Δεύτερη Τριανδρία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δύο χρυσά νομίσματα με πρόσωπα και επιγραφές
Νόμισμα με πρόσωπο και επιγραφή
Μάρκος Αντώνιος, Οκταβιανός Αύγουστος και Αιμίλιος Λέπιδος σε ρωμαϊκά νομίσματα. Η επιγραφή III VIR R(ei) P(ublicae) C(onstituendae) σημαίνει "Τριανδρία για την Επανόρθωση της Δημοκρατίας".[1]

Η Δεύτερη Τριανδρία, λατιν.: Triumviratus (43–32 π.Χ.) ήταν μία πολιτική συμμαχία, που δημιουργήθηκε μετά τη δολοφονία του Ρωμαίου δικτάτορα Ιούλιου Καίσαρα, που περιελάμβανε τον υιοθετημένο γιο τού δικτάτορα Οκταβιανό (μελλοντικό αυτοκράτορα Αύγουστο) και τους δύο πιο σημαντικούς υποστηρικτές του δικτάτορα, τον Μάρκο Αντώνιο και τον Μάρκο Αιμίλιο Λέπιδο. Η τριανδρία για την οργάνωση της δημοκρατίας (λατινικά: tresviri rei publicae constituendae‎), [2] όπως ήταν επίσημα γνωστή, κυβέρνησε τη Ρωμαϊκή Δημοκρατία ουσιαστικά ως στρατιωτική δικτατορία, με καθέναν από τους τρεις να αναλαμβάνει την ευθύνη ενός μεμονωμένου συνόλου επαρχιών. Σε αντίθεση με την προηγούμενη Πρώτη Tριανδρία (Καίσαρας, Πομπήιος και Κράσσος), [3] [4] η Δεύτερη ήταν ένας επίσημος, νόμιμα εγκατεστημένος θεσμός, του οποίου η συντριπτική εξουσία στο Ρωμαϊκό κράτος είχε πλήρη νομική κύρωση και του οποίου η εξουσία υπερέβαινε της εξουσίας όλων των άλλων αξιωματούχων (magistrates), συμπεριλαμβανομένων των υπάτων.

Η Τριανδρία αναγνωρίστηκε επίσημα από τη Σύγκλητο με τον Lex Titia τον Νοέμβριο του 43 π.Χ., δίνοντας στους τρείς άνδρες την ανώτατη εξουσία για πέντε χρόνια (μέχρι την 1η Ιανουαρίου 37 π.Χ.), και αναθέτοντάς τους το σημαντικό καθήκον να κυνηγήσουν τους συνωμότες, που εμπλέκονταν στη δολοφονία του Ιουλίου Καίσαρα, ιδιαίτερα τον Βρούτο και τον Κάσσιο Λογγίνο. [5] Επισήμως θεοποίησε τον Καίσαρα ως Divus Julius το 42 π.Χ., και ο Καίσαρας Οκταβιανός έγινε στο εξής Divi filius ("υιός του Θεϊκού"). [6] Για να εδραιώσει τη συμμαχία, ο Αντώνιος έδωσε τη θετή του κόρη Κλαυδία στον Οκταβιανό για γάμο και τα εδάφη της Ρώμης μοιράστηκαν μεταξύ των τριών ανδρών. Βλέποντας ότι η επιείκεια του Καίσαρα είχε ως αποτέλεσμα τη δολοφονία του, η Δεύτερη Tριανδρία επανέφερε την προγραφή, που είχε εγκαταλειφθεί από τον Σύλλα. [7] Έτσι συμμετείχε νόμιμα στη δολοφονία μεγάλου αριθμού αντιπάλων της, προκειμένου να χρηματοδοτήσει 45 λεγεώνες της στον δεύτερο εμφύλιο πόλεμο εναντίον του Βρούτου και του Κάσσιου Λογγίνου. [8] Ο Αντώνιος και ο Οκταβιανός τους νίκησαν στους Φιλίππους. [9] Εκείνη την περίοδο, ο Αντώνιος παντρεύτηκε την αδελφή του Οκταβιανού, την Οκταβία.

