Δυναστεία των Φατιμιδών
| Δυναστεία των Φατιμιδών | |
|---|---|
| Πληροφορίες ασχολίας | |

Η δυναστεία των Φατιμιδών (αραβ.: ) ήταν μία αραβική δυναστεία, που κυβέρνησε το χαλιφάτο των Φατιμιδών, μεταξύ 909 και 1171 μ.Χ. Κατάγονταν από τη Φατιμά και τον Αλί, και ασπάζονταν τον Ισμαηλικό Σιιτισμό. Κατείχαν το Ισμαηλικό ιμαμάτο, και θεωρούνταν οι νόμιμοι ηγέτες τής μουσουλμανικής κοινότητας. Η γραμμή των Νιζαρί Ισμαηλικών ιμάμηδων, που εκπροσωπείται σήμερα από τούς Αγά Χαν, ισχυρίζεται ότι κατάγεται από έναν κλάδο των Φατιμιδών. Οι Αλαβί Μποχράς, με έδρα κυρίως τη Βαντοντάρα, ισχυρίζονται επίσης ότι κατάγονται από τους Φατιμίδες.
Η δυναστεία των Φατιμιδών αναδύθηκε ως ηγεσία τού παράνομου πρώιμου Ισμαηλικού ιεραποστολικού κινήματος (da'wa) τον 9ο αι. μ.Χ., φαινομενικά ενεργώντας εκ μέρους ενός κρυφού ιμάμη, που εκείνη την εποχή υπονοούνταν ότι ήταν ο Μουχαμάντ ιμπν Ισμαήλ. Η Ισμαηλική da'wa εξαπλώθηκε ευρέως σε όλο τον ισλαμικό κόσμο, που τότε κυβερνιόταν από το Χαλιφάτο των Αββασιδών. Το 899 ο μελλοντικός πρώτος Φατιμίδης χαλίφης, Αμπντ Αλάχ, αυτοανακηρύχθηκε ο αναμενόμενος ιμάμης, προκαλώντας ρήγμα στην Ισμαηλική da'wa, καθώς οι Καρματιανοί, οι οποίοι δεν αναγνώριζαν το ιμαμάτο του, αποσχίστηκαν. Εν τω μεταξύ, πράκτορες των Ισμαηλών είχαν καταφέρει να κατακτήσουν μεγάλα τμήματα τής Υεμένης και τής Ιφρικίγια, καθώς και να ξεκινήσουν εξεγέρσεις στη Συρία και το Ιράκ. Διαφεύγοντας από τον διωγμό των Αββασιδών στην Ιφρικίγια, ο Αμπντ Αλάχ αυτοανακηρύχθηκε ανοιχτά, και ίδρυσε το χαλιφάτο των Φατιμιδών το 909. Από εκεί, οι Φατιμίδες ιμάμηδες-χαλίφες επέκτειναν την κυριαρχία τους στο μεγαλύτερο μέρος τού Μαγκρέμπ, καθώς και στη Σικελία, πριν κατακτήσουν την Αίγυπτο το 969. Ιδρύοντας το Κάιρο ως τη νέα τους πρωτεύουσά, για τους επόμενους δύο αιώνες, οι Φατιμίδες θα είχαν την έδρα τους στην Αίγυπτο, και θα ταυτίζονταν με τη χώρα. Στο απόγειό τους, οι Φατιμίδες διεκδίκησαν τον έλεγχο ή την επικυριαρχία σε μεγάλο μέρος τής Βόρειας Αφρικής, τής Σικελίας, τής Αιγύπτου, τού Λεβάντε, τής Χετζάζης, τής Υεμένης και τού Μουλτάν.
Η ισχυριζόμενη από τούς Φατιμίδες καταγωγή από τη Φατιμά και τον Αλί ήταν κεντρικής σημασίας, για τη νομιμότητά τους ως νόμιμοι ιμάμηδες σε μία αδιάσπαστη, θεϊκά καθορισμένη γραμμή από τον Αλί και μετά. Η αρχική τους αφάνεια και η δημοσίευση αντικρουόμενων και λανθασμένων γενεαλογιών από τον πρώτο Φατιμίδη χαλίφη, τον Αμπνταλά αλ-Μαχντί Μπιλάχ (γνωστό με το υποκοριστικό Ουμπαΐντ Αλάχ από τους επικριτές του), έθεσαν υπό αμφισβήτηση την ακρίβεια αυτών των ισχυρισμών, οι οποίοι συνήθως απορρίπτονταν από τούς σύγχρονους Σουνίτες και τούς Δωδεκαδικούς Σιίτες, οι οποίοι τούς θεωρούσαν απατεώνες και σφετεριστές. Ως αποτέλεσμα, πολλές πηγές μέχρι τον 20ό αι. αναφέρονταν στους Φατιμίδες με το υποτιμητικό όνομα Ουμπαϊδίδες.
Η επέκταση των Φατιμιδών στο Λεβάντε και η ιδεολογική πρόκληση, που αντιπροσώπευε η άνοδος των σιιτικών καθεστώτων, είχαν ως αποτέλεσμα οι Σουνίτες να συσπειρωθούν γύρω από το χαλιφάτο των Αββασιδών ως απάντηση, πυροδοτώντας την αναβίωση των Σουνιτών τον 11ο αι. Αντιμέτωποι με εσωτερικές αναταραχές, την άφιξη των Σελτζούκων Τούρκων, και στη συνέχεια τις Σταυροφορίες, η δύναμη των Φατιμιδών άρχισε να παρακμάζει στα τέλη τού 11ου αι. Η δυναστεία σώθηκε με τη μεταβίβαση τής εξουσίας σε ισχυρούς στρατιωτικούς βεζίρηδες, αλλά αυτό σήμαινε επίσης ότι οι ιμάμηδες-χαλίφες ήταν συχνά απλοί ηγεμόνες-μαριονέτες. Ο αρχικός δυναμισμός τής da'wa μειώθηκε από πικρές διαμάχες διαδοχής, οι οποίες οδήγησαν σε μεγάλα τμήματα τής κοινότητας των Ισμαηλιτών, όπως οι Δρούζοι, οι Νιζαρίτες και οι Ταϊμπί, να αποσχιστούν από την υποταγή στους Φατιμίδες, και να αμαυρώσουν το κύρος και την εξουσία τής δυναστείας. Οι τελευταίοι από τούς Φατιμίδες ιμάμηδες-χαλίφες ήταν ανίσχυροι ανήλικοι ηγεμόνες, που ήταν πιόνια στα χέρια των βεζίρηδών τους. Ο τελευταίος από αυτούς τούς βεζίρηδες, ο Σαλαντίν, εκθρόνισε τη δυναστεία το 1171, μετά το τέλος τού χαλίφη αλ-Αντίντ. Τα υπόλοιπα μέλη τής δυναστείας και οι απόγονοί τους τέθηκαν σε κατ' οίκον περιορισμό στο Κάιρο, μέχρι τον θάνατό τους. Τα τελευταία μέλη τής δυναστείας πέθαναν στα μέσα του 13ου αι.
