Δινοφύκη

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Δινομαστιγωτά
Χρονικό πλαίσιο απολιθωμάτων:
440–0Ma
Silurian - Present
Ceratium furca
Συστηματική ταξινόμηση
Επικράτεια: Ευκάρυα (Eukarya)
Βασίλειο: Πρώτιστα (Protista)
Υπερσυνομοταξία: Κυψελιδωτά (Alveolata)
Συνομοταξία: Δινομαστιγωτά (Dinoflagellata)
Bütschli 1885
Ομοταξίες

Τα Δινοφύκη (λατινικά: Dinophyceae) είναι η κύρια ομάδα των Δινομαστιγωτών (Dinoflagellata) του βασίλειου των Πρωτίστων, με εξαίρεση λίγες μόνο ομάδες που φαίνεται να έχουν αποκλίνει από τις υπόλοιπες σε πρώιμο εξελικτικό στάδιο . Τα περισσότερα δινοφύκη ανήκουν στο θαλάσσιο πλαγκτόν, αλλά υπάρχουν και αρκετά που απαντώνται στο γλυκό νερό λιμνών ή ποταμών. Οι πληθυσμοί τους κατανέμονται ανάλογα με τη θερμοκρασία, την αλατότητα, και το βάθος. Περίπου τα μισά από όλα τα δινομαστιγωτά είναι φωτοσυνθετικοί οργανισμοί, και συνθέτουν μια από τις μεγαλύτερες ομάδες ευκαρυωτικών φυκών μαζί με αυτή των διατόμων. Όντας πρωτογενείς παραγωγοί αποτελούν σημαντικό μέρος της τροφικής αλυσίδας του νερού. Ορισμένα είδη, που ονομάζονται ζωοξανθέλλες είναι συμβιωτικοί οργανισμοί πολλών θαλάσσιων ζώων και πρωτόζωων, και παίζουν σημαντικό ρόλο στην βιολογία των κοραλλιογενών υφάλων. Άλλα δινομαστιγωτά είναι παρασιτικά (πχ Oodinium, Pfiesteria).

Μορφολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα περισσότερα δινομαστιγωτά είναι μονοκύτταρα και φέρουν δύο μαστίγια. Το ένα από αυτά εκτείνεται προς το οπίσθιο μέρος και δρα ως τιμόνι, παρέχοντας επίσης και μια μικρή προωθητική δύναμη, ενώ το άλλο σε πλευρικό- εγκάρσιο επίπεδο. Σε πολλά είδη το πλευρικό μαστίγιο δημιουργεί μια εγκάρσια αύλακα και παράγει μεγάλο ποσοστό της κίνησης του κυττάρου ενώ συχνά παρέχει στο κύτταρο τη δυνατότητα στροβιλισμού, ιδιότητα που χάρισε και στον συγκεκριμένο οργανισμό το όνομά του (ελληνικό Δίνος: στροβίλισμα).
Στα περισσότερα φωτοσυνθετικά είδη οι χλωροπλάστες περικλείονται από τρεις μεμβράνες, και περιέχουν χλωροφύλλες α και c, φυκοξανθίνη καθώς και άλλες χρωστικές ουσίες. Τα περισσότερα δινομαστιγωτά έχουν μια ιδιαίτερη μορφή πυρήνα, που ονομάζεται δινοκάρυον, στην οποία τα χρωμοσώματα συνδέονται με την πυρηνική μεμβράνη όχι μόνο κατά τη μίτωση, αλλά και καθ’ ‘όλη τη διάρκεια της μεσόφασης ενώ δεν έχουν ιστόνες. Αυτό το είδος πυρήνα είχε κάποτε θεωρηθεί ως ένα ενδιάμεσο στάδιο μεταξύ των προκαρυωτικών και των ευκαρυωτικών κύτταρων, και έτσι οι οργανισμοί ονομάστηκαν μεσοκαρυωτικοί όμως πλέον το γνώρισμα αυτό θεωρείται ότι προέκυψε ανεξάρτητα και δεν αποτελεί προγονική μορφή των ευκαρυωτικών κυττάρων. Tα δινοφύκη έχουν ένα πολύπλοκο κυτταρικό κάλυμμα ονομάζεται αμφίεσμα, και αποτελείται από πεπλατυσμένα κυστίδια, που ονομάζονται κυψελίδες. Σε ορισμένες μορφές σχηματίζουν επικαλυπτόμενες πλάκες κυτταρίνης οι οποίες δημιουργούν ένα είδος πανοπλίας που ονομάζεται θήκη. Η θήκη έχει διάφορα σχήματα και ιδιότητες ανάλογα με το είδος και μερικές φορές με το στάδιο του κύκλου ζωής.

Αναπαραγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα περισσότερα δινομαστιγωτά, ο «πυρήνας» είναι δικαρυωτικός καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής. Συνήθως είναι απλοειδή, και αναπαράγονται κυρίως με διχοτόμηση, αλλά σε ορισμένα είδη εμφανίζεται και αμφιγονική αναπαραγωγή γεγονός που πραγματοποιείται με τη σύντηξη δύο ατόμων.

Άνθιση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

→ κύριο λήμμα: Άνθιση φυτοπλαγκτού

Τα δινομαστιγωτά μερικές φορές ανθίζουν σε συγκεντρώσεις πάνω από ένα εκατομμύριο κύτταρα ανά χιλιοστόλιτρο (ml). Το φαινόμενο της άνθισης παράγεται όταν δινομαστιγωτά είναι σε θέση να αναπαραχθούν σε αφθονία, λόγω των αυξημένων θρεπτικών ουσιών στο νερό και ιδανικών περιβαλλοντικών συνθηκών γενικότερα. Ορισμένα δινοφύκη κατά τη διάρκεια άνθισης δημιουργούν την εντυπωσιακή όσο και επικίνδυνη όμως κόκκινη παλίρροια.

Τοξικά δινοφύκη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Dinophysis acuminata
Το πιο κοινό τοξικό δινοφύκος στις ελληνικές ακτές.

Τοξικά δινοφύκη ονομάζονται τα δινοφύκη που έχουν την δυνατότητα να παράγουν τοξικές ουσίες. Είναι γνωστό ότι από τα 185 είδη θαλάσσιων δινοφυκών, που δημιουργούν Επιβλαβείς Ανθίσεις Φυκών, πάνω από 60 είδη είναι τοξικά.[1] Όταν τοξικά δινοφύκη βρίσκονται σε κατάσταση άνθισης, μπορούν να προκαλέσουν μαζικό θάνατο σε πληθώρα θαλάσσιων οργανισμών.[2] Οι τοξίνες που παράγονται από τα δινοφύκη συσσωρεύονται σε διηθηματοφάγα οστρακοειδή, ζωοπλανκτό και φυτοφάγα ψάρια και μεταφέρονται μέσω της τροφικής αλυσίδας σε ανώτερα τροφικά επίπεδα.[3] Με αυτόν τον τρόπο οι τοξίνες των δινοφυκών μπορούν να φτάσουν και στον άνθρωπο και να προκαλέσουν σοβαρές επιπτώσεις στην υγεία ή σε σπανιότερες περιπτώσεις να οδηγήσουν ακόμη και στο θάνατο.[2]

Επιπτώσεις στην ανθρώπινη υγεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα τοξικά δινοφύκη παράγουν νευροτοξίνες και ηπατοτοξίνες που προκαλούν στον άνθρωπο δηλητηριάσεις οι οποίες χωρίζονται, με βάση τα παθολογικά φαινόμενα που προκαλούν, σε πέντε κατηγορίες:[1][4]

Δηλητηρίαση τύπου Ciguatera (CFP, Ciguatera Fish Poisoning)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η δηλητηρίαση τύπου Ciguatera προκαλείται από τις τοξίνες Σιγκουατοξίνη και Μαϊτοτοξίνη που παράγονται κυρίως από το είδος Gambierdiscus toxicus το οποίο εντοπίζεται σε τροπικές και υποτροπικές περιοχές. Χαρακτηρίζεται από γαστρεντερικά, νευρολογικά και καρδιαγγειακά συμπτώματα, που αρχίζουν 12-24 ώρες μετά από την κατανάλωση προϊόντων αλιείας που περιέχουν τις παραπάνω τοξίνες.[5]

Νευροτοξικού τύπου δηλητηρίαση από οστρακοειδή (NSP, Neurotoxic Shellfish Poisoning)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η νευροτοξικού τύπου δηλητηρίαση από οστρακοειδή προκαλείται κυρίως από το είδος Karenia brevis. Τα συμπτώματα αυτού του συνδρόμου είναι γαστρεντερικά και νευρολογικά και ανάλογα με τον βαθμό δηλητηρίασης κυμαίνονται από πονοκεφάλους, διάρροια και μυϊκούς πόνους έως και προβλήματα στην αντίληψη της θερμοκρασίας, δυσκολία αναπνοής και διπλωπία.[5]

Παραλυτικού τύπου δηλητηρίαση από οστρακοειδή (PSP, Paralytic Shellfish Poisoning)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προκαλείται από την σαξιτοξίνη που παράγεται κυρίως από είδη του γένους Alexandrium. Τα συμπτώματα είναι μούδιασμα, πονοκέφαλος, πυρετός, ζαλάδα και γαστρεντερικές διαταραχές σε ελαφρές μορφές δηλητηρίασης ενώ σε σοβαρές περιπτώσεις παρατηρούνται μυϊκή παράλυση και δυσκολία στην αναπνοή.[5] 

