Δρυμός των Λαντ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Συντεταγμένες: 44°10′48″N 0°34′56″W / 44.18000°N 0.58222°W / 44.18000; -0.58222

Δρυμός των Λαντ
ForetLandes.JPG
ΧώραFlag of France.svg Γαλλία
ΠεριφέρειαΝομοί Ζιρόντ
Λαντ
Λοτ-ε-Γκαρόν
Ίδρυση1857
Έκταση10.000 χμ2

Ο δρυμός των Λαντ (γαλλικά: La forêt des Landes, γασκωνικά: las Lanas de Gasconha) της Γασκώνης είναι μια δασική έκταση στη νοτιοδυτική Γαλλία, στην περιοχή της Νέας Ακουιτανίας. Με έκταση περίπου 10.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα,[1] είναι το μεγαλύτερο τεχνητό δάσος στη Δυτική Ευρώπη.

Συνορεύει με τον Ατλαντικό Ωκεανό (Κοτ ντ'Αρζάν), σχηματίζοντας ένα μεγάλο τρίγωνο που καλύπτει τρεις νομούς, Ζιρόντ, Λαντ και Λοτ-ε-Γκαρόν, του οποίου οι κορυφές βρίσκονται προς τα βόρεια στο ακρωτήριο Πουάν ντε Γκραβ, στα νότια στην κοινότητα Οσογκόρ και στα ανατολικά στην κοινότητα Νεράκ.

Αποτελείται κυρίως από ιδιωτικές εκτάσεις, περιλαμβάνει και ορισμένα δημόσια μέρη που βρίσκονται κοντά στην ακτή του Ατλαντικού.

Γεωγραφικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης των Λαντ της Γασκώνης

Η προστατευμένη φυσική περιοχή[2] του δρυμού των Λαντ καλύπτει ένα μεγάλο τμήμα των νομών Λαντ και Ζιρόντ, καθώς επίσης και τμήμα του νομού Λοτ-ε-Γκαρόν. Οι πηγές πολλών ποταμών βρίσκονται σ' αυτήν την περιοχή, όπως οι πηγές των ποταμών Λερ, Μπουντιγκώ, Σιρόν και Γκα Μορ.

Οι μεγαλύτερες πόλεις στις άκρες του δρυμού είναι οι Αρκασόν, Νταξ και Μον-ντε-Μαρσάν. Στα δυτικά βρέχεται από τον Ατλαντικό Ωκεανό (Βισκαϊκός κόλπος). Η ακτογραμμή μήκους περίπου 200 χιλιομέτρων που σχηματίζει ονομάζεται Κοτ ντ'Αρζάν.

Φυτεία πεύκων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το δάσος αποτελείται κυρίως από θαλάσσια πεύκα, Pinus pinaster. Σε αντίθεση με πολλά άλλα ευρωπαϊκά δάση, ο δρυμός των Λαντ δημιουργήθηκε σχεδόν εξ ολοκλήρου και τον διαχειρίζεται ο άνθρωπος για βιομηχανικούς σκοπούς. Αυτή η τεράστια φυτεία πεύκων ξεκίνησε τον 18ο αιώνα για να σταματήσει τη διάβρωση του εδάφους και να εξυγιανθεί η ελώδης περιοχή.

Η δημιουργία του δρυμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Jean Louis Gintrac (1808-1886), κάτοικοι των Λαντ, Μουσείο Καλών Τεχνών, Μπορντώ, 19ος αιώνας

Το μεγαλύτερο μέρος της περιοχής που σήμερα καταλαμβάνεται από τον δρυμό των Λαντ ήταν έρημο και αραιοκατοικημένο μέχρι τον 19ο αιώνα, όταν ο νόμος της 19ης Ιουνίου 1857 επέβαλε την εξυγίανση του παραδοσιακού βαλτώδους βοσκότοπου και οδήγησε σε αναδάσωση σε μεγάλη κλίμακα, προκειμένου να αποκαταστήσει το τοπίο και να εξασφαλίσει περιφερειακή οικονομική ανάπτυξη. [3]

Πριν από αυτή την περίοδο, οι κάτοικοι των Λαντ χρησιμοποιούσαν ευρέως ξυλοπόδαρα για να μετακινηθούν από τόπο σε τόπο στο ελώδες έδαφος και να ελέγχουν τα κοπάδια τους. Από τη δεκαετία του 1970, τμήματα του δάσους έδωσαν τη θέση τους στην εντατική γεωργία (ιδίως στην καλλιέργεια σιτηρών).