Προέλευση
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ιστορικό: πρώιμος σιιτισμός
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Από το τέλος τού χαλίφη Αλί (βασ. 656–661) το 661, το οποίο οδήγησε στην ίδρυση τού χαλιφάτου των Ομεϋαδών, ένα μέρος τής μουσουλμανικής κοινότητας απέρριψε τους Ομεϋάδες ως σφετεριστές, και ζήτησε την εγκαθίδρυση ενός καθεστώτος με επικεφαλής ένα μέλος τής ahl al-bayt, τής οικογένειας τού Μωάμεθ. Οι Αββασίδες, οι οποίοι ισχυρίζονταν ότι κατάγονταν από τον θείο τού Μωάμεθ, Αμπάς ιμπν Αμπντ αλ-Μουταλίμπ, και έτσι ισχυρίζονταν ότι ήταν μέλη τής ευρύτερης οικογένειας, επωφελήθηκαν από αυτό κατά την άνοδό τους στην εξουσία εναντίον των Ομεϋαδών, αλλά ο ισχυρισμός τους απορρίφθηκε από τούς Σιίτες, οι οποίοι επέμειναν στο αποκλειστικό δικαίωμα των απογόνων τού Χασάν (απεβ. 670 ) και Χουσεΐν (απεβ. 680 ), γιών τού Αλή από την κόρη τού Μωάμεθ, Φατιμά. [1] Μία σειρά ιμάμηδων προέκυψε από τούς απογόνους τού Χουσεΐν, οι οποίοι δεν διεκδίκησαν ανοιχτά το χαλιφάτο, αλλά θεωρούνταν από τούς οπαδούς τους ως οι αληθινοί εκπρόσωποι τού Θεού στη γη. [1] Αυτό το δόγμα βασίστηκε στον ορισμό (nass) τού Αλή από τον Μωάμεθ στο Γκαντίρ Χουμ, και αργότερα φιλο-Φατιμίδες μελετητές υποστήριξαν ότι μία αδιάσπαστη αλυσίδα διορισμένων ιμάμηδων θα ακολουθούσε μέχρι το τέλος τού κόσμου. Μάλιστα, αυτοί οι μελετητές υποστήριξαν, ότι η ύπαρξη των ιμάμηδων ήταν μία αναπόφευκτη αναγκαιότητα. [2]
Ο 6ος από αυτούς τούς ιμάμηδες, ο Τζαφάρ αλ-Σαντίκ, διόρισε (nass) τον γιο του Ισμαήλ αλ-Μουμπαράκ ως διάδοχό του, αλλά ο Ισμαήλ απεβίωσε πριν από τον πατέρα του, και όταν ο ίδιος ο αλ-Σαντίκ απεβίωσε το 765, η διαδοχή έμεινε ανοιχτή. Μία φατρία των οπαδών τού αλ-Σαντίκ υποστήριζε, ότι είχε ορίσει έναν άλλο γιο, τον Μουσά αλ-Καζίμ, ως κληρονόμο του. Άλλοι ακολούθησαν άλλους γιους, τον Μουχαμάντ αλ-Ντιμπάτζ και τον Αμπντ Αλάχ αλ-Αφτά —καθώς ο τελευταίος απεβίωσε λίγο αργότερα, οι οπαδοί του προσχώρησαν στο στρατόπεδο τού Μουσά— ή ακόμη και αρνήθηκαν να πιστέψουν, ότι ο αλ-Σαντίκ είχε αποβιώσει και περίμεναν την επιστροφή του ως μεσσία. [3] Οι οπαδοί τού Μουσά, οι οποίοι αποτελούσαν την πλειοψηφία των οπαδών τού αλ-Σαντίκ, ακολούθησαν τη γραμμή του μέχρι έναν 12ο ιμάμη, που υποτίθεται ότι εξαφανίστηκε το 874. Οι οπαδοί αυτής τής γραμμής είναι γνωστοί ως οι Δωδεκαδιστές. [1] [4] Ένα άλλο παρακλάδι πίστευε ότι τον Τζαφάρ αλ-Σαντίκ ακολουθούσε ένας 7ος ιμάμης, ο οποίος επίσης είχε κρυφτεί. Ως εκ τούτου, αυτή η ομάδα είναι γνωστή ως οι Επταδιστές. Η ακριβής ταυτότητα αυτού τού 7ου ιμάμη αμφισβητήθηκε, αλλά μέχρι τα τέλη τού 9ου αι. είχε συνήθως ταυτιστεί με τον Μουχαμάντ, γιο τού Ισμαήλ και εγγονό τού αλ-Σαντίκ. Από τον πατέρα τού Μουχαμάντ, Ισμαήλ, η αίρεση έλαβρ το όνομά της «Ισμαηλίτες». [1] [5] [3] Ούτε οι βίοι τού Ισμαήλ, ούτε τού Μουχαμάντ είναι γνωστοί, και μετά τον αναφερόμενο τέλος τού Μουχαμάντ κατά τη διάρκεια τής βασιλείας τού Χαρούν αλ-Ρασίντ (βασ. 786–809), η ιστορία τού πρώιμου κινήματος των Ισμαηλιτών γίνεται ασαφής. [3]
Γενεαλογίες και διαμάχες των Φατιμίδων
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Το επίσημο δόγμα των Φατιμίδων ισχυριζόταν μία αδιάλειπτη γραμμή διαδοχής μεταξύ τού πρώτου Φατιμίδη χαλίφη, Αμπντ Αλάχ αλ-Μαχντί Μπιλάχ (βασ. 909–934 ), και τού Αλί και τής Φατιμά, μέσω τού Μουχαμάντ ιμπν Ισμαήλ. [6] Αυτή η καταγωγή είχε γίνει αποδεκτή, και αμφισβητήθηκε ήδη από τον Μεσαίωνα, και παραμένει θέμα συζήτησης μεταξύ των μελετητών σήμερα. [7] Όπως σχολιάζει ο ιστορικός τού Σιιτισμού Ισλάμ Χάιντς Χαλμ, «η υποτιθέμενη καταγωγή τής δυναστείας από τον Αλί ιμπν Αμπί Ταλίμπ και την κόρη τού Μωάμεθ, Φατιμά, έχει αμφισβητηθεί από τούς συγχρόνους του από την αρχή, και δεν μπορεί να αποδειχθεί», [8] ενώ ο Μάικλ Μπρετ, ειδικός στους Φατιμίδες, υποστηρίζει ότι «μία πραγματική απάντηση στο ερώτημα τής ταυτότητάς τους είναι αδύνατη». [9]
Το κύριο πρόβλημα προκύπτει με τη διαδοχή που συνδέει τον αλ-Μαχντί με τον Τζαφάρ αλ-Σαντίκ. Σύμφωνα με το δόγμα των Ισμαηλιτών, οι ιμάμηδες που ακολούθησαν τον Μουχαμάντ ιμπν Ισμαήλ, ήταν κρυμμένοι (satr), αλλά οι πρώιμες ισμαηλιτικές πηγές δεν τούς αναφέρουν, και ακόμη αργότερα, οι επίσημες ισμαηλιτικές γενεαλογίες αποκλίνουν ως προς τον αριθμό, τα ονόματα και τις ταυτότητες αυτών των «κρυφών ιμάμηδων» (al-a'imma al-masturin), ένα πρόβλημα που περιπλέκεται από τούς ισχυρισμούς των Ισμαηλιτών, ότι οι κρυφοί ιμάμηδες υιοθέτησαν διάφορα ψευδώνυμα για ασφάλεια. [10] [3] Έτσι, ο φιλο-ϊσμαηλικός πρίγκιπας Πίτερ Χαγκόπ Μαμούρ, στο απολογητικό του έργο τού 1934 «Πολεμική για την καταγωγή των Φατιμιδών Χαλιφών», απαριθμεί όχι λιγότερες από 50 παραλλαγές τής γραμμής των τεσσάρων κρυφών ιμάμηδων μεταξύ τού Ισμαήλ ιμπν Τζαφάρ και τού αλ-Μαχντί, ισχυριζόμενος ότι τα διάφορα ονόματα αντιπροσωπεύουν ψευδώνυμα. [11] Οι πρώιμες Ισμαηλικές πηγές τείνουν να σιωπούν επί τού θέματος, λόγω ενός μείγματος τόσο θρησκευτικής επιταγής —εφόσον ο Θεός έχει διατάξει τούς ιμάμηδες του να είναι κρυμμένοι, θα πρέπει να παραμείνουν έτσι— όσο και φαινομενικής άγνοιας. [12] Ο ίδιος ο αλ-Μαχντί, σε μία επιστολή που έστειλε στην Ισμαηλιτική κοινότητα στην Υεμένη, ισχυρίστηκε μάλιστα ότι δεν κατάγεται από τον Ισμαήλ ιμπν Τζαφάρ, αλλά από τον μεγαλύτερο αδελφό του Αμπντάλα αλ-Αφτά, ο οποίος γενικά θεωρείται ότι δεν είχε καθόλου απογόνους. Αξίζει να σημειωθεί, ότι οι μεταγενέστερες επίσημες γενεαλογίες των Φατιμίδων απέρριψαν αυτή την εκδοχή. [13] [14] [5] Επιπλέον, φαίνεται ότι ο πρώτος γνωστός πρόγονος τής γραμμής των Φατιμιδών, ο Αμπνταλά αλ-Ακμπάρ, ο προπάππος τού πρώτου Φατιμίδη χαλίφη, αρχικά ισχυρίστηκε ότι δεν κατάγεται καθόλου από τον Αλί, αλλά από τον αδελφό του Ακίλ ιμπν Αμπί Ταλίμπ, και έγινε δεκτός ως τέτοιος από τους Ακιλίδες τής Βασόρας. [5] Σύμφωνα με τον Μπρετ, η γραμμή καταγωγής που ισχυρίζονται οι Φατιμίδες μεταξύ τού Τζαφάρ αλ-Σαντίκ και τού αλ-Μαχντί, αντανακλά «ιστορικές πεποιθήσεις και όχι ιστορικά πρόσωπα, για τα οποία υπάρχει ελάχιστη ή καθόλου ανεξάρτητη επιβεβαίωση», [9] καθώς ακόμη και ο Ισμαήλ ιμπν Τζαφάρ είναι μία σκοτεινή προσωπικότητα, πόσο μάλλον οι υποτιθέμενοι κρυφοί διάδοχοί του. [15]