Διαρροϊκού τύπου δηλητηρίαση από οστρακοειδή (DSP, Diarrhetic Shellfish Poisoning)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η διαρροϊκού τύπου δηλητηρίαση από οστρακοειδή, προκαλείται από το οκαδαϊκό οζύοξύ, που παράγεται από είδη του γένους Dinophysis και από βενθικά είδη του γένους Prorocentrum.[1] Πρόκειται για μια γαστρεντερική ασθένεια με κύρια συμπτώματα τη διάρροια, τη ναυτία, τη τάση για εμετό και τον πόνο στη κοιλιακή περιοχή. Το σύνδρομο δεν προκαλεί νευρολογικά συμπτώματα στον ασθενή.[5] 

Δηλητηρίαση από αζασπειροξέα (AZP, Azaspiracid Shellfish Poisoning)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα αζασπειροξέα παράγονται από τα είδη Protoperidinium crassipes και Azadinium spinosum. Είναι λιπόφιλες πολυαιθερικές τοξίνες των οποίον μηχανισμός δράσης παραμένει άγνωστος. Στον άνθρωπο προκαλούν παρόμοια συμπτώματα με αυτά του DSP, όμως πιστεύεται πώς η τοξικότητα των αζασπειροξέων είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτή του οκαδαϊκού οξέος.[5]

Τοξικά δινοφύκη στην Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το πιο κοινό τοξικό δινοφίκος στις ελληνικές ακτές είναι το Dinophysis cf. acuminata για το οποίο υπάρχουν συνεχείς καταγραφές από το 2000 και μετά. Ιδιαίτερα στο Θερμαϊκό Κόλπο έχει συσχετιστεί με επαναλαμβανόμενα τοξικά επεισόδια <<διαρροϊκού τύπου δηλητηρίασης από οστρακοειδή (DSP) >>. Άλλα είδη του γένους Dinophysis που έχουν ταυτοποιηθεί στις ελληνικές ακτές είναι τα: D. sacculus, D. rotundata,D. fortii, D. caudata, D. tripos, D. odiosa, D. cf. micropterygia, D. acuta, D. rapa, και D. rudgei. Όσον αφορά το γένος Alexandrium έχουν καταγραφεί τα είδη: A. minutum, A. insuetum και A. taylori. Τα δύο τελευταία μάλιστα φάνηκε να ευθύνονται για ερυθρές παλίρροιες στα νερά του Αμβρακικού Kόλπου και του Πόρτο-Λάγους, αντίστοιχα. Είδη του γένους Karenia ανιχνεύονται σε υψηλά επίπεδα στον Αμβρακικό και το Θερμαϊκό Κόλπο, ενώ στο Σαρωνικό Κόλπο έχει ανιχνευθεί το είδος Karenia brevis. Τα τελευταία χρόνια αυξάνονται οι αναφορές βενθικών ειδών τοξικών δινοφυκών, όπως του Prorocentrum lima και του Coolia monotis, που εμφανίζεται σε πολλές παράκτιες περιοχές της Ελλάδας μαζί με βενθικά είδη των γενών Gambierdiscus, Ostreopsis, Prorocentrum και Amphidinium.[1]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 Αλιγιζάκη, Αικατερίνη (2008). Βιονομία βενθικών δινοφυκών σε παράκτιες περιοχές του Βόρειου Αιγαίου με έμφαση σε τοξικά είδη. doi:10.12681/eadd/21920. http://hdl.handle.net/10442/hedi/21920. 
  2. 2,0 2,1 «Dinoflagellates». Smithsonian Institution National Museum of Natural History. http://www.mnh.si.edu/highlight/sem/dinoflagellates.html. Ανακτήθηκε στις 03.06.2015. 
  3. Tester, Patricia A. et al (1999). «Vectorial transport of toxins from the dinoflagellate Gymnodinium breve through copepods to fish». Journal of Plankton Research. doi:10.1093/plankt/22.1.47. 
  4. Wang, Da-Zhi (2008). «Neurotoxins from Marine Dinoflagellates: A Brief Review». Marine Drugs. doi:10.3390/md20080016. 
  5. 5,0 5,1 5,2 5,3 5,4 «Human Health Syndromes». NCCOS. http://products.coastalscience.noaa.gov/pmn/habs_syndromes.aspx. Ανακτήθηκε στις 03.06.2015. 

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • "Dinoflagellate - Definition from the Merriam-Webster Online Dictionary". Ανακτήθηκε 2009-06-15.
  • "www.ncbi.nlm.nih.gov". Ανακτήθηκε 2009-06-15.
  • Gymnodinium catenatum Graham (Dinophyceae): Morphology and affinities with armoured forms. G. Morey-Gaines Department of Botany, Southern Illinois University, Carbondale, IL 62901 U.S.A
  • Τhe fine structure of two photosynthetic species of Dinophysis (Dinophysiales, Dinophyceae) Ian A. N. Lucas1. Maret Vesk2
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Dinoflagellate της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).