Η Δεύτερη Τριανδρία ήταν τελικά ασταθής και δεν μπόρεσε να αντέξει εσωτερικές ζηλοτυπίες και φιλοδοξίες. Ο Αντώνιος απεχθανόταν τον Οκταβιανό και περνούσε τον περισσότερο χρόνο του στην Ανατολή, ενώ ο Λέπιδος ευνοούσε τον Αντώνιο, αλλά ένιωθε να τον επισκιάζουν και οι δύο συνάδελφοί του. Μετά την εξέγερση της Σικελίας με επικεφαλής τον Σέξτο Πομπήιο, άρχισε μία διαμάχη μεταξύ του Λέπιδου και του Οκταβιανού σχετικά με την κατανομή των εδαφών. Ο Οκταβιανός κατηγόρησε τον Λέπιδο για σφετερισμό της εξουσίας στη Σικελία και απόπειρα εξέγερσης· το 36 π.Χ. ο Λέπιδος αναγκάστηκε να εξοριστεί στο Circeii (μεταξύ Ρώμης και Νάπολης) και του αφαιρέθηκαν όλα τα αξιώματα εκτός από εκείνο του Pontifex Maximus. Οι πρώην επαρχίες του αποδόθηκαν στον Οκταβιανό. Ο Αντώνιος εν τω μεταξύ νυμφεύτηκε την ερωμένη του Καίσαρα, την Κλεοπάτρα Ζ΄, σκοπεύοντας να χρησιμοποιήσει την μυθικά πλούσια Αίγυπτο ως βάση, για να κυριαρχήσει στη Ρώμη. Στη συνέχεια ξεκίνησε ένας τρίτος εμφύλιος πόλεμος μεταξύ του Οκταβιανού από τη μία και του Αντώνιου και της Κλεοπάτρας από την άλλη. Αυτός ο τελευταίος εμφύλιος πόλεμος κορυφώθηκε με την ήττα του τελευταίου στο Άκτιον (Actium) τον 31 π.Χ. Μετά οι δυνάμεις του Οκταβιανού κυνήγησαν τον Αντώνιο και την Κλεοπάτρα στην Αλεξάνδρεια, όπου και οι δύο αυτοκτόνησαν το 30 π.Χ. Με την πλήρη ήττα του Αντωνίου και την περιθωριοποίηση του Λέπιδου, ο Οκταβιανός, αφού αποκλήθηκε το 27 π.Χ. Αugustus (Σεβαστός), ένα όνομα που τον ανέβασε σε καθεστώς θεϊκότητας, παρέμεινε ως ο μοναδικός κύριος του Ρωμαϊκού κόσμου και προχώρησε στην καθιέρωση του Πριγκιπάτου ως ο πρώτος Ρωμαίος «Πρίγκιπας» (Αυτοκράτορας). [10]

Προέλευση και φύση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Οκταβιανός, παρά τη νεότητά του (ήταν 20 ετών), εκβίασε από τη Σύγκλητο τη θέση του αντικαταστάτη υπάτου (consul suffectus) για το έτος 43 π.Χ. [11] Είχε πολεμήσει με τον Αντώνιο και τον Λέπιδο στην άνω Ιταλία, αλλά τον Οκτώβριο 43 π.Χ. οι τρεις συμφώνησαν να ενωθούν για να καταλάβουν την εξουσία και έτσι συναντήθηκαν κοντά στη Βονονία (τώρα Μπολόνια). [12] [13]

Αυτή η Τριανδρία των νέων ηγετών καθιερώθηκε το 43 π.Χ. ως Triestviri Rei Publicae Constituendae Consulari Potestate (Τριανδρία για την Αποκατάσταση της Δημοκρατίας με Υπατική Εξουσία, συντομογραφείται ως III VIR RPC). Αν και η Πρώτη Τριανδρία ήταν ουσιαστικά μία ιδιωτική συμφωνία, η Δεύτερη ήταν ενσωματωμένη στο πολίτευμα και ένωνε επίσημα τον Οκταβιανό, τον Αντώνιο και τον Λέπιδο σε κοινή κυριαρχία επί της Ρώμης. [14] Το μόνο άλλο αξίωμα, που είχε το όνομα να "αποκαταστήσει τη Δημοκρατία", ήταν η δικτατορία του Λεύκιου Κορνηλίου Σύλλα. Ο μόνος περιορισμός στις εξουσίες της Τριανδρίας ήταν η πενταετής θητεία της, που καθορίστηκε από τον νόμο.