Ενώ οι φιλο-Φατιμιδικές πηγές τονίζουν την Αλιδική τους καταγωγή —η δυναστεία αυτοαποκαλούνταν απλώς «δυναστεία των Αλιδών» (al-dawla al-alawiyya)— πολλές σουνιτικές πηγές τούς αναφέρουν ως «Ουμπαϊδίδες» (Banu Ubayd), από την υποκοριστική μορφή Ubayd Allah για το όνομα τού al-Mahdi, που χρησιμοποιείται συνήθως σε σουνιτικές πηγές, με προφανώς υποτιμητική πρόθεση. [16] [8] Οι μεσαιωνικοί αντι-Φατιμίδες πολεμιστές, ξεκινώντας από τον Iμπν Ριζάμ και τον Aκού Mουσίν, ήταν πρόθυμοι να δυσφημίσουν τον Ισμαηλισμό ως αντινομική αίρεση, και γενικά θεωρούσαν τούς ισχυρισμούς των Φατιμιδών περί καταγωγής τους από τον Αλί απατηλούς. Αντ' αυτού, προέβαλαν έναν αντεπιχείρημα, ότι ο αλ-Μαχντί καταγόταν από τον Aμπνταλάχ, τον γιο κάποιου Mαϊμούν αλ-Καντάχh από το Χουζιστάν, [3] ότι το πραγματικό όνομα τού αλ-Μαχντί ήταν Σαΐντ, ή ότι ο πατέρας τού Αλ-Μαχντί ήταν στην πραγματικότητα Εβραίος (ένα κοινό αντισημιτικό τροπάριο μεταξύ των μεσαιωνικών Αράβων συγγραφέων). [6] Ενώ αρκετοί μεσαιωνικοί Σουνίτες συγγραφείς και σύγχρονοι ισχυροί —συμπεριλαμβανομένων των άψογα Αλιδών Σαριφηδών τής Μέκκας και τής Μεδίνας— αποδέχτηκαν ή φάνηκαν να αποδέχονται τούς ισχυρισμούς των Φατιμιδών στην ονομαστική τους αξία, [17] αυτός ο αντι-ισμαηλικός «μαύρος θρύλος», όπως τον αποκαλεί ο σύγχρονος μελετητής Φαρχάντ Νταφταρί, επηρέασε τούς Σουνίτες ιστοριογράφους κατά τούς επόμενους αιώνες, και έγινε επίσημο δόγμα με το Μανιφέστο τής Βαγδάτης τού 1011. [3] Λόγω τής σπανιότητας τού πραγματικού ισμαηλικού υλικού, μέχρι να αρχίσουν να διατίθενται οι ισμαηλικές πηγές και να υποβάλλονται σε επιστημονική εξέταση κατά τον 20ό αι., η σουνιτική εκδοχή υιοθετήθηκε ακόμη και από ορισμένους πρώιμους σύγχρονους Ανατολιστές. [3]
Οι πρώιμες Ισμαηλικές πηγές αγνοούν την ύπαρξη τού Μαϊμούν αλ-Καντά, αλλά αργότερα, οι πηγές τής εποχής των Φατιμιδών αναγκάστηκαν να αντιμετωπίσουν τούς ισχυρισμούς των αντιπάλων τους σχετικά με το πρόσωπό του, και προσπάθησαν να συμβιβάσουν τις αντικρουόμενες γενεαλογίες ανάλογα. [13] [18] Ορισμένες σεκταριστικές Ισμαηλικές -ειδικά Δρούζων- πηγές ισχυρίστηκαν ακόμη και ότι κατά την περίοδο απόκρυψης των Ισμαηλικών ιμάμηδων, το Ισμαηλικό κίνημα στην πραγματικότητα καθοδηγούνταν από τούς απογόνους τού Μαϊμούν αλ-Καντά, μέχρι την αποκατάσταση τής πραγματικής γραμμής με τούς Φατιμίδες χαλίφες. [18] Μεταγενέστεροι συγγραφείς Ταγιιμί Ισμαηλίτες χρησιμοποίησαν επίσης τα στοιχεία τού Μαϊμούν αλ-Καντά και τού γιου του Αμπνταλά, για να υποστηρίξουν τη νομιμότητα τής ύπαρξης ενός αναπληρωτή ή εκπροσώπου τού ιμάμη, όποτε ο τελευταίος ήταν ανήλικος. [3] Μία περαιτέρω διαμάχη που προέκυψε ήδη από τον Μεσαίωνα είναι το κατά πόσον ο δεύτερος Φατιμίδης χαλίφης, ο Μουχαμάντ αλ-Καΐμ μπι-Αμρ Αλάχ, ήταν γιος τού αλ-Μαχντί, ή αν ο τελευταίος απλώς σφετεριζόταν τη θέση ενός ακόμη κρυφού ιμάμη. Αυτό θα σήμαινε ότι ο αλ-Καΐμ ήταν ο πρώτος αληθινός Φατιμίδης ιμάμης-χαλίφης. [13] [18]
Οι σύγχρονοι συγγραφείς έχουν προσπαθήσει να συμβιβάσουν τις γενεαλογίες. Στο βιβλίο του «Οι απαρχές τού Ισμαηλιτισμού», ο αραβολόγος Μπέρναρντ Λιούις πρότεινε την ύπαρξη δύο παράλληλων σειρών ιμάμηδων: ιμάμηδες-επιτρόπους (mustawda'), που κατάγονταν από τον Μαϊμούν αλ-Καντά, των οποίων το καθήκον ήταν να κρύβουν και να προστατεύουν την ύπαρξη τού πραγματικού (mustakarr, κυριολεκτικά. μόνιμους) ιμάμηδες. Ο Λιούις υποστήριξε ότι ο αλ-Μαχντί ήταν ο τελευταίος αυτής τής γενιάς, και ότι ο αλ-Καΐμ ήταν ο πρώτος από τούς mustakarr ιμάμηδες, που κάθισε στον θρόνο. [13] [19] Από την άλλη πλευρά, η έρευνα του Βλαντιμίρ Ιβάνοφ έχει δείξει οριστικά, ότι η υποτιθέμενη Κανταχική καταγωγή των Φατιμίδων είναι ένας θρύλος, πιθανώς επινοημένος από τον ίδιο τον Ιμπν Ριζάμ: ο ιστορικός Μαϊμούν αλ-Καντά είναι πλέον γνωστό, ότι ήταν μαθητής τού Μουχαμάντ αλ-Μπακίρ (αναγνωρισμένος τόσο από τούς Ισμαηλίτες, όσο και από τους Δωδεκαδιστές ως ιμάμη), και τόσο αυτός, όσο και ο γιος του Αμπντάλα κατάγονταν από τη Χετζάζ. Μόνο για χρονολογικούς λόγους, η εκδοχή τού Ιμπν Ριζάμ αποδεικνύεται αβάσιμη. [20] Η πρόσβαση σε περισσότερες πηγές έχει οδηγήσει επιπλέον στη μερική συμφιλίωση των αντικρουόμενων αφηγήσεων, υποστηρίζοντας ότι ορισμένα από τα παραλλαγμένα ονόματα στις γενεαλογίες, ήταν πράγματι ονόματα κάλυψης για τούς Ισμαηλίτες ιμάμηδες: έτσι, ο Μαϊμούν («ο Τυχερός») προτείνεται ως το παρωνύμιο για τον Μουχαμάντ ιμπν Ισμαήλ, ειδικά επειδή μία πηγή τον συνδέει με μία αίρεση γνωστή ως Μαϊμουνίγια. Αυτή η εξήγηση υπάρχει επίσης σε μία επιστολή τού 4ου Φατιμίδη χαλίφη, αλ-Μουίζ, το 965. Αυτό θα καθιστούσε τον ισχυρισμό τής καταγωγής τού αλ-Μαχντί από έναν «Αμπνταλά ιμπν Μαϊμούν» στην πραγματικότητα σωστό, και θα οδηγούσε εχθρικές πηγές να τον συγχέουν με την προηγούμενη σιιτική προσωπικότητα. [3] Μία άλλη πρόταση, από τούς Αμπάς Χαμντανί και Φ. ντε Μπλουά, είναι, ότι οι επίσημα δημοσιευμένες γενεαλογίες αντιπροσωπεύουν έναν συμβιβασμό μεταξύ δύο διαφορετικών γραμμών καταγωγής από τον Τζαφάρ αλ-Σαντίκ, μία από τον Ισμαήλ και μία άλλη (σύμφωνα με την επιστολή τού αλ-Μαχντί προς τούς Υεμενίτες) από τον Αμπνταλά αλ-Αφτά. [21] [19] Άλλοι μελετητές, όπως ο Χαλμ, παραμένουν σκεπτικοί, ενώ ο Ομέρτ Σριέρ και ο Μάικλ Μπρετ απορρίπτουν τούς ισχυρισμούς των Φατιμιδών περί καταγωγής από τούς Αλίδες εντελώς, ως ευσεβή μυθοπλασία. [22]
