Μετάβαση στο περιεχόμενο

Διανοούμενος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Ο Σωκράτης
Ο Έρασμος

Ως διανοούμενος χαρακτηρίζεται ένας άνθρωπος που ασχολείται με την κριτική σκέψη, την έρευνα και συνήθως τη συγγραφή λογοτεχνικών η μη έργων στα οποία εκφράζει τις ιδέες του, ιδίως για τη φύση της ανθρώπινης κοινωνίας, για την οποία προτείνει λύσεις προβλημάτων.[1][2] Προερχόμενος από τον κόσμο του πολιτισμού, είτε ως δημιουργός, είτε ως μελετητής και διαμεσολαβητής, ο διανοούμενος συμμετέχει στην πολιτική, είτε υπερασπιζόμενος μια συγκροτημένη πρόταση, είτε προκειμένου να καταγγείλει μια αδικία. Συνήθως η σχέση του με την πολιτική χαρατηρίζεται από την απόρριψη, τη δημιουργία ή την επέκταση από μέρους του μιας ιδεολογίας, και από την υπεράσπιση ενός συστήματος αξιών.[3]

«Άνθρωπος των γραμμάτων»

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ελληνικός όρος «άνθρωπος των γραμμάτων» προέρχεται από τον γαλλικό όρο belletrist ή homme de lettres.[4][5] Αρχικώς σήμαινε απλώς τον εγγράμματο άνθρωπο, εκείνον που μπορούσε να γράφει και να διαβάζει, ιδιότητα επαρκής ώστε να έχει μεγάλη αξία στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα σε μια εποχή που το 90% και άνω του πληθυσμού ήταν αναλφάβητοι. Τον 17ο και τον 18ο αιώνα το Belletrist εξελίχθηκε ως προς τη σημασία του, και αφορούσε τους literati, τους Γάλλους «πολίτες της Δημοκρατίας των Γραμμάτων», που συμμετείχαν στον κοινωνικό «θεσμό» των salon, εσπερίδων τις οποίες συνήθως συγκαλούσε μια μορφωμένη κυρία των ανώτερων τάξεων για την ανταλλαγή απόψεων, την απόκτηση νέων γνώσεων και την πολιτιστική εκλέπτυνση των συμμετεχόντων.

Στα τέλη πλέον του 19ου αιώνα, όταν οι περισσότεροι άνθρωποι γνώριζαν να γράφουν και να διαβάζουν στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης, η έννοια του «ανθρώπου των γραμμάτων» (littérateur)[6] διευρύνθηκε ώστε να σημαίνει τον άνθρωπο που βιοποριζόταν από τη συγγραφή δοκιμίων και άλλων παρόμοιων έργων σχετικών με τη λογοτεχνία (αλλά όχι λογοτεχνημάτων): μπορεί να ήταν δοκιμιογράφος, δημοσιογράφος, κριτικός της λογοτεχνίας ή κάτι παρόμοιο. Τον 20ό αιώνα μια τέτοια προσέγγιση υπερκεράσθηκε βαθμιαία από την ακαδημαϊκή ενασχόληση, εξαιτίας και του πολλαπλασιασμού του αριθμού των καθηγητών πανεπιστημίου, και ο όρος «άνθρωπος των γραμμάτων» περιέπεσε σε αχρηστία, αντικαθιστάμενος από τον γενικό όρο «διανοούμενος» (intellectual). Ο παλαιός όρος ήταν η βάση για τις ονομασίες αρκετών ακαδημιών και συλλόγων ως «[π.χ. Ακαδημία] Γραμμάτων και Τεχνών».

Η παλαιότερη καταγραφή και χρήση της αντίστοιχης αγγλικής λέξεως intellectual οφείλεται στον Λόρδο Βύρωνα, που το 1813 γράφει: «I wish I may be well enough to listen to these intellectuals» (= «Μακάρι να είμαι αρκετά καλά ώστε να ακούσω αυτούς τους διανοούμενους»).[7]:18 Στη διάρκεια του 19ου αιώνα εμφανίσθηκαν στην αγγλική και τη γαλλική βιβλιογραφία και άλλες παραλλαγές του ήδη καθιερωμένου ως επιθέτου intellectuals / intellectuels ως ουσιαστικού.[7]:20 Ο Collini γράφει την ίδια περίπου εποχή ότι «ανάμεσα σε αυτό το σμήνος γλωσσικών πειραματισμών ήλθε ... η περιστασιακή χρήση του όρου intellectuals ως ουσιαστικού στον πληθυντικό, συνήθως με σχηματική ή ειρωνική σημασία, για μια κατηγορία ανθρώπων που θα μπορούσαν να προσδιορισθούν με όρους των διανοητικών τάσεών [τους] ...»[7]:20

Στη Μεγάλη Βρετανία των αρχών του 19ου αιώνα ο Σάμιουελ Τέιλορ Κόλεριτζ έπλασε τον όρο clerisy για να χαρακτηρίσει τη διανοητική τάξη που ήταν υπεύθυνη για τη διατήρηση του εθνικού πολιτισμού, το κοσμικό ισοδύναμο του αγγλικανικού κλήρου (clergy). Κατά παρόμοιο τρόπο στη Ρωσική Αυτοκρατορία εξαπλώθηκε η λέξη ιντελιγκέντσια (1860-1880), που προσδιόριζε την τάξη των νοητικώς εργαζόμενων ως κοινωνικό παράγοντα.

Για τη Γερμανία ο Ιρλανδός θεολόγος Άλιστερ Μακγκράθ έγραψε ότι «η εμφάνιση μιας κοινωνικώς αποξενωμένης, θεολογικώς μορφωμένης, αντισυστημικής ιντελιγκέντσιας λαϊκών αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα φαινόμενα της κοινωνικής ιστορίας της Γερμανίας τη δεκαετία του 1830».[8]:53 Μια τάξη διανοουμένων στην Ευρώπη ήταν κοινωνικώς σημαντική, ιδίως στην περίπτωση των αυτοπροσδιοριζόμενων ως τέτοιων: Η συμμετοχή τους στις τέχνες, την πολιτική, τη δημοσιογραφία και την εκπαίδευση (εθνικιστική ή μη), ή στο «εθνικό αίσθημα», στοιχειοθετούσε το «επάγγελμα του διανοουμένου».

Το ιστορικό πρωτοσέλιδο της L'Aurore (13 Ιανουαρίου 1898) με την ανοικτή επιστολή του Εμίλ Ζολά J'Accuse…!, που ζητεί από τον Γάλλο Πρόεδρο Félix Faure να επιλύσει την Υπόθεση Ντρέιφους.