Μία ιστορική παραδοξότητα της Τριανδρίας είναι ότι στην πραγματικότητα ήταν μία τριμελής διεύθυνση με δικτατορικές εξουσίες. Περιλάμβανε τον Αντώνιο, ο οποίος ως ύπατος το 44 π.Χ. είχε καταφέρει τον Lex Antonia, που κατήργησε τη δικτατορία και την αφαίρεσε από τα συντάγματα της Δημοκρατίας. Όπως συνέβη με τον Σύλλα και τον Καίσαρα κατά τη διάρκεια της δικτατορίας τους, τα μέλη της Τριανδρίας δεν έβλεπαν κάποια αντίφαση μεταξύ της ταυτόχρονης άσκησης του υπερ-υπατικού αξιώματος και της ίδιας της υπατείας. [15]

Διαίρεση της Ρωμαϊκής επικράτειας σε διαφορετικές περιόδους της Β΄ Τριανδρίας.
Κατά την ίδρυση της Τριανδρίας (43 π.Χ.).
Μετά από τη Συμφωνία του Βρινδισίου (40 π.Χ.).

Το 44 π.Χ. η κατοχή του Λέπιδου στις επαρχίες της Ισπανίας και της Ναρβονικής Γαλατίας επιβεβαιώθηκε και αυτός συμφώνησε να παραδώσει 7 λεγεώνες στον Οκταβιανό και τον Αντώνιο, για να συνεχίσουν τον αγώνα εναντίον του Βρούτου και του Κάσσιου στην ανατολική Ρωμαϊκή επικράτεια. Σε περίπτωση ήττας, τα εδάφη του Λέπιδου θα παρείχαν μία θέση υποχώρησης. Ο Αντώνιος διατήρησε την εντεύθεν των Άλπεων Γαλατία και την ηγεμονία επί της ίδιας της Γαλατίας· ο Οκταβιανός κατείχε την Αφρική και του δόθηκε ονομαστική εξουσία στη Σικελία και τη Σαρδηνία. Σύμφωνα με τον ιστορικό Ρίχαρντ Βάιγκελ, το μερίδιο του Οκταβιανού σε αυτό το στάδιο ήταν "πρακτικά ταπεινωτικό". Οι σημαντικότερες επαρχίες πήγαν στον Αντώνιο και τον Λέπιδο, αν και η μεταφορά των λεγεώνων του Λέπιδου στον Οκταβιανό σήμαινε, ότι ο Λέπιδος «εξέλειφε ουσιαστικά τον εαυτό του ως ισότιμο εταίρο» στο μέλλον. [16])

Προγραφές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για να ξαναγεμίσει το θησαυροφυλάκιο, οι τρεις άνδρες αποφάσισαν να καταφύγουν στην προγραφή. [12] Καθώς και οι τρεις ήταν υποστηρικτές του Καίσαρα, οι κύριοι στόχοι τους ήταν οι αντίπαλοι της παράταξης του Καίσαρα. Τα πιο αξιοσημείωτα θύματα ήταν ο Μάρκος Τύλλιος Κικέρων, ο οποίος είχε αντιταχθεί στον Καίσαρα και εξοργίσει τον Αντώνιο με το έργο του Philippicae και ο Mάκος Φαβορίνος, ένας οπαδός του Μ. Π. Κάτωνα και αντίπαλο και των δύο Τριανδριών. [17] Η προγραφή του εκπροσώπου του Καίσαρα Κόιντου Τύλλιου Κικέρωνα (ο νεώτερος αδελφός του Mάρκου Τύλλιου Κικέρωνα) φαίνεται να είχε ως κίνητρο την ανάγκη να καταστραφεί η οικογένεια του Κικέρωνα. Για τους αρχαίους συγγραφείς, οι πιο συγκλονιστικές προγραφές ήταν στο πρόσωπο τού εξαδέλφου τού Καίσαρα, τού Λεύκιου Ιούλιου Καίσαρα και στον αδελφό του Λέπιδου, τον Λεύκιο Αιμίλιο Λεπίδο Παύλο. Αυτοί προστέθηκαν στη λίστα επειδή ήταν οι πρώτοι, που καταδίκασαν τον Αντώνιο και τον Λέπιδο όταν συμμάχησαν μεταξύ τους. Τελικά και οι δύο επέζησαν. [18]