Οι Φατιμίδες και η πρώιμη Ισμαηλιτική da'wa
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Τόσο οι Δωδεκαδιστές όσο και οι Επταδιστές υποστήριζαν ότι οι τελευταίοι ιμάμηδές τους δεν ήταν νεκροί, αλλά απλώς είχαν κρυφτεί, και ότι σύντομα θα επέστρεφαν ο καθένας ως μεσσίας, ο mahdi («ο Ορθώς Καθοδηγούμενος») ή wa'im («Αυτός που Αναδύεται»), για να εγκαινιάσουν τούς έσχατους καιρούς. [1] [23] Ο mahdi θα ανέτρεπε γρήγορα τούς σφετεριστές Αββασίδες, και θα κατέστρεφε την πρωτεύουσά τους, τη Βαγδάτη, θα αποκαθιστούσε την ενότητα των Μουσουλμάνων, θα κατακτούσε την Κωνσταντινούπολη, θα εξασφάλιζε τον τελικό θρίαμβο τού Ισλάμ, και θα εγκαθίδρυε μία βασιλεία ειρήνης και δικαιοσύνης. [5] Οι Ισμαηλίτες ειδικότερα πίστευαν ότι ο mahdi θα αποκάλυπτε την αληθινή, «εσωτερική» (batin) έννοια τής θρησκείας, η οποία μέχρι τότε προοριζόταν για λίγους εκλεκτούς μυημένους. Ο mahdi θα καταργούσε τις «εξωτερικές» (zahir) μορφές και τους περιορισμούς τού Ισλάμ, αφού από τότε η αληθινή θρησκεία, η θρησκεία τού Αδάμ, θα εκδηλωνόταν χωρίς την ανάγκη συμβόλων και άλλων μεσολαβητικών μέσων. [24]
Ενώ ο mahdi Μουχαμάντ ιμπν Ισμαήλ παρέμενε κρυμμένος, θα χρειαζόταν να εκπροσωπείται από πράκτορες, οι οποίοι θα συγκέντρωναν τούς πιστούς, θα διέδιδαν το μήνυμα (da'wa, «πρόσκληση, κάλεσμα») και θα προετοίμαζαν την επιστροφή του. Ο επικεφαλής αυτού τού μυστικού δικτύου ήταν η ζωντανή απόδειξη τής ύπαρξης τού ιμάμη, ο hujja (κυριολεκτικά: σφραγίδα). [5] Ο πρώτος γνωστός hujja ήταν ο Aμπνταλάχ αλ-Ακμπάρ, ένας πλούσιος έμπορος από το Aσκάρ Μουκράμ, σε αυτό που βρίσκεται τώρα στο νοτιοδυτικό Ιράν. Εκτός από απίθανες ιστορίες που κυκλοφόρησαν από μεταγενέστερους αντι-ισμαηλιτικούς πολεμιστές, η ακριβής προέλευσή του είναι άγνωστη. [5] Οι διδασκαλίες του τον οδήγησαν στο να αναγκαστεί να εγκαταλείψει την πατρίδα του, για να ξεφύγει από τις διώξεις των Αββασιδών, και να αναζητήσει καταφύγιο στη Βασόρα. Για άλλη μία φορά, οι διδασκαλίες του τράβηξαν την προσοχή των αρχών, και μετακόμισε στη μικρή πόλη Σαλαμίγια στο δυτικό άκρο τής Συριακής Ερήμου. [5] Εκεί εγκαταστάθηκε ως έμπορος από τη Βασόρα, και απέκτησε δύο γιους, τον Αχμάντ και τον Iμπραχίμ. Όταν ο Aμπνταλάχ απεβίωσε π. 827/8, ο Αχμάντ διαδέχθηκε τον πατέρα του ως επικεφαλής τού κινήματος των Ισμαηλιτών, και με τη σειρά του τον διαδέχθηκε ο νεότερος γιος του, ο Μουχαμάντ, γνωστός ως Αμπούλ-Σαλαγκλάγκ. [5] Στο μεταγενέστερο δόγμα των Φατιμιδών, ο Αμπνταλά αλ-Ακμπάρ παρουσιάστηκε ως ο μεγαλύτερος γιος τού Μουχαμάντ ιμπν Ισμαήλ, και διάδοχός του ως ιμάμης, ακολουθούμενος από τον Αχμάντ. [3] Ενώ ο Μουχαμάντ Αμπούλ-Σαλαγκλάγκ ήταν επικεφαλής τής da'wa, ωστόσο, το ιμαμάτο πέρασε σε έναν άλλο γιο, τον αλ-Χουσεΐν (απεβ. το 881/2), και από εκεί στον γιο τού αλ-Χουσεΐν, Αμπνταλά ή Σαΐντ, τον μελλοντικό χαλίφη αλ-Μαχντί, ο οποίος γεννήθηκε το 873/4. [25] Ισμαηλικά κείμενα υποδηλώνουν ότι ο Αμπνταλά-Σαλαγκλάγκ ήταν ο φύλακας και ο δάσκαλος τού αλ-Μαχντί, αλλά επίσης ότι προσπάθησε να σφετεριστεί τη διαδοχή για τούς δικούς του γιους, αλλά απέτυχε, καθώς οι τελευταίοι απεβίωσαν πρόωρα. [25]
Κατά τα τέλη τού 9ου αιώνα, οι προσδοκίες των χιλιαστών αυξήθηκαν στον μουσουλμανικό κόσμο, συμπίπτοντας με μία βαθιά κρίση τού χαλιφάτου των Αββασιδών κατά τη διάρκεια τής δεκαετούς Αναρχίας στη Σαμάρα, την άνοδο των αποσχισθέντων και αυτόνομων καθεστώτων στις επαρχίες και την μεγάλης κλίμακας Εξέγερση των Ζαντζ, τής οποίας ο ηγέτης ισχυρίστηκε ότι καταγόταν από τούς Αλίδες και αυτοανακηρύχθηκε mahdi. [26] Σε αυτή τη χαοτική ατμόσφαιρα, και με τους Αββασίδες να ασχολούνται με την καταστολή τής εξέγερσης των Ζαντζ, η Ισμαηλιτική da'wa εξαπλώθηκε ραγδαία, υποβοηθούμενη από τη δυσαρέσκεια των υποστηρικτών των Δωδεκαδιστών με την πολιτική ησυχία τής ηγεσίας τους και την πρόσφατη εξαφάνιση τού 12ου ιμάμη τους. [27] Ιεραπόστολοι (da'i) όπως ο Χαμντάν Καρμάτ και ο κουνιάδος του Αμπού Μουχαμάντ Αμπντάν διέδωσαν το δίκτυο των πρακτόρων τους στην περιοχή γύρω από την Κούφα στα τέλη τής δεκαετίας τού 870, και από εκεί στην Υεμένη (Iμπν Χαβσάμπ, 882) και από εκεί στην Ινδία (884), το Μπαχρέιν (Αμπού Σαΐντ αλ-Τζαναμπί, 899), την Περσία και την Ιφρικία (Αμπού Αμπνταλάχ αλ-Σιί, 893). [28] [3] Η πραγματική ηγεσία τού κινήματος παρέμεινε κρυφή στη Σαλαμίγια, και μόνο οι επικεφαλής da'i κάθε περιοχής, όπως ο Χαμντάν Καρμάτ, τη γνώριζαν, και αλληλογραφούσαν μαζί της. [29] Ωστόσο, ο πραγματικός επικεφαλής τού κινήματος παρέμεινε κρυφός ακόμη και από τούς ανώτερους ιεραποστόλους, και ένας συγκεκριμένος Φαϋρούζ λειτουργούσε ως επικεφαλής ιεραπόστολος (da'i al-du'af) και «πύλη» (bab) προς τον κρυφό ηγέτη. [30]
Σχίσμα Καρματίας και φυγή προς το Μαγκρέμπ
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Γύρω στο 899, ο Αμπνταλάχ ιμπν αλ-Χουσεΐν ανέλαβε την ηγεσία τής da'wa. Σύντομα, άρχισε να κάνει τροποποιήσεις στο δόγμα, κάτι που ανησύχησε τον Χαμντάν Καρμάτ. Ο Αμπντάν πήγε στη Σαλαμίγια για να διερευνήσει το θέμα, και έμαθε ότι ο Αμπνταλάχ ισχυρίστηκε, ότι ο αναμενόμενος mahdi δεν ήταν ο Μουχαμάντ ιμπν Ισμαήλ, όπως συνήθως διαδίδεται, αλλά ο ίδιος ο Αμπνταλάχ, και ότι οι πρόγονοι τού Αμπνταλάχ, αντί να είναι απλώς οι hujja των ιμάμηδων, ήταν στην πραγματικότητα οι ίδιοι οι ιμάμηδες. Σε μία επιστολή προς την κοινότητα τής Υεμένης, ο Αμπνταλάχ ισχυρίστηκε ότι το «Μουχαμάντ ιμπν Ισμαήλ» ήταν στην πραγματικότητα ένα ψευδώνυμο, που υιοθετούσε κάθε εν ενεργεία ιμάμης, και αρνήθηκε οποιονδήποτε συγκεκριμένο ρόλο τού Μουχαμάντ ιμπν Ισμαήλ ως τού αναμενόμενου mahdi, που θα εγκαινίαζε τούς έσχατους καιρούς. [3] Αυτές οι δογματικές καινοτομίες προκάλεσαν μεγάλη ρήξη στο κίνημα, καθώς ο Χαμντάν κατήγγειλε την ηγεσία στη Σαλαμίγια, συγκέντρωσε τούς ιρακινούς da'i και τούς διέταξε να σταματήσουν την ιεραποστολική προσπάθεια. Λίγο αργότερα, ο Χαμντάν «εξαφανίστηκε» από το αρχηγείο του, και ο Αμπντάν δολοφονήθηκε από τον Ζακαραβαγί ιμπν Μιχραβαγί, ο οποίος είχε παραμείνει πιστός στη Σαλαμίγια. [31]