Η έκταση του δρυμού εκτιμάται ότι είναι περίπου 10.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα, εκ των οποίων τα εννέα δέκατα αφιερώνονται αποκλειστικά σε μονοκαλλιέργεια θαλάσσιων πεύκων (pinus pinaster). Μέρος του δρυμού είναι φυσικό δάσος που επιβίωσε από το παρελθόν. Ορισμένες περιοχές της γασκωνικής ακτής ήταν ήδη δασωμένες πριν από 2.000 χρόνια. Εκεί, τα πεύκα συνυπάρχουν με άλλα είδη, κυρίως βελανιδιά, άλνος, σημύδα, ιτιά και ίληξ (ου). Αυτό το μικτό εύκρατο δάσος συναντάται συνήθως κατά μήκος των υδάτινων οδών, όπου η αποστράγγιση είναι ιδιαίτερα καλή. Το δάσος παλιάς ανάπτυξης ήταν πιθανότατα πιο εκτεταμένο πριν από τον Μεσαίωνα, όταν επικρατούσε ψυχρότερο και πιο υγρό κλίμα και άλλαξε τη σύνθεση του είδους. Λόγω της ανάγκης για ξύλο για καύσιμα και κατασκευές και λόγω μιας σταθερής επέκτασης της βόσκησης των προβάτων, το αρχέγονο δάσος εξαντλήθηκε μεταξύ του 15ου και του 18ου αιώνα.

Ανάμεσα στα ζώα που υπάρχουν στο δρυμό είναι φασιανοί, αγριόχοιροι, λαγοί και ελάφια.

Γεωργία και βιομηχανία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ξύλα κομμένα στην άκρη του δρόμου

Πριν από τα μέσα του 19ου αιώνα, στους άγονους βαλτότοπους κυριαρχούσε η εκτροφή προβάτων και η καλλιέργεια σίκαλης. Η εξαφάνιση των βαλτότοπων, λόγω της επέκτασης των πευκοφόρων φυτειών, οδήγησε στο τέλος αυτής της καλλιέργειας σιτηρών και η εικόνα των βοσκών με ξυλοπόδαρα εξαφανίστηκε επίσης και αντικαταστάθηκε από την εικόνα του συλλέκτη ρητίνης με τα εργαλεία του.

Κατά το πρώτο μέρος του 20ού αιώνα άρχισε εκτεταμένη εμπορική εκμετάλλευση ξύλου, χαρτιού και ρητίνης πεύκου και οι βιομηχανίες αυτές αποτέλεσαν σημαντικό μέρος της περιφερειακής οικονομίας. Πολλοί ντόπιοι εξακολουθούν να απασχολούνται με δραστηριότητες που σχετίζονται με το δάσος, συμπεριλαμβανομένης της δασοκομίας, των πριονιστηρίων, των χαρτοβιομηχανιών, των βιομηχανιών επεξεργασίας ξύλου, των ξυλουργικών έργων, όπως η κατασκευή πατωμάτων και επίπλων, καθώς και η κατασκευή προϊόντων με βάση το χαρτί, όπως χαρτόνι και ινοσανίδες για κατασκευές.

Ωστόσο, η συλλογή ρητίνης, η οποία απαιτούσε σκληρή εργασία, εξαφανίστηκε σχεδόν εξ ολοκλήρου επειδή οι σύγχρονες χημικές διεργασίες για την παραγωγή διαλυτών και άλλων χρήσιμων χημικών ουσιών συχνά δεν βασίζονται σε ρητίνη πεύκου ή πίσσα πεύκου. Η DRT είναι η μεγαλύτερη εταιρεία στην περιοχή αυτή που χρησιμοποιεί τα υποπροϊόντα εκμετάλλευσης πεύκου.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]