Ο συνάδελφος του Οκταβιανού στην υπατεία εκείνη τη χρονιά, ο εξάδελφός του (και ανιψιός τού Καίσαρα) Κόιντος Πέδιος, πέθανε πριν ξεκινήσουν οι διαδικασίες. Ο ίδιος ο Οκταβιανός παραιτήθηκε λίγο μετά, επιτρέποντας τον διορισμό ενός δεύτερου ζευγαριού αντικαταστατών υπάτων. Οι κανονικοί ύπατοι για το έτος, ο εκπρόσωπος του Καίσαρα Aulus Hirtius και ο Γάιος Βίβιος Πάνσα Καιτρονιανός, είχαν πεθάνει πολεμώντας στο πλευρό της Συγκλήτου στον πρώτο εμφύλιο πόλεμο (που ακολούθησε τον θάνατο του Καίσαρα) μεταξύ της Συγκλήτου και του ίδιου του Mάρκου Αντωνίου. Οι αντικαταστάτες ύπατοι έγιναν μία πάγια συνήθεια των δύο θητειών της Τριανδρίας: κατά τη διάρκεια των δέκα χρόνων της Τριανδρίας (43 π.Χ. έως 33 π.Χ.), υπήρχαν 42 ύπατοι στο αξίωμα, παρά τους αναμενόμενους 20.

Οι μάχες στους Φιλίππους[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο καισαρικό υπόβαθρο των τριών ανδρών δεν έκανε καμία έκπληξη το γεγονός, ότι μετά τη λήξη του πρώτου εμφυλίου πολέμου της μετά τον Καίσαρα περιόδου άρχισαν αμέσως διώξεις: οι δολοφόνοι του Καίσαρα Μάρκος Ιούνιος Βρούτος και Γάιος Κάσσιος Λογγίνος είχαν σφετεριστεί τον έλεγχο των περισσότερων από τις ανατολικές επαρχίες, συμπεριλαμβανομένης της Μακεδονίας, της Μικράς Ασίας και της Συρίας. Έτσι το 42 π.Χ. ο Οκταβιανός και ο Αντώνιος ξεκίνησαν τον πόλεμο, νικώντας τον Βρούτο και τον Λογγίνο σε δύο μάχες, που διεξήχθησαν στους Φιλίππους.

Μετά τη νίκη ο Αντώνιος και ο Οκταβιανός συμφώνησαν να χωρίσουν τις επαρχίες της Δημοκρατίας σε σφαίρες επιρροής. Ο Οκταβιανός -ο οποίος είχε αρχίσει να αυτοαποκαλείται Divi filius (γιος του Θεϊκού) μετά τη θεοποίηση του Καίσαρα ως Divus Julius (ο Θεϊκός Ιούλιος) και τώρα ονομαζόταν απλά «Imperator Caesar»- ανέλαβε τον έλεγχο της Δύσης, ενώ ο Αντώνιος την Ανατολή. Ως αποτέλεσμα, η επαρχία εντεύθεν των Άλπεων Γαλατία απορροφήθηκε στην Ιταλία. Η Ναρβονική Γαλατία απορροφήθηκε στη Γαλατία Κομάτα[19], δημιουργώντας μια ενιαία Γαλατία, που αναλήφθηκε από τον Αντώνιο. Ο Οκταβιανός ανέλαβε την Ισπανία από τον Λέπιδο. Ο ίδιος ο Λέπιδος δεν έμεινε με κάτι, αλλά του προσφέρθηκε η προοπτική ελέγχου της Αφρικής. Η δικαιολογία που δόθηκε γι' αυτό ήταν μία αναφορά ότι ο Λέπιδος διαπραγματευόταν προδοτικά με τον Σάξτο Πομπήιο. Αν αποδεικνυόταν αθώος, θα είχε την Αφρική. [20] Ο Οκταβιανός επέστρεψε στη Ρώμη, για να διαχειριστεί τη διανομή γης στους βετεράνους του. Ο Αντώνιος παρέμεινε στα ανατολικά, για να θέσει τα προηγούμενα εδάφη του Βρούτου και του Κάσσιου υπό τον έλεγχο της Τριανδρίας.

