Δημόσιος διαδικτυακός κατάλογος ανοιχτής πρόσβασης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Στιγμιότυπο του Dynix, ενός από τα πρώτα και δημοφιλέστερα διαδικτυακά συστήματα αναζήτησης καταλόγου βιβλιοθήκης κατά τη δεκαετία του 1980.

Ένας δημόσιος διαδικτυακός κατάλογος ανοιχτής πρόσβασης (γνωστός και ως OPAC ή Online public access catalog), είναι μία διαδικτυακή βάση δεδομένων των υλικών μιας βιβλιοθήκης ή ενός συνόλου βιβλιοθηκών. Μέσω του δημόσιου διαδικτυακού καταλόγου, οι χρήστες έχουν τη δυνατότητα να κάνουν αναζήτηση στον κατάλογο μιας βιβλιοθήκης, κυρίως για να εντοπίσουν βιβλία και οποιοδήποτε άλλο υλικό είναι διαθέσιμο σε μια βιβλιοθήκη.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παλαιότεροι διαδικτυακοί κατάλογοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρά το γεγονός ότι παλαιότερα, ήδη από το 1960, έχουν υπάρξει δοκιμαστικά συστήματα, οι πρώτοι μεγάλης κλίμακας διαδικτυακοί κατάλογοι εμφανίστηκαν στο Πανεπιστήμιο του Οχάιο το 1975 και στη Δημόσια Βιβλιοθήκη του Ντάλλας το 1978.[1]

Η δομή αυτών και άλλων πρώιμων διαδικτυακών συστημάτων αντανακλούσε τη δομή των καρτοκαταλόγων τους οποίους προορίζονταν να αντικαταστήσουν.[2] Χρησιμοποιώντας τους διαδικτυακούς καταλόγους, μέσω ενός τερματικού ή μέσω telnet, οι χρήστες μπορούσαν να κάνουν αναζήτηση σε οργανωμένα εκ των προτέρων ευρετήρια και να περιηγηθούν στα αποτελέσματα της αναζήτησης, όπως ακριβώς θα έκαναν και με έναν έντυπο κατάλογο ή έναν καρτοκατάλογο.

Καθ'όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980, ο αριθμός και η εξειδίκευση των διαδικτυακών καταλόγων αυξήθηκε. Άρχισαν να εμφανίζονται τα πρώτα εμπορικά προϊόντα τα οποία, προς το τέλος της δεκαετίας, αντικατέστησαν τα συστήματα που είχαν δημιουργηθεί από τις ίδιες τις βιβλιοθήκες. Άρχισαν να παρέχονται βελτιωμένοι μηχανισμοί αναζήτησης, συμπεριλαμβανομένων των αναζητήσεων Boole και των αναζητήσεων βάσει λέξεων κλειδιών, καθώς και βοηθητικές λειτουργίες, όπως η δυνατότητα παράβλεψης των αποτελεσμάτων που είχαν ήδη ελεγχθεί.[3]

Την ίδια στιγμή, οι βιβλιοθήκες άρχισαν να αναπτύσσουν εφαρμογές για την αυτοματοποίηση της αγοράς, καταλογογράφησης και κυκλοφορίας των βιβλίων και των υπόλοιπων υλικών της βιβλιοθήκης. Τέτοιες εφαρμογές, που συλλογικά είναι γνωστές ώς "ολοκληρωμένο σύστημα βιβλιοθήκης" ή "σύστημα διοίκησης βιβλιοθήκης", συμπεριλαμβάνουν έναν διαδικτυακό κατάλογο ως δημόσια διεπαφή του απογραφικού συστήματος. Οι περισσότεροι κατάλογοι μιας βιβλιοθήκης είναι στενά συνδεδεμένοι με το βασικό ολοκληρωμένο σύστημα της βιβλιοθήκης.

Στασιμότητα και δυσαρέσκεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τη δεκαετία του 1990 υπήρξε σχετική στασιμότητα στην ανάπτυξη των διαδικτυακών καταλόγων. Παρόλο που οι παλαιότερες διεπαφές βάσει χαρακτήρων είχαν αντικατασταθεί από διαδικτυακές διεπαφές, ο σχεδιασμός και η υποκείμενη τεχνολογία αναζήτησης των περισσότερων συστημάτων δεν προχώρησε πιο πέρα από την ανάπτυξη που καταγραφόταν στα τέλη του 1980.

Την ίδια στιγμή, οργανισμοί εκτός των βιβλιοθηκών άρχισαν να αναπτύσσουν πιο εξελιγμένα συστήματα ανάκτησης πληροφοριών. Οι μηχανές αναζήτησης, όπως το Google, και ιστοσελίδες διαδικτυακού εμπορίου, όπως το Amazon.com, αποδείχτηκαν απλούστερες στη χρήση (και παρ'όλα αυτά πολύ πιο ισχυρές ως εργαλεία αναζήτησης) και μπορούσαν να παρέχουν αποτελέσματα αναζήτησης με βάση πιθανοκρατικά και διανυσματικά ερωτήματα.

Προτού διαδοθεί η χρήση του διαδικτύου, ο διαδικτυακός κατάλογος ήταν συχνά το πρώτο σύστημα ανάκτησης πληροφοριών που συναντούσαν οι χρήστες μιας βιβλιοθήκης. Η νεότερη γενιά χρηστών, έχοντας εξοικειωθεί με τη χρήση των μηχανών αναζήτησης στο διαδίκτυο, άρχισε σταδιακά να δείχνει δυσαρέσκεια όσον αφορά τους πολύπλοκους (και πολλές φορές δυσνόητους) μηχανισμούς αναζήτησης των παλαιότερων συστημάτων διαδικτυακού καταλόγου.

