Διονύσιος Παρδαλός

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Διονύσιος Παρδαλός
Ιδιότητα ιερέας και πολιτικός
Αξίωμα πληρεξούσιος
Φιλικός

Ο Μητροπολίτης Ρέοντος και Πραστού Διονύσιος Παρδαλός ήταν κληρικός, αγωνιστής του 1821 και πολιτικός.

Καταγόταν από τη Ζαγορά του Πηλίου και γεννήθηκε στην ΚΠολη την 3 Οκτωβρίου του 1786. Έγινε κληρικός πολύ νέος και διετέλεσε Μέγας Πρωτοσύγκελλος του Οικ. Πατριαρχείου, επί Πατριάρχου Καλλινίκου του Ε΄.

Είχε μυηθεί στην Φιλική Εταιρεία γύρω στα 1818 και μετέπειτα και ήταν από τους πρωτεργάτες του ξεσηκωμού στην Τσακωνία[1]. Ήταν ο τελευταίος Μητροπολίτης της επισκοπής Ρέοντος και Πραστού από το 1812 έως που μετονομάσθηκε το 1833 σε "Κυνουρίας" και είχε έδρα τον Πραστό της Τσακωνιάς. Είχε διαδεχτεί στον επισκοπικό θρόνο τον Ιάκωβο Χλωμό (1803-1812) που καταγόταν από τα Τσίντζινα του Πάρνωνα.

Το 1820 γίνεται Συνοδικός και φεύγει για την Πόλη όπου μένει εκεί μέχρι την κήρυξη της Επανάστασης. Ο Διονύσιος υπογράφει μαζί με άλλους αρχιερείς το αφοριστικό «επί του Ιερού Θυσιαστηρίου», γνωρίζοντας την «ακυρότητά» του, και σε λίγες μέρες αναχωρεί γιά να επιστρέψει στην Πελοπόννησο, για να ειρηνεύσει τους επαναστάτες. Γύρισε στο Λεωνίδι μετά από περιπετειώδες ταξείδι αφού ναυάγησε, συνελήφθη από τους Τούρκους, φυλακίστηκε στη Χίο και δραπέτευσε.

Φυσικά όχι μόνο δεν συνέστησε ειρήνευση και «προσκύνημα», αλλά πήρε ενεργό μέρος στην Επανάσταση.

Σπουδαιότερη αποστολή του ήταν η μετάβασή του  στην Ζάκυνθο όπου πήγε ως πρέσβυς για να ζητήσει βοήθεια από τον Άγγλο Αρμοστή για τα γυναικόπαιδα που κατέφευγαν εκεί για να σωθούν από τις αγριότητες των Τούρκων και όχι μόνο.

Μετέπειτα η επισκοπή του μετονομάσθηκε σε Κυνουρίας και ο Διονύσιος παρέμεινε αρχιεπίσκοπος της νέας επισκοπής που είχε έδρα το Λεωνίδι, η οποία μετά τον θάνατο του συχγωνεύθηκε στη νεα μητρόπολη Μαντινείας και Κυνουρίας. Ίδρυσε στο Λεωνίδι Αλληλοδιδακτικό Σχολείο και πλήρες Ελληνικό Σχολείο. Επί Καποδίστρια για την στέγαση και λειτουργία αυτών των σχολείων διενεργήθηκε έρανος όπου ο Διονύσιος έδωσε 600 φοίνικες.

"Απεβίωσε πάμπτωχος εν Αθήναις την 21ην Ιανουαρίου 1852 και εκηδεύθη δαπάναις της Κυβερνήσεως εν τη Ιερά Μονή Πετράκη".

Χρημάτισε πληρεξούσιος των Τσακώνων (δηλ. της Επαρχίας Πραστού) στην Β' Εθνοσυνέλευση του Άστρους το 1823.

Εκεί προήδρευσε σε επταμελή επιτροπή για την σύνταξη του πρώτου ποινικού νόμου, δηλαδή του πρώτου ελληνικού ποινικού κώδικα.

Το 1827 παίρνει μέρος στην Γ΄ Εθνοσυνέλευση στην Ερμιόνη και Τροιζηνία, όπου μαζί με άλλους 4 Ιεράρχες, προσπαθούν ενωμένοι και να κατευνάσουν τα πάθη του εμφυλίου πολέμου που είχε ξετινάξει την Επανάσταση.

Αντέδρασε και αγωνίσθηκε μετά πείσματος κατά των απόψεων της Αντιβασιλείας περί της ανακηρύξεως του Αυτοκεφάλου της Εκκλησίας του Βασιλείου της Ελλάδος και του χωρισμού της από του Οικουμενικού Πατριαρχείου και δια τούτο εσυκοφαντήθη, κατετρέχθη και ποικίλους υπέστη διωγμούς.Στους αγώνες του είχε ικανότατο και άριστο σύμβουλο και συμμαχητή τον περίφημο ιερέα Κωνσταντίνο Οικονόμο των εξ Οικονόμων, με τον οποίο αλληλογραφούσε σχεδόν μέχρι το θάνατό του. Ο Διονύσιος διετέλεσε πρόεδρος της ιεράς συνόδου το 1835-1841 και σύνεδρος από το 1850 έως τον θάνατο του το 1852[2].


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Αρκάδες Φιλικοί [1]
  2. Οι Τσάκωνες στα νεότερα χρόνια (1830-1944)