Ο μειωμένος ρόλος του Λέπιδου είναι εμφανής στο γεγονός, ότι πολύ λιγότερα νομίσματα τον απεικονίζουν από τότε και μετά· και μία σειρά από διατάγματα της Τριανδρίας εκδόθηκαν μόνο στα ονόματα του Aνωνίου και του Oκταβιανού. [21]

Πόλεμος στην Περουσία και ο Σέξτος Πομπήιος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Λεύκιος Αντώνιος, αντιτέθηκε στον Οκταβιανό, που τον πολιόρκησε στην Περουσία.

Η ανακατανομή της γης του Οκταβιανού προκάλεσε εκτεταμένες εντάσεις, καθώς οι αγρότες παραγκωνίστηκαν υπέρ των στρατιωτών. Ο αδελφός του Αντώνιου, ο Λεύκιος Αντώνιος, ο οποίος υπηρετούσε ως ύπατος, τάχθηκε υπέρ των αγροτών που στερήθηκαν τη γη τους. Η σύγκρουση οδήγησε στον πόλεμο της Περουσίας (νυν Περούτζια), στον οποίο ο Λεύκιος συγκέντρωσε έναν στρατό υποστηρικτών για να αμφισβητήσει τον Οκταβιανό. Τον ενθάρρυνε η σύζυγος του Mάρκου Αντωνίου, η Φουλβία. Ο Λέπιδιος κρατούσε τη Ρώμη με δύο λεγεώνες, ενώ ο Οκταβιανός έφυγε για να συγκεντρώσει τον στρατό του, αλλά ο Λεύκιος νίκησε τον Λέπιδο, ο οποίος αναγκάστηκε να διαφύγει στον Οκταβιανό. Καθώς ο Οκταβιανός βάδιζε στη Ρώμη, ο Λεύκιος αποσύρθηκε στην Περουσία, όπου πολιορκήθηκε από τον Οκταβιανό τον χειμώνα του 41-40 π.Χ. Τελικά παραδόθηκε με αντάλλαγμα την επιείκεια. Το αποτέλεσμα ήταν ότι ο Λέπιδος επιβεβαιώθηκε ως κυβερνήτης της Αφρικής, αποκτώντας έξι από τις λεγεώνες τού Αντώνιου, αφήνοντας τον Οκταβιανό ως τη μοναδική δύναμη στην Ιταλία, με τις δικές του πιστές λεγεώνες υπό έλεγχο. Όταν πέθανε ο υποστηρικτής του Αντώνιου, ο Καλενός, κυβερνήτης της Γαλατίας, ο Οκταβιανός ανέλαβε τις λεγεώνες εκείνου, ενισχύοντας περαιτέρω τον έλεγχό του στα δυτικά. [22] Αυτή η νέα κατανομή ισχύος μεταξύ των τριών ανδρών επιβεβαιώθηκε από τη Συνθήκη του Βρινδισίου τον Σεπτέμβριο του 40 π.Χ. Περίπου την ίδια περίοδο η σύζυγος του Αντωνίου, η Φούλβια, πέθανε. Τότε ο Οκταβιανός κανόνισε, ώστε ο Αντώνιος να νυμφευτεί την αδελφή του, την Οκταβία, ως σύμβολο της ανανεωμένης συμμαχίας.

Ένα δηνάριο του Σέξτου Πομπήιου, που κόπηκε για τη νίκη του επί του στόλου του Οκταβιανού. Στην εμπρόσθια όψη είναι ο Φάρος της Μεσσήνης, στην πίσω όψη το τέρας Σκύλλα.

Τα οικονομικά προβλήματα που προκλήθηκαν από την έξωση εγκατεστημένων αγροτών, επιδεινώθηκαν από τον έλεγχο του Σέξτου Πομπήιου στη Σικελία, την Κορσική και τη Σαρδηνία. Το ναυτικό του Σέξτου παρακολουθούσε τακτικά τον Ρωμαϊκό στόλο, οδηγώντας σε προβλήματα με την προσφορά σιτηρών. Το 39 π.Χ. ο Αντώνιος και ο Οκταβιανός αποφάσισαν να διαπραγματευτούν μία συμφωνία, για να σταματήσει η πειρατεία. Σύμφωνα με τον Aππιανό, ο Σέξτος ήλπιζε να αντικαταστήσει τον Λέπιδο ως το τρίτο μέλος της Τριανδρίας. Του επιβεβαίωσαν ότι θα κατείχε τα νησιά με τη Συμφωνία του Mισηνού (Misenum, δυτικά της Νάπολης), με αντάλλαγμα να συμφωνήσει να σταματήσει την πειρατεία του. Σύμφωνα με μία πηγή, ο υπαρχηγός του Σέξτου, ο Μένας, τον συμβούλεψε να απαγάγει και να σκοτώσει τον Αντώνιο και τον Οκταβιανό, ενώ εόρταζαν τη συμφωνία με δείπνο στην ναυαρχίδα του Σέξτου, αλλά ο Σέξτος αρνήθηκε. [23]

