Δημοσιονομικό δίκαιο

From Βικιπαίδεια
Jump to navigation Jump to search

Ως Δημοσιονομικό Δίκαιο χαρακτηρίζεται το σύνολο των κανόνων δικαίου που ρυθμίζουν οτιδήποτε έχει σχέση με την εξεύρεση αλλά και διαχείριση των αναγκαίων στο κράτος οικονομικών μέσων αφενός και αφετέρου τη διάθεση αυτών προκειμένου να ικανοποιηθούν οι εξ αυτών σκοποί του.

Διάκριση[edit | edit source]

Το Δημοσιονομικό Δίκαιο ουσιαστικά είναι Δημόσιο Δίκαιο, δεδομένου ότι οι κανόνες του είναι άρρηκτα συνδεδεμένοι με την άσκηση της δημόσιας εξουσίας. Διακρίνεται σε δύο επιμέρους κλάδους: στο δημόσιο λογιστικό, που περιλαμβάνει τον κρατικό προϋπολογισμό, τις δημόσιες δαπάνες, τον απολογισμό, γενικό ισολογισμό και τις εισπράξεις, και στο φορολογικό δίκαιο, που αποτελεί αυτοτελή κλάδο.

Αυτοτέλεια[edit | edit source]

Την ανάγκη της αυτοτέλειας του Δημοσιονομικού Δικαίου ως ιδιαίτερου κλάδου συστηματικού έργου και μελέτης υποστήριξαν αρχικά ο Γάλλος καθηγητής Trotabas, που συνέγραψε το έργο "Εγχειρίδιο δημοσιονομικής νομοθεσίας", στη συνέχεια ο Γερμανός καθηγητής Bocker, καθώς επίσης και ο Ιταλός Griziolti. Στην Ελλάδα πρώτος που ασχολήθηκε με το θέμα ήταν ο καθηγητής Γ. Κοφινάς, το 1929 που συνέγραψε το "Εγχειρίδιο φορολογικού δικαίου" θεωρώντας το τμήμα του δημοσιονομικού δικαίου.
Πρώτοι όμως που δίδαξαν αυτό ως αυτοτελή κλάδο σε ελληνικά πανεπιστήμια ήταν ο Δ. Σάντης στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και οι Α. Σίδερης, Β. Λαμπρινάκης και Π. Δερτιλής στη τότε Πάντειο Σχολή στην Αθήνα. Μάλιστα ο τελευταίος ήταν εκείνος που ανέπτυξε περισσότερο τον κλάδο ως αυτόνομο με το σύγγραμμά του "Το δημοσιονομικόν δίκαιον ως ίδιος κλάδος δικαίου".

Ιδιαίτεροι όμως λόγοι που συνέβαλαν ουσιαστικά στην αυτοτέλεια του Δημοσιονομικού Δικαίου, στην Ελλάδα, ήταν αναμφίβολα:

  1. Η από του 1929 και έπειτα αναπτυχθείσα νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας.
  2. Η αναπτυχθείσα επίσης νομολογία του Ελεγκτικού Συνεδρίου, καθώς και
  3. Η συνεχής δημοσίευση επιστημονικών ερευνών σε θέματα του δημοσιονομικού δικαίου.

Δείτε επίσης[edit | edit source]

Πηγές[edit | edit source]

  • "Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια" τομ. Συμπλήρωμα 2ος, σελ.625.