Στη Γαλλία η Υπόθεση Ντρέιφους (1894-1906), μια κρίση ταυτότητας και αντισημιτικού εθνικισμού για την Τρίτη Γαλλική Δημοκρατία (1870–1940), έγινε αφορμή για την πλήρη δραστηριοποίηση του «διανοουμένου στον δημόσιο βίο», ιδίως με τους Εμίλ Ζολά, Οκτάβ Μιρμπώ και Ανατόλ Φρανς να εισηγούνται ευθέως το ζήτημα του γαλλικού αντισημιτισμού. Από τότε, η χρήση του όρου «διανοούμενος» αυξήθηκε κατά πολύ, αν και αρχικώς με κάποια υποτιμητική χροιά. Η χρήση του στη Γαλλία ως ουσιαστικού αποδίδεται στον πολιτικό Ζωρζ Κλεμανσώ το 1898. Ωστόσο, μέχρι το 1930 η λέξη είχε περάσει από την υποτιμητική σημασία και τις περιορισμένες χρήσεις σε έναν ευρύτατα διαδεδομένο και αποδεκτό ρόλο, ενώ εξαιτίας της Υποθέσεως Ντρέιφους ο όρος απέκτησε τη γενικώς παραδεκτή χρήση του και στην αγγλική γλώσσα.[7]:21

Κατά τον 20ό αιώνα ο όρος «διανοούμενος» απέκτησε θετικές συνδηλώσεις ως προς το κοινωνικό κύρος, που προερχόταν από την κατοχή διάνοιας και νοημοσύνης, ειδικά όταν οι δραστηριότητες του διανοούμενου είχαν θετικές συνέπειες στη δημόσια σφαίρα και έτσι βελτίωναν την πνευματική κατανόηση του κοινού, μέσω της ηθικής ευθύνης, του αλτρουισμού και της αλληλεγγύης, χωρίς να καταφεύγει στη χειραγώγηση της δημαγωγίας, του πατερναλισμού και της συγκατάβασης.[9]:169 Ο κοινωνιολόγος Φρανκ Φουρέντι ανέφερε ότι «Οι διανοούμενοι δεν προσδιορίζονται σύμφωνα με το επάγγελμά τους, αλλά [από] τον τρόπο με τον οποίο δρουν, τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους και τις [κοινωνικές και πολιτικές] αξίες που υποστηρίζουν».[10][Χρειάζεται σελίδα]

Κατά τον Τόμας Σόουλ, ως περιγραφικός όρος προσώπου, προσωπικότητας και επαγγέλματος, η λέξη «διανοούμενος» αντανακλά τρεις τάσεις:

  1. Μορφωμένος: Εμβρίθεια για την ανάπτυξη θεωριών.
  2. Παραγωγικός: Παράγει πολιτιστικό κεφάλαιο στα πεδία της φιλοσοφίας και της κοινωνιολογίας, της λογοτεχνικής κριτικής αλλά και της νομικής, της ιατρικής και των φυσικών επιστημών.
  3. Καλλιτεχνικός: Δημιουργεί στη λογοτεχνία, τη μουσική, τη ζωγραφική, τη γλυπτική, τον κινηματογράφο ή άλλες καλές τέχνες.[11]

Ιστορικές χρήσεις

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μια λέξη που βρίσκεται στο ινδικό έπος Μαχαμπαράτα μπορεί να αντιστοιχηθεί ευθέως με την έννοια του διανοούμενου. Αυτή αναφέρεται στη συνάντηση με σκοπό τον γάμο (Swayamvara Sava) της Ντραουπάντι. Αμέσως μετά την άφιξη του Αρτζούνα και μαχαραγιάδων, εμφανίζονται στη συνάντηση και κάποιοι «νιπούνα μπουντιτζίμπινα» (= «τέλειοι διανοούμενοι»).

Στην Αυτοκρατορική Κίνα, στην περίοδο από το 206 π.Χ. έως το 1912  μ.Χ., οι αναγνωριζόμενοι ως διανοούμενοι ήταν οι λόγιοι αξιωματούχοι ή «λόγιοι κύριοι» (士大夫), δημόσιοι υπάλληλοι που διορίζονταν από τον Αυτοκράτορα της Κίνας για να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της καθημερινής διακυβερνήσεως. Τέτοιοι δημόσιοι υπάλληλοι έπαιρναν τίτλους μέσω ενός συστήματος εξετάσεων και συχνά ήταν επίσης ικανότατοι καλλιγράφοι ή και κομφουκιανοί φιλόσοφοι. Ο ιστορικός Γινγκ-Τσιτ Τσαν συμπεραίνει ότι:

Σε γενικές γραμμές, η επίδοση αυτών των λόγιων αξιωματούχων υπήρξε άξια. `Ηταν αρκετά καλή ώστε να επαινείται και να γίνεται αντικείμενο μιμήσεων στην Ευρώπη του 18ου αιώνα. Ωστόσο άφησε στην Κίνα ένα τρομερό μειονέκτημα για τη μετάβασή της από την διακυβέρνηση υπό των ανθρώπων στη διακυβέρνηση υπό του Νόμου, και οι προσωπικές θεωρήσεις στην κινεζική διακυβέρνηση στάθηκαν κατάρα.[12]:22

Στην Κορέα των Τζοσόν (1392-1910) οι διανοούμενοι ήταν όσοι γνώριζαν ανάγνωση και γραφή και είχαν καθορισθεί ως τσουνγκίν («μέσοι άνθρωποι»), σε συμφωνία με το κομφουκιανό σύστημα. Από κοινωνικής απόψεως συνιστούσαν τη μικροαστική τάξη, λόγιων αξιωματούχων, επαγγελματιών και τεχνικών που υπηρετούσαν τη διοίκηση της Δυναστείας των Τζοσόν.[13]:73–4