Παρά τη συμφωνία, οι συγκρούσεις συνεχίστηκαν. Ο Οκταβιανός κατηγόρησε τον Σέξτο ότι συνέχιζε τις επιδρομές στις ιταλικές πόλεις. Το επόμενο έτος ο Οκταβιανός προσπάθησε να καταλάβει τη Σικελία με τη βία. Ηττήθηκε δύο φορές σε ναυμαχίες ανοιχτά της Μεσσήνης. Κατόπιν οργάνωσε μια συνάντηση με τον Αντώνιο, ο οποίος σχεδίαζε να επιτεθεί στην Παρθία και χρειαζόταν στρατεύματα. Ο Αντώνιος συμφώνησε να παραδώσει πλοία για την επίθεση στον Σέξτο, με αντάλλαγμα στρατεύματα να πολεμήσουν τους Πάρθους. [24] Ο Οκταβιανός εξασφάλισε επίσης την υποστήριξη του Λέπιδου, σχεδιάζοντας ταυτόχρονη κοινή επίθεση στη Σικελία.

Πτώση του Λέπιδου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αν και ο Οκταβιανός επέβλεψε προσωπικά την εκστρατεία εναντίον του Σέξτου, η εκστρατεία διοικούνταν στην πραγματικότητα από τον υπαρχηγό του Οκταβιανού, τον Μάρκο Βιψάνιο Αγρίππα, η οποία κορυφώθηκε με τη νίκη το 36 π.Χ. Ο Αγρίππας ήταν ύπατος το 37 π.Χ. και είχε εξασφαλίσει την ανανέωση της Τριανδρίας για δεύτερη πενταετή θητεία.

Όπως και η Πρώτη Τριανδρία, η Δεύτερη ήταν τελικά ασταθής και δεν μπορούσε να αντέξει εσωτερικές ζηλοτυπίες και φιλοδοξίες. Ο Αντώνιος απεχθανόταν τον Οκταβιανό και περνούσε τον περισσότερο χρόνο του στην Ανατολή, ενώ ο Λέπιδος ευνοούσε τον Αντώνιο, αλλά αισθάνθηκε ότι επισκιαζόταν και από τους δύο συναδέλφους του, παρά το γεγονός ότι διαδέχτηκε τον Καίσαρα ως Μέγιστος Αρχιερέας το 43 π.Χ. Κατά τη διάρκεια της εκστρατείας εναντίον του Σέξτου, ο Λέπιδος είχε συγκεντρώσει έναν μεγάλο στρατό 14 λεγεώνων και ένα σημαντικό στόλο. Ο Λέπιδος ήταν ο πρώτος που αποβίβασε στρατεύματα στη Σικελία και είχε καταλάβει αρκετές από τις κύριες πόλεις. Ωστόσο, ένιωσε ότι ο Οκταβιανός τον αντιμετώπιζε ως υποδεέστερο και όχι ως ίσο. [25] Αυτό οδήγησε σε μία αδικαιολόγητη πολιτική κίνηση, η οποία έδωσε στον Οκταβιανό τη δικαιολογία που χρειαζόταν, για να απομακρύνει τον Λέπιδο από την εξουσία. Μετά την ήττα του Σέξτου, ο Λέπιδος τοποθέτησε τις λεγεώνες του στη Σικελία και υποστήριξε ότι θα έπρεπε να προσαρτήσει στα εδάφη του. Εναλλακτικά, θα έπρεπε να αποκατασταθεί στις πρώην επαρχίες του, οι οποίες του είχαν νόμιμα αποδοθεί από τον Lex Titia. Ο Οκταβιανός κατηγόρησε τον Λέπιδο για απόπειρα σφετερισμού της εξουσίας και υποκίνηση εξέγερσης. Τότε οι λεγεώνες του Λεπίδου στη Σικελία λιποτάκτισαν στον Οκταβιανό και ο ίδιος ο Λέπιδος αναγκάστηκε να του υποταχθεί ταπεινωτικά. Από τον Λέπιδο αφαιρέθηκαν όλα τα αξιώματά του, εκτός από αυτό του Pontifex Maximus. Ο Οκταβιανός τον έστειλε εξορία στο Circeii (μεταξύ Ρώμης και Νάπολης). [25]