Το σχίσμα άφησε την πρώιμη Ισμαηλική da'wa διχασμένη σε δύο παρατάξεις: εκείνους που αποδέχτηκαν τούς ισχυρισμούς τού Αμπνταλάχ και συνέχισαν να τον ακολουθούν, και έγιναν οι Ισμαηλίτες, και εκείνους που τούς απέρριψαν και συνέχισαν να πιστεύουν στην επιστροφή τού Μουχαμάντ ιμπν Ισμαήλ ως mahdi, οι οποίοι έγιναν γνωστοί ως Καρματιανοί (αν και οι αντι-Φατιμιδικές πηγές χρησιμοποίησαν επίσης την ονομασία για τούς ίδιους τούς Φατιμίδες). [32] Στο Ιράκ και την Περσία, η κοινότητα χωρίστηκε μεταξύ των δύο παρατάξεων, αλλά στο Μπαχρέιν, οι τοπικοί da'i αποσχίστηκαν από τη Σαλαμίγια, και ίδρυσαν ένα ανεξάρτητο Καρματιανό κράτος, που διήρκεσε μέχρι τη δεκαετία τού 1070. [32] Από την άλλη πλευρά, ο Ζακαραβαγί και οι πιστοί του ξεκίνησαν τώρα μία σειρά από αντι-Αββασιδικές εξεγέρσεις στο Ιράκ και τη Συρία το 902-907, με την υποστήριξη των φυλών Βεδουίνων. Αυτοαποκαλούμενοι Φατιμιγιούν, οι εξεγέρσεις γνώρισαν κάποια εφήμερη επιτυχία, αλλά τελικά καταστάλθηκαν από τον ακόμα ισχυρό στρατό των Αββασιδών. Ο Ζακαραβαγί προφανώς μετακινήθηκε χωρίς την άδεια ή την προηγούμενη γνώση τού Αμπνταλάχ, και έτσι τον έθεσε σε κίνδυνο: οι αρχές των Αββασιδών ξεκίνησαν καταστολή τής da'wa, και οι γιοι τού Ζακαραβαγί αποκάλυψαν άθελά τους την τοποθεσία και την ταυτότητα τού Αμπνταλάχ στους Αββασίδες, οι οποίοι εξαπέλυσαν ανθρωποκυνηγητό εναντίον του. [3] Ήδη από το 902, ο Αμπνταλάχ με την οικογένειά του έφυγε από τη Σαλαμίγια για τη Ράμλα. Καθώς οι εξεγέρσεις που υποκίνησε ο Ζακαραβαγί καταστάλθηκαν, ο Αμπνταλάχ μετακόμισε στην Αίγυπτο των Τουλουνιδών στις αρχές τού 904. Καθώς οι Αββασίδες ανέκτησαν τον έλεγχο τής Αιγύπτου τον επόμενο χρόνο, η μικρή ομάδα τράπηκε ξανά σε φυγή. Ενώ οι σύντροφοί του ανέμεναν να κατευθυνθούν στην Υεμένη, όπου η da'wa των Ισμαηλιτών είχε γνωρίσει μεγάλη επιτυχία, ο Αμπνταλάχ στράφηκε δυτικά, και εγκαταστάθηκε στην όαση Σιτζιλμάσα, σε αυτό που βρίσκεται τώρα στο νοτιοδυτικό Μαρόκο, τον Αύγουστο του 905. [16] [3]
Κυβερνώντας μια αυτοκρατορία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ίδρυση του Χαλιφάτου των Φατιμιδών
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Εν τω μεταξύ, στην Ιφρικίγια, ο da'i Αμπού Αμπνταλάχ αλ-Σιί είχε καταφέρει να προσηλυτίσει τη βερβερική φυλή των Κουτάαμά στον Ισμαηλικό υποστηρικτή. Από το 902 και μετά, οι Κουταμά είχαν σταδιακά κατακτήσει την περιοχή από τούς Αββασίδες πελάτες τους, τούς Αγλαβίδες. Στις 25 Μαρτίου 909, ο Αμπού Αμπνταλάχ και ο Κουταμά του εισήλθαν θριαμβευτικά στην πόλη-παλάτι των Αγλαβιδών, τη Ρακάδα. [8] [3] Ο da'i κήρυξε σιιτικό καθεστώς, αλλά κράτησε μυστικό το όνομα τού κυρίου του μέχρι τότε, χρησιμοποιώντας μόνο τον τίτλο hujjat Allah, «απόδειξη τού Θεού», και σύντομα ξεκίνησε δυτικά, επικεφαλής ενός μεγάλου στρατού, για να φέρει τον ιμάμη του στην Ιφρικίγια. [8] [33] Ο στρατός των Κουταμά κατέστρεψε το εμιράτο των Χαριτζιτών Ρουσταμιδών στο δρόμο του, και έφθασε στη Σιτζιλμάσα τον Αύγουστο τού 909. Εκεί ο Αμπνταλάχ ανακηρύχθηκε χαλίφης από τα στρατεύματα. [3] Στις 4 Ιανουαρίου 910, ο Αμπντάλα εισήλθε στη Ρακάδα, όπου αυτοανακηρύχθηκε δημόσια χαλίφης με τον βασιλικό τίτλο al-imam al-mahdi bi'llah, «ο ιμάμης που καθοδηγείται σωστά από τον Θεό». [34]
Η πρώτη κρίση τού νέου καθεστώτος εκδηλώθηκε γρήγορα. Ο Αμπού Αμπνταλάχ αλ-Σιί και ο αδελφός του απαίτησαν απόδειξη, ότι ο Αμπνταλάχ ήταν ο mahdi, ή δυσανασχετούσαν με τούς περιορισμούς στην εξουσία τους, που έθεσε ο νέος ηγεμόνας. Ο αλ-Μαχντί Μπιλάχ κατάφερε να τούς εξαλείψει το 911, αλλά αυτό οδήγησε σε μία εξέγερση των Κουταμά, με επικεφαλής έναν ανήλικο mahdi ως εμβληματικό πρόσωπο. Η εξέγερση ηττήθηκε, και ο έλεγχος των Φατιμιδών επί των Κουταμά εδραιώθηκε. [16] [35] Παρ' όλα αυτά, η εξουσία των Φατιμιδών παρέμεινε εύθραυστη, καθώς βασιζόταν σχεδόν αποκλειστικά στους -συχνά σκληρούς- Κουταμά, και αργότερα και στη φυλή Σανχατζά. [8] Αντίθετα, οι εντόπιοι Άραβες τής Ιφρικίγια ήταν Μαλικί Σουνίτες, ενώ οι περισσότερες βερβερικές φυλές δυτικότερα -ιδιαίτερα η συνομοσπονδία Ζενατά- προσχώρησαν σε διάφορες μορφές Χαριτζισμού, και έτσι αντιτάχθηκαν στο ισμαηλικό καθεστώς των Φατιμιδών. [16] [3]
Αυτοκρατορική επέκταση
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Δεδομένου τού ημι-θεϊκού καθεστώτος που διεκδικούσαν ως οι νόμιμοι ιμάμηδες τού Ισλάμ, οι φιλοδοξίες των Φατιμίδων δεν περιορίζονταν στην Ιφρικίγια. Οι Φατιμίδες χαλίφες στόχευαν να ανατρέψουν όχι μόνο τούς αντίπαλους μουσουλμάνους μονάρχες -τούς Αββασίδες τής Βαγδάτης και τούς Ομεϋάδες τής Κόρδοβας- αλλά και τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, διεκδικώντας ένα θεϊκό δικαίωμα στην παγκόσμια κυριαρχία. [36]