Ο δημόσιος διανοούμενος

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο όρος δημόσιος διανοούμενος περιγράφει τον διανοούμενο που συμμετέχει στα δημόσια «συ-ζητήματα» της κοινωνίας, επιπροσθέτως μιας ακαδημαϊκής σταδιοδρομίας[14], αν και η χρήση του όρου intellectual στη Βόρεια Αμερική περιλαμβάνει και τους απλούς πανεπιστημιακούς δασκάλους.[15] Ανεξαρτήτως των επιστημών στις οποίες κατέχουν την εμπειρία του ειδικού, οι άνθρωποι αυτοί εισηγούνται και αποκρίνονται στα κριτικά προβλήματα της κοινωνίας και ως τέτοιοι αναμένεται να είναι αμερόληπτοι κριτικοί, που μπορούν να «αρθούν πάνω από τη μεροληπτική οπτική ενός συγκεκριμένου επαγγέλματος και να ασχοληθούν με τα παγκόσμια θέματα αλήθειας, κρίσεων, ηθικής, αλλά και αισθητικής της κοινωνίας της εποχής τους».[16][10]:32 Στο έργο του Representations of the Intellectual (1994) ο Έντουαρντ Σαΐντ έγραψε ότι «ο πραγματικός διανοούμενος είναι, συνεπώς, πάντοτε ένας περιθωριακός, ζώντας σε μια αυτοεξορία στα περιθώρια της κοινωνίας».[17]:1–2 Οι διανοούμενοι προέρχονται συνήθως από τη μορφωμένη ελίτ μιας κοινωνίας, με τη διάκριση μεταξύ διανούμενου και «πανεπιστημιακού» να είναι η συμμετοχή του πρώτου στο πεδίο των δημόσιων πραγμάτων.[18]

Το έργο του Γιούργκεν Χάμπερμας Αλλαγή της δομής της δημοσιότητας (1963) απετέλεσε μια σημαντική συμβολή στην έννοια του δημόσιου διανοούμενου καθορίζοντας ιστορικώς και εννοιολογικώς την ιδέα του ιδιωτικού και του δημόσιου. Αμφιλεγόμενος από την άλλη ήταν, την ίδια εποχή, ο ορισμός του Ραλφ Ντάρεντολφ: «Ως οι γελωτοποιοί της σύγχρονης κοινωνίας, όλοι οι διανοούμενοι έχουν το καθήκον να αμφισβητούν όλα τα προφανή πράγματα, να σχετικοποιούν όλη την αυθεντία, να θέτουν όλα εκείνα τα ερωτήματα που ουδείς άλλος τολμά να θέσει.»[19]:51

Ο διανοούμενος συνδέεται συνήθως με κάποια ιδεολογία ή φιλοσοφικό ρεύμα.[20] Ο Τσέχος διανοούμενος Βάτσλαβ Χάβελ είχε πει ότι η πολιτική και οι διανοούμενοι μπορούν να είναι συνδεδεμένοι, αλλά ότι η ηθική ευθύνη για τις ιδέες τους, ακόμα και όταν τις υπερασπίζεται ένας πολιτικός, παραμένει των διανοουμένων. Επομένως (κατά τη γνώμη του Χάβελ) είναι καλύτερο να αποφεύγουμε τους ουτοπιστές διανοούμενους που προσφέρουν γενικές λύσεις των προβλημάτων της πολιτικής οικονομίας με πολιτικές που ίσως να βλάψουν ή έχουν βλάψει. Υπεστήριζε ότι οι διανοούμενοι πρέπει να συναισθάνονται τους κοινωνικούς και πολιτισμικούς δεσμούς που δημιουργούν οι λέξεις τους και οι ιδέες τους, ενώ θα πρέπει να ακούγονται ως κοινωνικοί κριτικοί της πολιτικής και κάθε άλλης εξουσίας.[17]:13

Ο καθοριστικός παράγοντας για έναν «διανοητή» (ιστορικό, φιλόσοφο, επιστήμονα, συγγραφέα, καλλιτέχνη) ώστε αυτός να θεωρηθεί δημόσιος διανοούμενος είναι ο βαθμός στον οποίο είναι συνδεδεμένος («συζευγμένος») με, αλλά και επιδραστικός, στη ζωτική πραγματικότητα του σύγχρονου κόσμου, δηλαδή ο βαθμός της συμμετοχής του στα δημόσια πράγματα της κοινωνίας. Συνεπώς, ο ρόλος του δημόσιου διανοουμένου προσδιορίζεται από τον βαθμό της επιρροής που έχουν τα κίνητρα, οι απόψεις του και οι επιλογές δράσεων που προτείνει (κοινωνικών, πολιτικών και ιδεολογικών).

Μετά την αποτυχία του μεγάλης κλίμακας κινήματος του «Μάη του '68» στη Γαλλία, οι διανοούμενοι στη χώρα κατηγορήθηκαν συχνά ότι συζητούσαν γενικά ζητήματα πέρα από τις περιοχές της ειδικότητάς τους, όπως ζητήματα δημοκρατίας. Οι διανοούμενοι όλο και περισσότερο ισχυρίζονταν ότι ήταν μέλη περιθωριοποιημένων ομάδων αντί να είναι απλώς υποστηρικτές τους, και άρχισαν να επικεντρώνουν τις όποιες δράσεις τους στα κοινωνικά προβλήματα που σχετίζονταν με τις ειδικότητές τους (όπως τις σχέσεις των φύλων στην περίπτωση των ψυχολόγων). Μια παρόμοια μετατόπιση έγινε αισθητή στην Κίνα μετά τις διαδηλώσεις της Πλατείας Τιενανμέν: από τον «παγκόσμιο διανοούμενο» (που σχεδιάζει ένα καλύτερο μέλλον για τους πολίτες από το εσωτερικό του ακαδημαϊκού χώρου) σε διανοουμένους minjian («από τις ρίζες» των λαϊκών στρωμάτων), όπως ο Γουάνγκ Χσιαομπό, ο κοινωνικός επιστήμονας Γιου Τσιαν-ρον και ο αρχισυντάκτης του περιοδικού Yanhuang Chunqiu (炎黄春秋) Τινγκ Τονγκ (丁東).[21]

Στα ζητήματα δημόσιας πολιτικής ο δημόσιος διανοούμενος συνδυάζει την επιστημονική έρευνα με τα πρακτικά ζητήματα και την επίλυση κοινωνικών προβλημάτων. Ο Βρετανός κοινωνιολόγος Μάικλ Μπούραγουοϊ, που υπηρετεί τη δημόσια κοινωνιολογία, δήλωσε ότι οι «επαγγελματίες» κοινωνιολόγοι έχουν αποτύχει επειδή δεν έδωσαν επαρκή προσοχή στην επίλυση κοινωνικών προβλημάτων, και ότι ένας διάλογος ανάμεσα στον πανεπιστημιακό και τον απλό άνθρωπο θα γεφύρωνε το χάσμα.[22] Παράδειγμα είναι το πώς οι Χιλιανοί διανοούμενοι εργάσθηκαν για την αποκατάσταση της δημοκρατίας δρώντας «εκ των ένδον» στις δεξιές και νεοφιλελεύθερες κυβερνήσεις της Δικτατορίας του 1973-1990, όταν το καθεστώς του Πινοσέτ επέτρεψε «επαγγελματικές ευκαιρίες» για κάποιους φιλελεύθερους και αριστερούς κοινωνικούς επιστήμονες να εργασθούν στο πεδίο της πολιτικής και ως σύμβουλοι σε μια προσπάθεια να εφαρμοσθεί η θεωρητική οικονομική των λεγόμενων Chicago Boys.[23]