Πόλεμος μεταξύ Οκταβιανού και Αντωνίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Aντώνιος και Κλεοπάτρα, έργο του Λώρενς Άλμα-Τάντεμα.

Προκειμένου να προσφέρει θησαυρούς και ανταμοιβές για τα στρατεύματά του και να εδραιώσει τη φήμη του ως στρατιωτικού διοικητή, ο Οκταβιανός ξεκίνησε έναν πόλεμο στο Ιλλυρικό, για να το θέσει υπό τον έλεγχο των Ρωμαίων. Εν τω μεταξύ ο Αντώνιος προετοίμαζε τον πόλεμό του εναντίον της Παρθίας, εκμεταλλευόμενος τις διαιρέσεις που προκάλεσε ο νέος Πάρθος βασιλιάς Φραάτης Δ΄. Ωστόσο ο Αντώνιος χρονοτρίβησε υπερβολικά και αναγκάστηκε να υποχωρήσει με σημαντική απώλεια στρατευμάτων. [26]

Παρά το γεγονός ότι είχε νυμφευτεί την Οκταβία, την αδελφή του Οκταβιανού, το 40 π.Χ. (ο Οκταβιανός είχε παντρευτεί τη θετή κόρη του Αντωνίου, την Κλαυδία τρία χρόνια νωρίτερα), ο Αντώνιος ζούσε ανοιχτά στην Αλεξάνδρεια με την Κλεοπάτρα Ζ΄ της Αιγύπτου, μάλιστα έκανε και παιδιά μαζί της. Όταν η δεύτερη θητεία της Τριανδρίας έληξε το 33 π.Χ., ο Aντώνιος συνέχισε να χρησιμοποιεί τον τίτλο του μέλους της Τριανδρίας. Ο Οκταβιανός, επιλέγοντας να αποστασιοποιηθεί από τον Αντώνιο, απέφυγε να τον χρησιμοποιήσει.

Μετά την ήττα του Αντώνιου στην Παρθία, η Κλεοπάτρα ήρθε να τον βοηθήσει με εφόδια. Ο Αντώνιος έστρεψε τότε την προσοχή του στην Αρμενία, συλλαμβάνοντας τον βασιλιά της Αρταβάσδη Β΄ και καταλαμβάνοντας τη χώρα. Έκοψε νομίσματα για να τιμήσει τη νίκη, δημιούργησε μία μίμηση του ρωμαϊκού θριάμβου και διάβασε μία δήλωση, γνωστή ως Δωρεές της Αλεξάνδρειας, στην οποία παραχώρησε εδάφη στα παιδιά της Κλεοπάτρας. [27]

Ο Οκταβιανός απέκτησε παράνομα τη διαθήκη του Αντώνιου τον Ιούλιο του 32 π.Χ. και την κοινοποίησε στο Ρωμαϊκό κοινό: δινόταν σημαντικές κληρονομιές στα παιδιά του Αντωνίου από την Κλεοπάτρα και άφηνε οδηγίες για τη μεταφορά της σορού του στην Αλεξάνδρεια για ταφή. Οι δυνάμεις του Οκταβιανού νίκησαν αποφασιστικά αυτές του Αντώνιου και της Κλεοπάτρας στη Ναυμαχία του Ακτίου στην Ήπειρο στις 31 Σεπτεμβρίου π.Χ., και μετά τους ακολούθησαν στην Αίγυπτο το 30 π.Χ. Τόσο ο Αντώνιος όσο και η Κλεοπάτρα αυτοκτόνησαν στην Αλεξάνδρεια και ο Οκταβιανός ανέλαβε προσωπικά τον έλεγχο της Αιγύπτου (οι αιγυπτιακές χρονολογίες αντιμετωπίζουν τον Οκταβιανό ως διάδοχο της Κλεοπάτρας και ως Φαραώ).