Η δύναμη των Φατιμιδών επεκτάθηκε γρήγορα πέρα από τη θάλασσα στη Σικελία, την οποία είχαν κατακτήσει οι Αγλαβίδες από τούς Ρωμαίους, [8] αλλά η κυριαρχία των Φατιμιδών εγκαθιδρύθηκε εκεί, μόνο μετά από μία σειρά εξεγέρσεων των εντόπιων Μουσουλμάνων, οι οποίοι κατά καιρούς είχαν ταχθεί υπέρ των Αββασιδών, οι οποίες καταπνίγηκαν. [37] [3] Η Σικελία ήταν επίσης σημαντική ως πεδίο μάχης εναντίον των Ρωμαίων, κάτι που, μεταξύ άλλων, επέτρεψε στους Φατιμίδες να παρουσιαστούν ως υπερασπιστές τού Ισλάμ, εμπλεκόμενοι σε ιερό πόλεμο εναντίον των απίστων. Στην πράξη, οι σχέσεις ήταν συχνά πιο ρεαλιστικές, και ο πόλεμος εναλλάσσονταν με περιόδους εκεχειρίας. [37] [38] Από το 948 και μετά, μία σειρά κληρονομικών κυβερνητών, η δυναστεία των Καλμπιδών, κυβέρνησε τη Σικελία εκ μέρους των Φατιμιδών. [37]
Οι Φατιμίδες επεκτάθηκαν επίσης δυτικά προς την υπόλοιπη Μαγκρέμπ, όπου η Φεζ και η Σιτζιλμάσα καταλήφθηκαν το 920–921, αν και αυτές οι κατακτήσεις ήταν δύσκολο να κρατηθούν, και έφεραν τούς Φατιμίδες σε σύγκρουση με τούς Ομεϋάδες τής Κόρδοβας. [10] [39] Σε μία προσπάθεια να εκτοπίσει τούς Αββασίδες, ο γιος και κληρονόμος τού αλ-Μαχντί, αλ-Καΐμ μπι-Αμρ Αλάχ, ηγήθηκε εκστρατειών προς τα ανατολικά, για να καταλάβει την Αίγυπτο το 914 και το 919. Και οι δύο προσπάθειες απέτυχαν, αφήνοντας μόνο την Κυρηναϊκή στα χέρια των Φατιμιδών. [8] [39]
Η εξέγερση του Αμπού Γιαζίντ
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Μεταξύ 916 και 921, ο αλ-Μαχντί έκτισε μία νέα κατοικία, την οχυρωμένη πόλη-παλάτι Μαχντίγια, σε ένα βραχώδες ακρωτήριο στην ακτή Ιφρικιάν. [8] Όταν ο αλ-Μαχντί απεβίωσε το 934, τον διαδέχθηκε ο γιος του, αλ-Καΐμ (βασ. 934–946), ο οποίος συνέχισε την πολιτική τού πατέρα του. [40] Μία άλλη απόπειρα εισβολής στην Αίγυπτο το 935 ηττήθηκε από τον νέο ισχυρό ηγέτη τής χώρας, Μουχαμάντ ιμπν Τουγκτζ αλ-Ιχσίντ. [41]
Το πιο αξιοσημείωτο γεγονός τής βασιλείας τού αλ-Καΐμ ήταν η εξέγερση των Ζενατά Βερβέρων υπό τον Χαριτζί ιεροκήρυκα Αμπού Γιαζίντ το 943/44: σχεδόν όλη η Ιφρικίγια υπέκυψε στους επαναστάτες, και τον Ιανουάριο τού 945 οι επαναστάτες πολιόρκησαν την ίδια τη Μαχντίγια. [8] [42] Ο αλ-Καΐμ απεβίωσε κατά τη διάρκεια τής πολιορκίας, και τον διαδέχθηκε ο γιος του, Αμπού Ταχίρ Ισμαήλ (βασ. 946–953). Ο νέος χαλίφης απέκρυψε το τέλος τού πατέρα του, βγήκε στο πεδίο τής μάχης, και σε μία σειρά από μάχες νίκησε τούς στρατούς των ανταρτών, και συνέλαβε τον Αμπού Γιαζίντ τον Αύγουστο τού 947. [8] [3] Η νίκη επί τού ηγέτη των ανταρτών, ο οποίος είχε σχεδόν καταστρέψει το κράτος των Φατιμιδών και συμβολικά ονομαζόταν Dajjal («ο ψευδο-Μεσσίας») από την Ισμαηλιτική da'wa, ήταν η στιγμή που ο Αμπού Ταχίρ αυτοανακηρύχθηκε ιμάμης και χαλίφης διάδοχος τού πατέρα του, με το όνομα αλ-Μανσούρ μπι-Νασρ Αλάχ («Ο Νικητής με τη Βοήθεια τού Θεού»). [8] [43] Ο αλ-Μανσούρ μετέφερε την αυλή των Φατιμιδών σε μία νέα πόλη-παλάτι, το αλ-Μανσουρίγια κοντά στην Καϊρουάν, αλλά απεβίωσε λίγο αργότερα, και τον διαδέχθηκε ο γιος του, αλ-Μουίζ λι-Ντιν Αλάχ (βασ. 953–975 ). [8]
Κατάκτηση της Αιγύπτου και μεταφορά της πρωτεύουσας στο Κάιρο
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο αλ-Μουίζ ήταν εξαιρετικός σχεδιαστής και οργανωτής, και το κράτος που κληρονόμησε είχε ανακτήσει εσωτερική σταθερότητα, μετά τις αναταραχές τής εξέγερσης τού Αμπού Γιαζίντ. [44] Τα πρώτα χρόνια τής βασιλείας του σημείωσαν επιτυχίες εναντίον των Ρωμαίων, όπου τα τελευταία εναπομείναντα Ρωμαϊκά οχυρά εξαφανίστηκαν με την πτώση τής Ρομέττας το 965, [3] καθώς και την ανακατάληψη τού δυτικού Μαγκρέμπ από τον Φατιμίδη στρατηγό Τζαβάρ το 958–960, εκδιώκοντας προσωρινά την επιρροή των Ομεϋαδών από την περιοχή και επεκτείνοντας την κυριαρχία των Φατιμιδών στις ακτές τού Ατλαντικού Ωκεανού. [3]
Μετά από αυτές τις επιτυχίες, ο αλ-Μουίζ στράφηκε για άλλη μία φορά στο εγκαταλελειμμένο σχέδιο τής κατάκτησης τής Αιγύπτου. Πραγματοποιήθηκαν σχολαστικές στρατιωτικές και πολιτικές προετοιμασίες, και οι πράκτορες τής Ισμαηλιτικής da'wa ανέλαβαν να προωθήσουν τον σκοπό των Φατιμιδών στην Αίγυπτο, και να υποβιβάσουν αξιωματούχους τού αποδυναμωμένου καθεστώτος των Ιχσιδιδών. [37] [45] Ως αποτέλεσμα, όταν ο στρατός των Φατιμιδών υπό τον Τζαβάρ έφθασε στην Αίγυπτο το καλοκαίρι τού 969, αντιμετώπισε μικρή οργανωμένη αντίσταση. Ο Τζαβάρ εισήλθε στην αιγυπτιακή πρωτεύουσα, Φουστάτ, τον Ιούλιο τού 969, και διεκδίκησε τη χώρα για τον κύριό του. [46] Αμέσως άρχισε να ιδρύει μία νέα πρωτεύουσα κοντά στη Φουστάτ, η οποία έγινε γνωστή ως αλ-Καχιρά αλ-Μουιζιγιά («η Νικήτρια τού αλ-Μουίζ»), το σύγχρονο Κάιρο. [8]
Ο Τζαβάρ κυβέρνησε την Αίγυπτο για τα επόμενα τέσσερα χρόνια ως αντιβασιλιάς τού αλ-Μουίζ, αποκαθιστώντας τα οικονομικά τής χώρας. [47] Μόλις τον Αύγουστο του 972 ο αλ-Μουίζ έφυγε από την Ιφρικίγια, διορίζοντας τον Βέρβερο Μπουλουγκίν ιμπν Ζιρί ως αντιβασιλιά του εκεί. Τον Ιούνιο τού 973, η αυλή των Φατιμιδών έφθασε στην Αίγυπτο, και ο αλ-Μουίζ εγκαταστάθηκε στο Κάιρο. [48]
Επέκταση στη Συρία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Εν τω μεταξύ, αμέσως μετά την κατάκτηση τής Αιγύπτου, ο Τζαβάρ προσπάθησε να επεκτείνει την κυριαρχία των Φατιμιδών στη Συρία. Η πρώτη εισβολή των Φατιμιδών απέτυχε σε μεγάλο βαθμό, λόγω τής αντίθεσης των Καρματιανών τού Μπαχρέιν, οι οποίοι δεν δίστασαν να συμμαχήσουν με τον Αββασίδη χαλίφη, και να καταγγείλουν δημόσια τον αλ-Μουίζ. Ο ηγέτης των Καρματιών αλ-Χασάν αλ-Ασάμ ηγήθηκε δύο εισβολών στην Αίγυπτο το 971, και ξανά, παρά τις προσπάθειες τού αλ-Μουίζ να τον κερδίσει, το 974. Και οι δύο εισβολές αποκρούστηκαν στις πύλες τού Καΐρου, αναγκάζοντας τούς Καρματιανούς να υποχωρήσουν στο Μπαχρέιν, και ανοίγοντας τον δρόμο για μία ανανεωμένη προσπάθεια των Φατιμιδών να κατακτήσουν τη Συρία. [49] Ταυτόχρονα, γύρω στο 970/71, οι δύο ιερές πόλεις τής Μέκκας και τής Μεδίνας αναγνώρισαν την επικυριαρχία των Φατιμιδών, μία σημαντική συμβολική νίκη για τούς Φατιμίδες. [50]