Στο βιβλίο του Η κοινωνιολογική φαντασία (1959) ο Αμερικανός κοινωνιολόγος Σ. Ράιτ Μιλς γράφει ότι οι (Αμερικανοί) πανεπιστημιακοί δεν διαθέτουν πλέον τα κατάλληλα εφόδια για να συμμετέχουν στον δημόσιο διάλογο, και ότι οι δημοσιογράφοι έχουν συνήθως καλύτερα πολιτικά ανακλαστικά και γνώσεις από όσο «οι κοινωνιολόγοι, οι οικονομολόγοι και ιδίως... οι πολιτικοί επιστήμονες».[24]:99 Επειδή τα πανεπιστήμια των ΗΠΑ είναι γραφειοκρατικές επιχειρήσεις, «δεν διδάσκουν κριτική σκέψη στους φοιτητές, που δεν γνωρίζουν «πώς να εκτιμήσουν το τι συμβαίνει στη γενική πάλη για εξουσία στη σύγχρονη κοινωνία».[24] Παρόμοια, ο Ρίτσαρντ Ρόρτυ επέκρινε την ποιότητα της συμμετοχής των διανοουμένων στον δημόσιο διάλογο ως παράδειγμα της «ανευθυνότητας των διανοουμένων ως πολιτών, ιδίως των πανεπιστημιακών διανοουμένων».[25]

Κατά τον νομικό μελετητή Ρίτσαρντ Πόσνερ η συμμετοχή των πανεπιστημιακών δημόσιων διανοούμενων στον δημόσιο βίο της κοινωνίας χαρακτηρίζεται από λογικώς ακατάστατες και πολιτικώς μεροληπτικές δηλώσεις του είδους που θα ήταν απορριπτέες στις ερευνητικές δημοσιεύσεις τους. Ο Πόσνερ καταλήγει στο ότι υπάρχουν λίγοι ιδεολογικώς και πολιτικώς ανεξάρτητοι δημόσιοι διανοούμενοι, ενώ από την άλλη αποδοκιμάζει τους δημόσιους διανοούμενους που αυτοπεριορίζονται σε πρακτικά ζητήματα δημόσιας πολιτικής και δεν ασχολούνται με θέματα αξιών, φιλοσοφίας του κοινού βίου, ή δημόσιας ηθικής.

Οι διανοούμενοι ως κοινωνική τάξη

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Κύριο λήμμα: Ιντελιγκέντσια

Από κοινωνικής απόψεως, το σύνολο των διανοούμενων σε μια κοινωνία αποτελεί την ιντελιγκέντσια, μια ομάδα ή τάξη που μπορεί να διαφοροποιηθεί από τις άλλες με βάση μια μη οικονομική παράμετρο. Μεταξύ τους οι διανοούμενοι μπορούν να οργανωθούν είτε αναλόγως της ιδεολογίας τους (π.χ. συντηρητισμός, φασισμός, σοσιαλισμός, φιλελευθερισμός, αντιδραστισμός, κομμουνισμός, τροτσκισμός), είτε αναλόγως της εθνικότητάς τους. Ο όρος χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά ως inteligencja από τον Πολωνό φιλόσοφο και πολιτικοκοινωνικό συγγραφέα Κάρολ Λίμπελτ το 1844 και ως intelligentsiya στη Ρωσική Αυτοκρατορία περί το 1860-1875, όπου σήμαινε το κοινωνικό στρώμα όσων κατείχαν μια τυπική μόρφωση και αποτελούσαν το αντίστοιχο των Γερμανών Bildungsbürgertum και των Γάλλων bourgeoisie éclairée, των «πεφωτισμένων» μεσαίων τάξεων των χωρών αυτών.

Στη μαρξιστική φιλοσοφία η ταξική λειτουργία των διανοουμένων (ως ιντελιγκέντσιας) θεωρείται ότι αποτελεί την πηγή προοδευτικών ιδεών για τον μετασχηματισμό της κοινωνίας: παρέχουν συμβουλές στους πολιτικούς ηγέτες, ενώ εξηγούν την πολιτική της χώρας στις λαϊκές μάζες (εργάτες και αγρότες). Στη φυλλάδα του με τίτλο Τι πρέπει να γίνει (1902), ο Λένιν (1870-1924) έγραψε ότι η επανάσταση του κόμματος εμπροσθοφυλακής απαιτούσε τη συμμετοχή των διανοουμένων, ώστε να εξηγήσουν τις πολυπλοκότητες της σοσιαλιστικής ιδεολογίας στο στερούμενο παιδείας προλεταριάτο, προκειμένου να τους ενσωματώσουν οργανικά στην επανάσταση, επειδή «η ιστορία όλων των κρατών δείχνει ότι η εργατική τάξη, μόνο από τις δικές της προσπάθειες και χωρίς εξωτερική βοήθεια, μπορεί να αναπτύξει μονάχα συνδικαλιστική συνείδηση» και θα συμβιβασθεί με τα περιορισμένα κοινωνικο-οικονομικά κέρδη που επιτυγχάνονται στο επίπεδο αυτό. Στη Ρωσία, όπως και στην υπόλοιπη Ευρώπη, η σοσιαλιστική θεωρία ήταν το προϊόν των «μορφωμένων εκπροσώπων των τάξεων με ιδιοκτησία», «επαναστατών σοσιαλιστών διανοούμενων», όπως ήταν οι Καρλ Μαρξ και Φρίντριχ Ένγκελς.[26]:31,137–8

Ο Ούγγρος μαρξιστής φιλόσοφος Γκέοργκ Λούκατς (1885-1971) προσδιόρισε την ιντελιγκέντσια ως την προνομιούχο κοινωνική τάξη που παρέχει την επαναστατική ηγεσία. Μέσα από κατανοητή και εύκολη στην πρόσβαση ερμηνεία, οι διανοούμενοι εξηγούν στους εργάτες και στους αγρότες το «ποιος;», το «πώς;» και το «γιατί;» του status quo και την πρακτική, επαναστατική εφαρμογή του μετασχηματισμού της κάθε κοινωνίας.