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να διατυπωθεί σκληρή κριτική για αυτά τα συστήματα στην κοινότητα των βιβλιοθηκών και, τα επόμενα χρόνια, να αναπτυχθούν νέοι (συχνά αποκαλούμενοι "επόμενης γενιάς") κατάλογοι.[4]

Κατάλογοι επόμενης γενιάς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η νεότερη γενιά συστημάτων καταλόγων βιβλιοθήκης διακρίνεται από τους παλιούς OPAC λόγω της χρήσης εξελιγμένων τεχνολογιών αναζήτησης, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται τα αποτελέσματα βάσει συνάφειας και η δυνατότητα εφαρμογής φίλτρων αναζήτησης, καθώς και λόγω της συμπερίληψης χαρακτηριστικών που αποσκοπούν στην καλύτερη αλληλεπίδραση και συμμετοχή του χρήστη στο σύστημα, όπως τη δυνατότητα προσθήκης σημειώσεων και σχολίων. Αυτά τα νέα χαρακτηριστικά εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από υπάρχοντα μεταδεδομένα, τα οποία είναι συχνά ελλιπή και ασυνεπή, ιδιαίτερα σε παλαιότερες καταγραφές.

Αυτά τα νεότερα συστήματα είναι σχεδόν πάντα ανεξάρτητα από το ολοκληρωμένο σύστημα της βιβλιοθήκης. Αντίθετα, περιέχουν οδηγούς που επιτρέπουν τον συγχρονισμό των δεδομένων μεταξύ των δύο συστημάτων. Ενώ τα παλαιότερα συστήματα διαδικτυακού καταλόγου ήταν σχεδόν φτιαγμένα από παροχείς ολοκληρωμένων συστημάτων βιβλιοθήκης, οι βιβλιοθήκες στρέφονται όλο και περισσότερο στα συστήματα καταλόγων επόμενης γενιάς, που είναι φτιαγμένα από εταιρίες αναζήτησης και έργα ανοικτού κώδικα, συχνά με επικεφαλής τις ίδιες τις βιβλιοθήκες.[5] Οι δαπάνες που συνδέονται με αυτά τα νέα συστήματα, παρ'όλα αυτά, επιβράδυναν την υιοθέτησή τους, ιδιαίτερα σε μικρότερους οργανισμούς.

Ένα παράδειγμα ενός συστήματος OPAC επόμενης γενιάς περιλαμβάνεται στο πακέτο λογισμικού Libramatic.

Συλλογικοί κατάλογοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρόλο που οι κατάλογοι μιας βιβλιοθήκης τυπικά αντικατοπτρίζουν τα περιεχόμενα μίας μόνο βιβλιοθήκης, μπορούν επίσης να περιλάβουν και τα περιεχόμενα μιας ένωσης ή κοινοπραξίας βιβλιοθηκών. Αυτά τα συστήματα, γνωστά ώς συλλογικοί κατάλογοι, είναι σχεδιασμένα έτσι ώστε να διευκολύνουν το δανεισμό βιβλίων και άλλων τεκμηρίων μεταξύ των μελών ενός οργανισμού, μέσω του διαδανεισμού. Μεταξύ των παραδειγμάτων καταλόγων τέτοιου είδους περιλαμβάνονται οι κατάλογοι COPAC, SUNCAT, NLA Trove, και WorldCat, αντικατοπτρίζοντας τις συλλογές βιβλιοθηκών από όλο τον κόσμο.[6]

Σχετικά συστήματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπάρχει ένας αριθμός συστημάτων που έχουν πολλά κοινά με τους καταλόγους βιβλιοθήκης, αλλά παραδοσιακά είναι διακριτά από αυτούς. Οι βιβλιοθήκες χρησιμοποιούν αυτά τα συστήματα για την αναζήτηση στοιχείων που συνήθως δεν περιλαμβάνονται σε έναν κατάλογο βιβλιοθήκης.

Αυτά περιλαμβάνουν βάσεις βιβλιογραφικών μεταδεδομένων -όπως τις Medline, ERIC, PsycINFO, και πολλές άλλες- οι οποίες περιλαμβάνουν άρθρα περιοδικών και άλλα δεδομένα αναζήτησης. Υπάρχει επίσης και ένας αριθμός εφαρμογών οι οποίες δημιουργήθηκαν με στόχο τη διαχείριση εγγράφων, φωτογραφιών και άλλων ψηφιακών αντικειμένων. όπως τα Digital Commons και DSpace. Ειδικά στις ακαδημαϊκές βιβλιοθήκες, αυτά τα συστήματα (συνήθως γνωστά ώς συστήματα ψηφιακών βιβλιοθηκών ή θεσμικά συστήματα αποθήκευσης) διευκολύνουν τη διαφύλαξη εγγράφων που έχουην δημιουργηθεί από καθηγητές και φοιτητές.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Borgman C (1996). "Why are Online Catalogs Still Hard to Use?". Journal of the American Society for Information Science 47 (7): 499
  2. Husain R & Alam Ansari M (2006). "Card Catalog to Web OPACs". DESIDOC Bulletin of Information Technology 26 (2): 41–7.
  3. Borgman C (1996), 493-503.
  4. Antelman K, Lynema E, Pace AK (2006). "Toward a Twenty-First Century Library Catalog". Information Technology & Libraries 25 (3): 128–139.
  5. Breeding M (2008). "Open Source Library Automation". Library Technology Reports 44 (8): 5–10.
  6. "WorldCat facts and statistics". Online Computer Library Center. 2009. Retrieved November 4, 2009.
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Online public access catalog της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).