Το 978 ο χαλίφης αλ-Αζίζ (βασ. 975–996) κατέλαβε τη Δαμασκό, αλλά η εξουσία των Φατιμιδών στη Συρία συνέχισε να αμφισβητείται, είτε από ισχυρούς στρατηγούς, είτε από τούς ανήσυχους Βεδουίνους τής Παλαιστίνης υπό τούς Τζαραχίδες. [50] Οι προσπάθειες τού Αλ-Αζίζ να καταλάβει το εμιράτο των Χαμδανιδών στο Χαλέπιο, έφεραν τούς Φατιμίδες σε σύγκρουση με τούς Ρωμαίους, οι οποίοι ήταν οι προηγούμενοι κύριοί του. [51] Οι προσπάθειες κατάληψης τού Χαλεπίου απέτυχαν το 983, 992/3 και 994/5, [50] και η αποτελεσματική εξουσία των Φατιμιδών έφθανε λίγο πέρα από την Τρίπολη στα βόρεια. [50] Το 987 η επικυριαρχία των Φατιμιδών αναγνωρίστηκε από τούς Γιαφουρίδες στην Υεμένη, [50] αλλά οι προσπάθειες των Φατιμιδών να πείσουν τούς συναδέλφους τους Σιίτες ηγεμόνες τού Ιράκ, τούς Μπουγίδες, να αναγνωρίσουν την επικυριαρχία τους, απέτυχαν. Οι Μπουγίδες απέρριψαν τούς ισχυρισμούς των Φατιμιδών περί καταγωγής από τούς Αλίδες. [10] Η βασιλεία τού Αλ-Αζίζ είδε επίσης μία μεταμόρφωση στη δομή και τη φύση τού κράτους των Φατιμιδών: οι Κουταμά, που ήταν ο κύριος πυλώνας τού πρώιμου καθεστώτος των Φατιμιδών, συμπληρώθηκαν τώρα από Τούρκους στρατιωτικούς σκλάβους (γκιλμάν) καθώς και από μαύρους Αφρικανούς σκλάβους στρατιώτες, ενώ υπό την καθοδήγηση τού Γιακούμπ ιμπν Κιλίς, η διοίκηση των Φατιμιδών οργανώθηκε και τακτοποιήθηκε. [8]
Η βασιλεία τού αλ-Χακίμ
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο αλ-Αζίζ απεβίωσε το 996, ενώ προετοίμαζε μία μεγάλη εκστρατεία εναντίον των Ρωμαίων και των Χαμδανιδών. Τον διαδέχθηκε ο ενδεκάχρονος γιος του, αλ-Χακίμ (βασ. 996–1021). [8] Αρχικά υπό την κηδεμονία ισχυρών αξιωματούχων, ο αλ-Χακίμ κατάφερε να καταλάβει τα ηνία τής εξουσίας το 1000. [8] Τα πρώτα χρόνια τής βασιλείας του σημαδεύτηκαν από την σύναψη ειρήνης με τη Ρωμανία το 1001, [51] καθώς και από τις μεγάλες φυλετικές εξεγέρσεις τού Αμπού Ρουκούα στην Κυρηναϊκή το 1005, και τού Μουφαρίτζ ιμπν Νταγκφάλ στην Παλαιστίνη το 1012–13. [8] Στο βορρά, οι Ουκαϋλίδες τής Μοσούλης αναγνώρισαν για λίγο την επικυριαρχία των Φατιμιδών το 1010, και το 1015 το Χαλέπιο έκανε το ίδιο, με τα στρατεύματα των Φατιμιδών να εισέρχονται στην πόλη, και να επιβάλλουν άμεσο έλεγχο το 1017. [50] Οι σχέσεις με τούς Ζιρίδες, οι οποίοι είχαν αρχίσει γρήγορα να αποστασιοποιούνται από την εξουσία τού Καΐρου, έγιναν πιο τεταμένες υπό τον αλ-Χακίμ λόγω διαφορών για την Κυρηναϊκή και την Τρίπολη, [51] και το 1016/7, ο νέος εμίρης των Ζιριδών, αλ-Μουίζ ιμπν Μπαντίς, εξαπέλυσε πογκρόμ εναντίον των εναπομεινάντων Ισμαηλιδών στην Ιφρικίγια. [8]
Από το 1015 και μετά, το χαλιφάτο των Φατιμιδών και η κοινότητα των Ισμαηλιτών αντιμετώπισαν μία άνοδο τού σεκταρισμού: εμφανίστηκε μία σειρά από ιεροκήρυκες, που διέδωσαν εξτρεμιστικές εκδοχές τού Ισμαηλισμού, κηρύττοντας την επικείμενη άφιξη των έσχατων καιρών, τη θειότητα τού αλ-Χακίμ και την κατάργηση τής Σαρία. Το θρησκευτικό κατεστημένο των Φατιμιδών αντιτάχθηκε σε τέτοιες αντινομικές απόψεις, αλλά ο αλ-Χακίμ φαίνεται να τις ανέχτηκε, αν όχι να τις ενθάρρυνε. Αν και ο αλ-Χακίμ δεν ασπάστηκε ποτέ επίσημα τις απόψεις τους, οι διδασκαλίες ανδρών όπως ο αλ-Νταρζί και ο Χαμζά ιμπν Αλί οδήγησαν στη γέννηση της πίστης των Δρούζων. [8] Ταυτόχρονα, ο αλ-Χακίμ έκανε περίεργες καινοτομίες στη διαδοχή, χωρίζοντας το αξίωμά του σε δύο: έναν για να διαδεχθεί το χαλιφάτο, δηλαδή το κοσμικό αξίωμα, και έναν για να διαδεχθεί ως ιμάμης, δηλαδή ως ηγέτης τής κοινότητας των Ισμαηλιτών. Επιπλέον, απέκλεισε τον ίδιο του τον γιο, και διόρισε δύο εξαδέλφια στις θέσεις, προκαλώντας έτσι την εχθρότητα τής ελίτ των Φατιμιδών. Ως αποτέλεσμα μίας συνωμοσίας μεταξύ των τελευταίων, ο αλ-Χακίμ δολοφονήθηκε κατά τη διάρκεια μίας από τις νυκτερινές του βόλτες έξω από το Κάιρο, και το πτώμα του πετάχθηκε για να μη βρεθεί ποτέ. [8]
Η δυναστεία στην εξουσία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Τα μέλη τής δυναστείας κρατούνταν προσεκτικά μακριά από τις δημόσιες υποθέσεις. Ακόμη και οι πρίγκιπες και οι πριγκίπισσες τού αίματος δεν είχαν ιδιαίτερη θέση στην Αυλή, πόσο μάλλον να τούς ανατίθεται η διακυβέρνηση επαρχιών ή η διοίκηση στρατών, όπως σε άλλα μεσαιωνικά κράτη, κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε μία ανεξάρτητη βάση εξουσίας, που θα μπορούσε να απειλήσει την ομαλή διαδοχή, από πατέρα σε γιο, τού ιμαμάτου και τού χαλιφάτου. [52] Η μόνη εξαίρεση ήταν ο ορισμένος διάδοχος, όπως ο αλ-Καΐμ, ο αλ-Μανσούρ και ο Αμπνταλάχ ιμπν αλ-Μουίζ, και αυτό μόνο στις πρώτες δεκαετίες τής δυναστείας. Καθώς οι χαλίφες ανέβαιναν όλο και περισσότερο στον θρόνο ως παιδιά, αυτή η πρακτική επίσης εγκαταλείφθηκε. [53] Αυτό δεν εξάλειψε τις ενδοοικογενειακές διαμάχες, ωστόσο, κυρίως με τον παραγκωνισμό τού Νιζάρ και των άλλων γιων τού αλ-Μουστανσίρ κατά την άνοδο τού αλ-Μουσταλί, την οποία ακολούθησαν επανειλημμένες προσπάθειες των απογόνων τού Νιζάρ να ξεκινήσουν μία εξέγερση, και να ανακτήσουν την εξουσία. [54] Αυτό οδήγησε σε διαφορές στην ιεραρχία: ένας λεπτομερής κατάλογος αυλικών προηγούμενων από το 1122, κατά τη διάρκεια τής βασιλείας τού αλ-Αμίρ, ο άγαμος αμφιθαλής αδελφός (shaqiq) τού χαλίφη, Τζαφάρ, κατέχει την πρώτη θέση στην ιεραρχία, ενώ οι ετεροθαλείς αδελφοί τους από άλλες γυναίκες κατατάσσονται πολύ χαμηλότερα, μετά τις παλλακίδες τού ίδιου τού χαλίφη, ακολουθούμενοι από τούς «γιους και τις κόρες των εξαδλφων». [54]