Ο Ιταλός θεωρητικός του κομμουνισμού Αντόνιο Γκράμσι (1891–1937) ανέπτυξε την έννοια του Μαρξ για την τάξη των διανοούμενων, ώστε να συμπεριλάβει την πολιτική ηγεσία στη δημόσια σφαίρα. Αυτό επειδή «όλη η γνώση ενέχει υπαρξιστική βάση» και οι διανοούμενοι, που δημιουργούν και αποθησαυρίζουν τη γνώση, αποτελούν αυτούς που μιλούν ως εκπρόσωποι διάφορων κοινωνικών ομάδων και αρθρώνουν ειδικότερα κοινωνικά συμφέροντα». Αυτοί οι διανοούμενοι εμφανίζονται σε κάθε κοινωνική τάξη, από τη δεξιά μέχρι την αριστερά άκρη του πολιτικού φάσματος και, ως κοινωνική τάξη, οι «διανοούμενοι θεωρούν τους εαυτούς τους ως αυτόνομους από την άρχουσα τάξη» της κοινωνίας τους.

Εισηγούμενος τον ρόλο τους ως κοινωνικής τάξεως, ο Ζαν-Πολ Σαρτρ είχε δηλώσει ότι οι διανοούμενοι αποτελούν την ηθική συνείδηση της εποχής τους, και ότι η ηθική τους ευθύνη είναι να παρατηρούν το κοινωνικοπολιτικό «μομέντουμ» και να μιλούν ελεύθερα προς την κοινωνία τους, σε συμφωνία με τις συνειδήσεις τους.[27]:119

Ο Βρετανός ιστορικός Νόρμαν Στόουν ήταν της γνώμης ότι η τάξη των διανοούμενων παρερμηνεύει την πραγματικότητα της κοινωνίας και για τούτο είναι καταδικασμένη να επαναλαμβάνει τα σφάλματα της λογικής πλάνης, της ιδεολογικής ανοησίας και του ανεπαρκούς σχεδιασμού που παρεμποδίζεται από την ιδεοληψία.[17] Στα απομνημονεύματά της η συντηρητική πολιτικός Μάργκαρετ Θάτσερ γράφει ότι η αντιμοναρχική Γαλλική Επανάσταση ήταν «μια ουτοπική προσπάθεια ανατροπής της παραδοσιακής τάξεως πραγμάτων [...] στο όνομα αφηρημένων ιδεών, τις οποίες είχαν διατυπώσει ματαιόδοξοι διανοούμενοι».[28]:753

Στη Λατινική Αμερική

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Peter H. Smith περιγράφει τους διανοούμενους της Λατινικής Αμερικής ως ανθρώπους προερχόμενους από μια συγκεκριμένη κοινωνική τάξη και ως εκ τούτου διαμορφωμένους από μια κοινή εμπειρία και προδιατεθειμένους να μοιρασθούν κοινές αξιακές παραδοχές: το 94% των διανοουμένων προέρχεται από τη μεσαία ή την ανώτερη τάξη και μόλις το 6% προέρχεται από την εργατική τάξη.[29]

Ο φιλόσοφος Στήβεν Φούλερ έγραψε ότι, επειδή το πολιτισμικό κεφάλαιο δίνει κοινωνικοπολιτική ισχύ και κοινωνικό «στάτους», οι διανοούμενοι πρέπει να είναι αυτόνομοι προκειμένου να είναι αξιόπιστοι ως διανοούμενοι:

Είναι σχετικώς εύκολο να επιδεικνύεις αυτονομία αν προέρχεσαι από πλούσια ή αριστοκρατική οικογένεια. Απλώς πρέπει να αποκηρύξεις το κοινωνικό σου «στάτους» και να γίνεις υπέρμαχος των φτωχών και καταπιεσμένων [...]. Η αυτονομία είναι πολύ δυσκολότερο να επιδειχθεί αν προέρχεσαι από φτωχή ή προλεταριακή οικογένεια [...], [τότε] εκκλήσεις για συνένωση με τους προερχόμενους από πλούσια οικογένεια σε έναν κοινό σκοπό εμφανίζονται να προδίδουν τη δική σου ταξική προέλευση.[30]:113–4

Στις Ηνωμένες Πολιτείες

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Ο θεολόγος Έντουαρντς Α. Παρκ πρότεινε τον διαχωρισμό των διανοουμένων από τη δημόσια σφαίρα της κοινωνίας στις ΗΠΑ.

Ο Αμερικανός θεολόγος του 19ου αιώνα Έντουαρντς Α. Παρκ (Edwards Amasa Park, 1808-1900) έγραψε: «Αδικούμε το μυαλό μας όταν καταβιβάζουμε τις δυσκολίες της επιστήμης στην αρένα των λαϊκών αντιγνωμιών».[25]:12 Κατά τη γνώμη του ήταν απαραίτητο, στο όνομα της κοινωνικής, οικονομικής και πολιτικής σταθερότητας, «να διαχωρισθεί ο σοβαρός, τεχνικός ρόλος των επαγγελματιών από την ευθύνη τους να προμηθεύουν χρηστικές πολιτικές φιλοσοφίες για το γενικό κοινό». Αυτό εκφράζει την πλατωνική διχοτομία ανάμεσα στη δημόσια γνώση και την ιδιωτική γνώση, στην «κουλτούρα του πολίτη» και την «επαγγελματική κουλτούρα», στη διανοητική σφαίρα της ζωής και τον βίο των συνηθισμένων ανθρώπων στην κοινωνία.[25]:12

Στις ΗΠΑ, τα μέλη της τάξεως των διανοουμένων έχουν χαρακτηρισθεί ως άνθρωποι που υποστηρίζουν από φιλελεύθερες μέχρι αριστερές πολιτικές απόψεις σχετικώς με τη δημοσιονομική πολιτική.[31]

