, A Companion to Early Modern Philosophy, p. 3.
  23. Karl Ameriks, Kant's Elliptical Path, Oxford University Presss, 2012, p. 307: "The phenomenon of late modern philosophy can be said to have begun right around the pivotal year of 1781, when Kant's Critique of Pure Reason appeared. It was around this time that German thought started to understand itself as existing in a period when philosophy's main traditional options appeared to have been played out, and it no longer seemed appropriate to define oneself as simply modern or enlightened."
  24. Frederick C. Beiser, German Idealism: The Struggle Against Subjectivism, 1781-1801, Harvard University Press, 2002, p. viii: "the young romantics—Hölderlin, Schlegel, Novalis—[were] crucial figures in the development of German idealism."
  25. Nicholas Joll, "Contemporary Metaphilosophy"
  26. Spindel Conference 2002 – 100 Years of Metaethics. The Legacy of G. E. Moore, University of Memphis, 2003, p. 165.
  27. M. E. Waithe (ed.), A History of Women Philosophers: Volume IV: Contemporary Women Philosophers, 1900-Today, Springer, 1995.
  28. Oxford Companion to Philosophy, ed. Ted Honderich, New York (1995), page 259.
  29. Pragmatism (Stanford Encyclopedia of Philosophy). 13 Σεπτεμβρίου 2013. Ανακτήθηκε στις 13 Σεπτεμβρίου 2013. 
  30. Peirce, C. S. (1878), "How to Make Our Ideas Clear", Popular Science Monthly, v. 12, 286–302. Reprinted often, including Collected Papers v. 5, paragraphs 388–410 and Essential Peirce v. 1, 124–41. See end of §II for the pragmatic maxim. See third and fourth paragraphs in §IV for the discoverability of truth and the real by sufficient investigation. Also see quotes from Peirce from across the years in the entries for "Truth" and "Pragmatism, Maxim of..." in the Commens Dictionary of Peirce's Terms, Mats Bergman and Sami Paavola, editors, University of Helsinki.
  31. Pragmatism – Internet Encyclopedia of Philosophy
  32. William Egginton/Mike Sandbothe (eds.). The Pragmatic Turn in Philosophy. Contemporary Engagement between Analytic and Continental Thought. SUNY Press. 2004. Back cover.
  33. «Alfred North Whitehead (Internet Encyclopedia of Philosophy)». 
  34. William Blattner, "Some Thoughts About "Continental" and "Analytic" Philosophy"
  35. Πρότυπο:Cite SEP
  36. Nicholas Gaskill, A. J. Nocek, The Lure of Whitehead, University of Minnesota Press, 2014, p. 4: "it is no wonder that Whitehead fell by the wayside. He was too scientific for the "continentals," not scientific enough for the "analytics," and too metaphysical—which is to say uncritical—for them both" and p. 231: "the analytics and Continentals are both inclined toward Kantian presuppositions in a manner that Latour and Whitehead brazenly renounce."
  37. Kerr, Fergu (15 Απριλίου 2008). After Aquinas: Versions of Thomism. John Wiley & Sons. ISBN 978-1-4051-3714-0. 
  38. Aquinas, "De veritate, Q.2, art.3, answer 19".
  39. Feser, Edward (1 Σεπτεμβρίου 2009). Aquinas: A Beginner's Guide. Oneworld Publications. σελ. 216. ISBN 978-1-85168-690-2. 
  40. Paterson, Craig; Pugh, Matthew S. (2006). Analytical Thomism: Traditions in Dialogue. Ashgate. ISBN 978-0-7546-3438-6.