Για παρόμοιους λόγους, οι πριγκίπισσες των Φατιμιδών συνήθως δεν παντρεύονταν εκτός οικογένειας, και οι ίδιοι οι χαλίφες συνήθως δεν νυμφεύονταν πλήρως, αλλά είχαν σκλάβες παλλακίδες, οι οποίες μπορούσαν να ανέλθουν στην υψηλή θέση μίας umm walad με τη γέννηση ενός γιου. [8] Αρκετές κόρες χαλιφών δεν είναι καν γνωστές ονομαστικά, και για όσες είναι, είναι πιθανό να μην παντρεύτηκαν ποτέ για λόγους πολιτικής, παρόλο που συχνά αναφέρονται μόνο με τα τεκνώνυμά τους. [54]
Αν και πολιτικά ανενεργά, τα μέλη τής δυναστείας απολάμβαναν τεράστιο πλούτο, βασιζόμενο στην κατοχή ακινήτων στην πρωτεύουσα, το Κάιρο, και τα περίχωρά του, καθώς και στο εμπόριο. [55] Ο ίδιος ο χαλίφης δεν υπερέβαινε αυτόν τον πλουτισμό, και κατείχε εκτεταμένα τμήματα τού Καΐρου. Σύμφωνα με τον περιηγητή των μέσων τού 11ου αι., Νασίρ Χουσράου, υπήρχαν και τα 20.000 καταστήματα στην πόλη, καθώς και τα καραβανσεράι και τα λουτρά της, και 8.000 άλλα κτίρια που πλήρωναν μηνιαίο ενοίκιο στο ιδιωτικό ταμείο τού χαλίφη (diwan al-khass) ή στο ιδιωτικό θησαυροφυλάκιο (khizana al-khass). [56] Οι Φατιμίδες πριγκίπισσες καταγράφονται επίσης ως εξαιρετικά πλούσιες, εν μέρει από τα κτήματα που τούς είχαν διατεθεί, και εν μέρει λόγω των δικών τους εμπορικών και επιχειρηματικών δραστηριοτήτων. Έτσι, κατά το τέλος τους το 1050/51, δύο κόρες τού Χαλίφη αλ-Μουίζ άφησαν κτήματα περίπου 1,7 εκατομμυρίων χρυσών δηναρίων η καθεμία, ενώ η Σιτ αλ-Μουλκ είναι γνωστό ότι απασχολούσε ένα εκτεταμένο προσωπικό ικανών διαχειριστών και των δύο φύλων, για τα εκτεταμένα οικονομικά της συμφέροντα. [55]
Δείτε επίσης
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Αναφορές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- 1 2 3 4 5 Brett 2017, σελ. 18.
- ↑ Brett 2001, σελ. 31.
- 1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12 13 14 15 16 17 18 19 20 21 Daftary 2007.
- ↑ Daftary 2007, σελ. 89.
- 1 2 3 4 5 6 7 8 Halm 1991.
- 1 2 Canard 1965, σελ. 850.
- ↑ cf. Andani 2016, σελίδες 199–200 for a summary.
- 1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12 13 14 15 16 17 18 19 20 21 Halm 2014.
- 1 2 Brett 2001, σελ. 29.
- 1 2 3 Canard 1965.
- ↑ Brett 2001, σελ. 34.
- ↑ Brett 2001, σελ. 35.
- 1 2 3 4 Canard 1965, σελ. 851.
- ↑ Daftary 2007, σελ. 101.
- ↑ Brett 2001, σελ. 30.
- 1 2 3 4 Canard 1965, σελ. 852.
- ↑ Andani 2016.
- 1 2 3 Daftary 2007, σελ. 105.
- 1 2 Daftary 2007, σελ. 107.
- ↑ Daftary 2007, σελ. 103.
- ↑ Brett 2001, σελ. 36.
- ↑ Andani 2016, σελ. 200.
- ↑ Halm 1991, σελ. 28.
- ↑ Halm 1991, σελ. 29.
- 1 2 Daftary 2007, σελ. 100.
- ↑ Brett 2017, σελ. 17.
- ↑ Daftary 2007, σελ. 108.
- ↑ Halm 1991, σελ. 47.
- ↑ Daftary 2007, σελ. 116.
- ↑ Halm 1991, σελ. 61.
- ↑ Daftary 2007, σελ. 117.
- 1 2 Daftary 2007, σελ. 120.
- ↑ Daftary 2007, σελ. 127.
- ↑ Daftary 2007, σελ. 128.
- ↑ Daftary 2007, σελ. 141.
- ↑ Canard 1942–1947.
- 1 2 3 4 Canard 1965, σελ. 853.
- ↑ Lev 1995.
- 1 2 Daftary 2007, σελ. 142.
- ↑ Daftary 2007, σελ. 145.
- ↑ Daftary 2007, σελ. 143.
- ↑ Daftary 2007, σελ. 146.
- ↑ Daftary 2007, σελ. 147.
- ↑ Daftary 2007, σελ. 156.
- ↑ Daftary 2007, σελ. 158.
- ↑ Daftary 2007, σελ. 159.
- ↑ Daftary 2007, σελ. 161.
- ↑ Daftary 2007, σελ. 162.
- ↑ Daftary 2007, σελ. 162–164.
- 1 2 3 4 5 6 Canard 1965, σελ. 854.
- 1 2 3 Canard 1965, σελ. 855.
- ↑ Halm 2014, σελ. 149.
- ↑ Halm 2015, σελ. 93.
- 1 2 3 Halm 2015.
- 1 2 Lev 1991.
- ↑ Lev 1991, σελ. 65.
Πηγές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Andani, Khalil (2016). «A Survey of Ismaili Studies (Part 1): Early Ismailism and Fatimid Ismailism». Religion Compass 10 (8): 191–206. doi:.
- Brett, Michael (2001). The Rise of the Fatimids: The World of the Mediterranean and the Middle East in the Fourth Century of the Hijra, Tenth Century CE. The Medieval Mediterranean. 30. Leiden: BRILL. ISBN 9004117415.
- Brett, Michael (2017). The Fatimid Empire. The Edinburgh History of the Islamic Empires. Edinburgh: Edinburgh University Press. ISBN 978-0-7486-4076-8.
- Canard, Marius (1942–1947). «L'impérialisme des Fatimides et leur propagande» (στα French). Annales de l'Institut d'Études Orientales VI: 156–193.
- Canard, Marius (1965). «Fāṭimids». Στο: Lewis, B., επιμ (στα αγγλικά). The Encyclopaedia of Islam, New Edition, Volume II: C–G. Λάιντεν: E. J. Brill, σσ. 850–862. ISBN 90-04-07026-5. http://dx.doi.org/10.1163/1573-3912_islam_COM_0218.
- Πρότυπο:Daftary-The Ismailis
- Cortese, Delia· Calderini, Simonetta (2006). Women and the Fatimids in the World of Islam. Edinburgh: Edinburgh University Press. ISBN 0-7486-1733-7.
- Halm, Heinz (1991). Das Reich des Mahdi: Der Aufstieg der Fatimiden (στα Γερμανικά). Munich: C. H. Beck. ISBN 978-3-406-35497-7.
- Halm, Heinz (2014). «Fāṭimids». Στο: Fleet, Kate; Krämer, Gudrun; Matringe, Denis και άλλοι, επιμ (στα αγγλικά). Encyclopaedia of Islam, THREE. Brill Online. http://dx.doi.org/10.1163/1573-3912_ei3_COM_27045.
- Halm, Heinz (2015). «Prinzen, Prinzessinnen, Konkubinen und Eunuchen am fatimidischen Hof» [Princes, Princesses, Concubines and Eunuchs at the Fatimid Court]. Στο: Pomerantz, Maurice A.· Shahin, Aram A., επιμ. The Heritage of Arabo-Islamic Learning. Studies Presented to Wadad Kadi (στα Γερμανικά). Leiden and Boston: Brill. σελίδες 91–110. ISBN 978-90-04-30590-8.
- Lev, Yaacov (1991). State and Society in Fatimid Egypt. Leiden: E. J. Brill. ISBN 90-04-09344-3.
- Lev, Yaacov (1995). «The Fatimids and Byzantium, 10th–12th Centuries». Graeco-Arabica 6: 190–208. OCLC 183390203.
- Lewis, Bernard (1940). Origins of Ismāʿı̄lism: A Study of the Historical Background of the Fāṭimid Caliphate. Cambridge: W. Heffer & Sons.
- Schrier, Omert J. (2006). «The Prehistory of the Fatimid Dynasty: Some Chronological and Genealogical Remarks». Die Welt des Orients 36: 143–191.