Στο άρθρο του «The Intellectuals and Socialism» (= «οι διανοούμενοι και ο σοσιαλισμός», 1949), ο Φρίντριχ Χάγιεκ έγραψε ότι «οι δημοσιογράφοι, οι δάσκαλοι, οι πάστορες, … οι εκδότες, οι ραδιοσχολιαστές, οι λογοτέχνες, οι σκιτσογράφοι και οι καλλιτέχνες» αποτελούν μια διανοητική κοινωνική τάξη, η λειτουργία της οποίας είναι να επικοινωνούν τις σύνθετες και εξειδικευμένες γνώσεις του επιστήμονα στο γενικό κοινό. Υπεστήριξε με επιχειρήματα ότι οι διανοούμενοι ελκύονται από τον σοσιαλισμό ή τη σοσιαλδημοκρατία, καθώς οι σοσιαλιστές προσφέρουν «ευρύ όραμα: την ευρύχωρη κατανόηση της κοινωνικής τάξεως, ως συνόλου, την οποία υπόσχεται ένα σύστημα σχεδιασμένης οικονομίας», και ότι τέτοιες φιλοσοφίες με ευρύ όραμα «επιτυγχάνουν να εμπνέουν τη φαντασία των διανοουμένων» για την αλλαγή και βελτίωση των κοινωνιών τους.[32] Σύμφωνα με τον Χάγιεκ, οι διανοούμενοι υποστηρίζουν δυσανάλογα τον σοσιαλισμό για ιδεαλιστικούς και ουτοπικούς λόγους, για προτάγματα τα οποία δεν μπορούν να υλοποιηθούν στην πράξη.[33]

Ο οικονομολόγος Μίλτον Φρίντμαν είχε δηλώσει ότι η ιντελιγκέντσια και η επιχειρηματική τάξη είναι εχθροί του καπιταλισμού.

Ο Γάλλος φιλόσοφος Ζαν-Πολ Σαρτρ σημείωσε ότι «ο Διανοούμενος είναι κάποιος που ανακατεύεται σε αυτό που δεν τον αφορά» (γαλλ. «L'intellectuel est quelqu'un qui se mêle de ce qui ne le regarde pas»).[34]:588–9

Ο Νόαμ Τσόμσκι εξέφρασε την άποψη ότι «οι διανοούμενοι είναι σπεσιαλίστες στη δυσφήμιση, είναι βασικά πολιτικοί κομισάριοι, είναι οι ιδεολογικοί διοικητές, αυτοί που απειλούνται περισσότερο από κάθε άλλον από τους αντιφρονούντες».[35] Στο περίφημο άρθρο του « Η ευθύνη των διανοουμένων», ο Τσόμσκι αναλύει τη διανοητική σκηνή στις ΗΠΑ και υποστηρίζει ότι σε μεγάλο βαθμό είναι υποταγμένη στην εξουσία. Είναι ιδιαιτέρως επικριτικός για τους κοινωνικούς επιστήμονες και τους τεχνοκράτες, οι οποίοι παρέχουν μια ψευδοεπιστημονική δικαιολόγηση για τα εγκλήματα του κράτους.

Το 1974 ο Αμερικανός οικονομολόγος Μίλτον Φρίντμαν είχε δηλώσει ότι οι επιχειρηματίες και οι διανοούμενοι αποτελούν εχθρούς του καπιταλισμού: οι μεν διανοούμενοι δια της πίστεως στον σοσιαλισμό, οι δε επιχειρηματίες δια της επιδιώξεως άνομων-προνομιακών κερδών. Στο δοκίμιό του με τίτλο «Γιατί οι διανοούμενοι αντιτίθενται στον καπιταλισμό;» (1998), ο Αμερικανός ελευθεριστής φιλόσοφος Ρόμπερτ Νόζικ υπεστήριξε ότι οι διανοούμενοι στρέφονται στην αριστερά επειδή είναι πικραμένοι από το καπιταλιστικό σύστημα, όπου το ανώτερο διανοητικό έργο τους, που εκτιμάται από το σχολείο ή το πανεπιστήμιο, δεν αμείβεται επαρκώς στην οικονομία της αγοράς. Οι διανοούμενοι στρέφονται έτσι εναντίον του καπιταλισμού, παρά το ότι απολαμβάνουν υψηλότερο κοινωνικοοικονομικό «στάτους» από όσο ο μέσος πολίτης.[36]

Ο συντηρητικός οικονομολόγος Τόμας Σόουλ γράφει στο βιβλίο του Διανοούμενοι και κοινωνία (2010) ότι οι διανοούμενοι, που είναι παραγωγοί γνώσεων και «εργάτες των ιδεών» αλλά δεν παράγουν υλικά αγαθά, τείνουν να εκφράζουν γνώμες εκτός των πεδίων της ειδικότητάς τους, και όμως αναμένουν κοινωνική και επαγγελματική ανταμοιβή εξαιτίας του ότι κατέχουν εξειδικευμένη γνώση άλλων πραγμάτων. Σε σχέση με άλλα επαγγέλματα, οι δημόσιοι διανοούμενοι είναι κοινωνικώς διαχωρισμένοι και «εξασφαλισμένοι» από τις αρνητικές και μη αναμενόμενες συνέπειες της δημόσιας πολιτικής που προκύπτει από τις ιδέες τους. Ο Σόουλ δίνει το παράδειγμα του Μπέρτραντ Ράσελ (1872-1970), ο οποίος συμβούλευε τη βρετανική κυβέρνηση να μη βαρύνει τη χώρα με πολεμικούς εξοπλισμούς τα χρόνια πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.[37]:218–276


  1. The New Fontana dictionary of Modern Thought, 3η έκδοση, επιμ. A. Bullock & S. Trombley, 1999, σελ. 433
  2. Jennings, Jeremy και Kemp-Welch, Tony: «The Century of the Intellectual: From Dreyfus to Salman Rushdie», στο Intellectuals in Politics, Routledge, Νέα Υόρκη 1997, σελ. 1
  3. Ory, Pascal και Sirinelli, Jean-François: Les Intellectuels en France, De l’affaire Dreyfus à nos jours, εκδ. Armand Colin, Παρίσι 2002, σελ. 10
  4. The Oxford English Reference Dictionary, β΄ έκδ., 1996, σελ. 130
  5. The New Cassel's French-English, English-French Dictionary, 1962, σελ. 88
  6. «Littérateur, n.». Discover the Story of English (2η (1989) έκδοση). Oxford English Dictionary. Ιούνιος 2012.
  7. 1 2 3 4 Collini, Stefan (2006). Absent Minds. Intellectuals in Britain. Οξφόρδη: Oxford University Press. ISBN 0199291055.
  8. Kramer, Hilton (1999). The Twilight of the Intellectuals. Σικάγο: Ivan R. Dee.
  9. Williams, Raymond. Keywords: A Vocabulary of Culture and Society (1983)
  10. 1 2 Furedi, Frank (2004). Where Have All The Intellectuals Gone?. Λονδίνο και Νέα Υόρκη: Continuum Press.
  11. Sowell, Thomas (1980). Knowledge and Decisions. Basic Books.
  12. Charles Alexander Moore, επιμ. (1967). The Chinese Mind: Essentials of Chinese Philosophy and Culture. University of Hawaii Press. ISBN 978-0824800758.
  13. The Korea Foundation (2016). Koreana – Winter 2015. 한국국제교류재단. ISBN 979-1156041573.
  14. Etzioni, Amitai (επιμ.): Public Intellectuals, Rowman & Littlefield Publishers, 2006
  15. McKee (2001)
  16. Bauman, 1987: 2
  17. 1 2 3 Jennings, Jeremy· Kemp-Welch, Tony (1997). «The Century of the Intellectual: From Dreyfus to Salman Rushdie». Στο: Jennings, Jeremy· Kemp-Welch, Tony, επιμ. Intellectuals in Politics: From the Dreyfus Affair to Salman Rushdie. Routledge. σελίδες 100–110. ISBN 0-415-14995-9.
  18. Bourdieu 1989
  19. Ralf Dahrendorf: «Der Intellektuelle und die Gesellschaft», Die Zeit, 20 Μαρτίου 1963
  20. McLennan, Gregor (2004). «Traveling With Vehicular Ideas: The Case of the Third Way». Economy and Society 33 (4): 484-499. doi:10.1080/0308514042000285251.
  21. Béja, Jean-Philippe (2020). «Review of Minjian: The Rise of China's Grassroots Intellectuals». China Review 20 (4): 285-287. ISSN 1680-2012. https://www.jstor.org/stable/26959862.
  22. Gattone, Charles (2006). The Social Scientist As Public Intellectual: Critical Reflections In A Changing World. Rowman and Littlefield.
  23. Sorkin (2007)
  24. 1 2 Mills, Charles Wright (1959). The Sociological Imagination. Οξφόρδη: Oxford University Press.
  25. 1 2 3 Bender, Thomas (1993). Intellect and Public Life. Βαλτιμόρη: Johns Hopkins University Press.
  26. Le Blanc, Paul: Revolution, Democracy, Socialism: Selected Writings of Lenin, Pluto Press, Λονδίνο 2008
  27. Scriven 1993
  28. Thatcher, Margaret (1993). The Downing Street Years. Λονδίνο: HarperCollins. ISBN 0-8317-5448-6.
  29. Smith, Peter H. (2017). A view from Latin America. The New History.
  30. Fuller, Steve (2005). The Intellectual: The Positive Power of Negative Thinking. Cambridge: Icon.
  31. «Public Praises Science; Scientists Fault Public, Media: Section 4: Scientists, Politics and Religion – Pew Research Center for the People & the Press». People-press.org. 9 Ιουλίου 2009. Ανακτήθηκε στις 14 Απριλίου 2010.
  32. «The Intellectuals and Socialism", The University of Chicago Law Review (άνοιξη 1949)
  33. «Papers of Interest» (PDF). Mises Institute. 18 Αυγούστου 2014.
  34. Annie Cohen-Solal: Sartre, Gallimard, 1989
  35. Chomsky, Noam (2003). Understanding Power. Penguin Books India. σελ. 206. ISBN 9780143029915.
  36. Nozick, Robert (Ιανουάριος-Φεβρουάριος 1998). «Why do intellectuals oppose capitalism?». Cato Policy Report 20 (1): 1, 9-11. http://www.cato.org/pubs/policy_report/cpr-20n1-1.html.
  37. Sowell, Thomas (2010). Intellectuals and Society. Basic Books.
  • Aron, Raymond: The Opium of the Intellectuals, Transaction Publishers, 1962
  • Basov, Nikita κ.ά. (2010): The Intellectual: A Phenomenon in Multidimensional Perspectives, Inter-Disciplinary Press Αρχειοθετήθηκε 24 September 2015 στο Wayback Machine..
  • Bates, David (επιμ.): Marxism, Intellectuals and Politics, Palgrave, Λονδίνο 2007
  • Benchimol, Alex: Intellectual Politics and Cultural Conflict in the Romantic Period: Scottish Whigs, English Radicals and the Making of the British Public Sphere, Routledge, Λονδίνο 2016
  • Benda, Julien: The Treason of the Intellectuals, Transaction Publishers, New Brunswick, N.J., 2003
  • Camp, Roderic: Intellectuals and the State in Twentieth-Century Mexico, University of Texas Press, Austin 1985
  • Chomsky, Noam: «The Responsibility of Intellectuals» στο The Dissenting Academy, επιμ. Theolord Roszak, Pantheon Books, Νέα Υόρκη 1968, σσ. 254-298
  • Coleman, Peter: The Last Intellectuals, Quadrant Books, Sydney 2010
  • Di Leo, Jeffrey R. και Peter Hitchcock (επιμ.): The New Public Intellectual: Politics, Theory, and the Public Sphere, Springer, 2016
  • Finkielkraut, Alain: The Defeat of the Mind, Columbia University Press, 1995
  • Gella, Aleksander (επιμ.): The Intelligentsia and the Intellectuals, Sage Publication, Καλιφόρνια 1976
  • Gouldner, Alvin W.: The Future of the Intellectuals and the Rise of the New Class, The Seabury Press, Νέα Υόρκη 1979
  • Gross, John: The Rise and Fall of the Man of Letters, Macmillan, Νέα Υόρκη 1969
  • Huszar, George B. de (επιμ.): The Intellectuals: A Controversial Portrait, The Free Press, Glencoe (Illinois) 1960 (ανθολογία με πολλές συνεισφορές)
  • Johnson, Paul: Intellectuals, Harper Perennial, Νέα Υόρκη 1990 (ιδεολογικές κριτικές για τους Ρουσσώ, Σέλλεϋ, Μαρξ, Ίψεν, Τολστόι, Χέμινγουεϊ, Μπ. Ράσελ, Σαρτρ, Μπρεχτ, Χέλμαν, Μέιλερ, Μπόλντουιν, Τσόμσκι και άλλους)
  • Kennedy, Michael D.: Globalizing knowledge: Intellectuals, universities and publics in transformation, Stanford University Press, 2015
  • Konrad, George κ.ά.: The Intellectuals On The Road To Class Power, Harvester Press, Sussex 1979
  • Lasch, Christopher: The New Radicalism in America, 1889-1963: The Intellectual as a Social Type, W.W. Norton & Co., Νέα Υόρκη 1997
  • Lemert, Charles: Intellectuals and Politics, Sage Publications, Καλιφόρνια 1991
  • McCaughan, Michael: True Crime: Rodolfo Walsh and the Role of the Intellectual in Latin American Politics, Latin America Bureau
  • Michael, John: Anxious Intellects: Academic Professionals, Public Intellectuals, and Enlightenment Values, Duke University Press, 2000
  • Misztal, Barbara A.: Intellectuals and the Public Good, Cambridge University Press, 2007
  • Moebius, Stephan: «Intellektuellensoziologie: Skizze einer Methodologie», Sozial.Geschichte Online. H. 2 (2010), σσ. 37-63, σελ. 42 (PDF, 173 kB)
  • Molnar, Thomas: The Decline of the Intellectual, The World Publishing Company, Cleveland 1961
  • Piereson, James: «The Rise & Fall of the Intellectual», The New Criterion, τόμος XXV (2006), σελ. 52
  • Posner, Richard A.: Public Intellectuals: A Study of Decline. Harvard University Press, Cambridge (MA) 2002, ISBN 0-674-01246-1
  • Rieff, Philip (επιμ.): On Intellectuals, Doubleday & Co., Νέα Υόρκη 1969
  • Sawyer, S., και Iain Stewart (επιμ.): In Search of the Liberal Moment: Democracy, Anti-totalitarianism, and Intellectual Politics in France since 1950, Springer, 2016
  • Showalter, Elaine: Inventing Herself: Claiming A Feminist Intellectual Heritage, εκδ. Picador, Λονδίνο 2001
  • Viereck, Peter: Shame and Glory of the Intellectuals, Beacon Press, Βοστώνη 1953
  • Aczél, Tamás & Méray, Tibor: The Revolt of the Mind, εκδ. Frederick A. Praeger, Νέα Υόρκη 1959
  • Barzun, Jacques: The House of Intellect, Harper, Νέα Υόρκη 1959
  • Berman, Paul: The Flight of the Intellectuals, Melville House, Νέα Υόρκη 2010
  • Carey, John: The Intellectuals And The Masses: Pride and Prejudice Among the Literary Intelligentsia, 1880-1939, Chicago Review Press, 2005
  • Chomsky, Noam: Οι διανοούμενοι και το κράτος, μετάφρ. Νίκος Β. Αλεξίου, εκδ. «Ελεύθερος τύπος» / «Ελληνικές εκδόσεις», Αθήνα 2000
  • Grayling, A.C.: «Do Public Intellectuals Matter?», Prospect Magazine, νο. 206, 2013
  • Hamburger, Joseph: Intellectuals in Politics, Yale University Press, New Haven 1966
  • Hayek, F.A.: «The Intellectuals and Socialism», The University of Chicago Law Review, τόμ. XVI (έτος 1949), νο. 3, σσ. 417-433
  • Huizinga, Johan: In the Shadows of Tomorrow, W.W. Norton & Company, Νέα Υόρκη 1936
  • Kidder, David S., Oppenheim, Noah D.: The Intellectual Devotional, Rodale Books, Emmaus (Pennsylvania) 2006, ISBN 1-59486-513-2
  • Laruelle, François: Intellectuals and Power, Polity Press, Cambridge 2014
  • Lilla, Mark: The Reckless Mind – Intellectuals in Politics, New York Review Books, Νέα Υόρκη 2003
  • Lukacs, John A.: «Intellectuals, Catholics, and the Intellectual Life», Modern Age, τόμ. II, No. 1 (έτος 1958), σσ. 40-53
  • MacDonald, Heather: The Burden of Bad Ideas, Ivan R. Dee, Νέα Υόρκη 2001
  • Milosz, Czeslaw: The Captive Mind, Vintage Books, Νέα Υόρκη 1990
  • Molnar, Thomas: «Intellectuals, Experts, and the Classless Society», Modern Age, τόμ. II, No. 1 (έτος 1958), σσ. 33-39
  • Moses, A. Dirk: German Intellectuals and the Nazi Past, Cambridge University Press, Cambridge 2009
  • Ροζάνης, Στέφανος: Διανοούμενοι και νεωτερικότητα, εκδ. «Εξάρχεια», Αθήνα 2015
  • Rothbard, Murray N.: «World War I as Fulfillment: Power and the Intellectuals», The Journal of Libertarian Studies, τόμος IX, No. 1 (έτος 1989), pp. 81–125.
  • Russel, Jacoby: Οι τελευταίοι διανοούμενοι: Η αμερικανική πνευματική ζωή σε μια εποχή ακαδημαϊκότητας, εκδ. «Νησίδες», 200
  • Sapiro, Gisèle: The French Writers' War 1940-1953, αγγλ. έκδοση 2014 (πολύ επιδραστική μελέτη των διανοουμένων της γαλλικής αντίστασης), παρουσίαση online
  • Shapiro, J. Salwyn : «The Revolutionary Intellectual», The Atlantic Monthly, τόμος CXXV (έτος 1920), σσ. 320-330
  • Shenfield, Arthur A.: «The Ugly Intellectual», The Modern Age, τόμος XVI, No. 1 (έτος 1970), σσ. 9-14
  • Shlapentokh, Vladimir: Soviet Intellectuals and Political Power, Princeton University Press, 1990
  • Shore, Marci: Caviar and Ashes, Yale University Press, New Haven 2009
  • Σιμόπουλος, Κυριάκος: Διανοούμενοι και καλλιτέχνες, ευτελείς δούλοι της εξουσίας, εκδ. Στάχυ, 1997, 2004
  • Small, Helen: The Public Intellectual, Blackwell Publishing, Οξφόρδη 2002
  • Strunsky, Simeon (1921): «Intellectuals and Highbrows», Part II, Vanity Fair, τόμος XV, σσ. 52, 92
  • Whittington-Egan, Richard: «The Vanishing Man of Letters: Part One», Contemporary Review, 1 Αυγούστου 2003
  • Whittington-Egan, Richard: «The Vanishing Man of Letters: Part Two», Contemporary Review, 1 Οκτωβρίου 2003
  • Wolin, Richard: The Wind from the East: French Intellectuals, the Culture Revolution and the Legacy of the 1960s, Princeton University Press Princeton 2010

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
*  Πολυμέσα σχετικά με το θέμα   στο Wikimedia Commons