Ο σύμμαχος του Οκταβιανού Γάιος Μαικήνας απέτρεψε μία συνωμοσία, που φέρεται να είχε οργανώσει ο γιος του Λέπιδου (31 π.Χ.). Με την πλήρη ήττα του Αντωνίου και την περιθωριοποίηση του Λέπιδου, ο Οκταβιανός, αφού αποκλήθηκε «Αύγουστος» το 27 π.Χ., παρέμεινε ως ο μοναδικός κυρίαρχος του Ρωμαϊκού κόσμου και προχώρησε στη δημιουργία του Πριγκιπάτου ως ο πρώτος Ρωμαίος «Αυτοκράτορας».

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σημειώσεις και παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Sear, David R. «Common Legend Abbreviations on Roman Coins». Porter Ranch, CA: David R. Sear. Ανακτήθηκε στις 18 Απριλίου 2015. 
  2. «Triumvirate – Ancient Roman Office». Encyclopædia Britannica. 
  3. See Adrian Goldsworthy (2008).
  4. The First lasted from approximately 59 BC to Crassus' defeat by the Parthians in 53 BC.
  5. Osgood, Josiah (2006). Caesar's Legacy: Civil War and the Emergence of the Roman Empire. Cambridge University Press. σελ. 60. 
  6. Warrior, Valerie M. (2006). Roman Religion. Cambridge University Press. σελ. 110. ISBN 0-521-82511-3. 
  7. Florus, Epitome 2.6.3
  8. Zoch, Paul A. (200). Ancient Rome: An Introductory History. University of Oklahoma Press. σελίδες 217–218. ISBN 0-8061-3287-6. 
  9. Florus, Epitome 2.7.11–14; Appian, The Civil Wars 5.3
  10. Florus, Epitome 2.34.66
  11. «American Journal of Numismatics (Second Series)...». 1990. After his defeat at Forum Gallorum in 43, Antony fled to join Lepidus at Lugdunum. In the meantime, the Senate refused Octavian his rightful recognition for the victory and commanded him to turn over the troops of the consuls to Brutus. Instead Octavian marched on Rome and forced the Senate to name him consul suffectus.33 Afterwards, he returned to Gaul to complete the campaign against Antony. 
  12. 12,0 12,1 Eck, p. 15f.
  13. The site of meeting was in what is now the frazione Sacerno of the comune of Calderara di Reno.
  14. «Second Triumvirate». UNRV Roman History. UNRV.com. Ανακτήθηκε στις 11 Σεπτεμβρίου 2015. 
  15. This was purely theoretical, as they were controlled by Sextus Pompey, leader of the surviving Pompeian faction.
  16. Weigel, p. 69.
  17. Cassius Dio, Roman HIstory, XLVII
  18. Weigel, p. 72.
  19. Gallia Comata, Γαλατία αυτών που έχουν μακριά μαλλιά, δηλ. η πρώην Ελεύθερη Γαλατία (σε αντίθεση με αυτήν που είχε καταλάβει ο Καίσαρας, την Provincia). Είναι η Βόρεια Γαλατία.
  20. Weigel, p. 79.
  21. Weigel, p. 144
  22. Southern, p. 78
  23. Wright, p. 49.
  24. Southern, p. 82
  25. 25,0 25,1 Weigel, pp. 88f.
  26. Southern, p. 88.
  27. Southern, p. 91.

Αναφερόμενη βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Περαιτέρω ανάγνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Adrian Goldsworthy (2008). Caesar: Life of a Colossus, New Haven, CT: Yale University Press ((ISBN 9780300126891) ), βλέπε [1], πρόσβαση στις 18 Απριλίου 2015.
  • Suetonius [Gaius Suetonius Tranquillus] | (2003). Οι Δώδεκα Καίσαρες, με εισαγωγή του Μάικλ Γκραντ [Robert Graves, Transl. ], Σεβ. Ed., London, UK: Penguin Books ((ISBN 0140449213) ), [2], πρόσβαση στις 18 Απριλίου 2015.
  • Άρνολντ Τζόζεφ Τόινμπι (2014). "Ιούλιος Καίσαρας (Ρωμαίος ηγεμόνας): Η πρώτη τριάδα και η κατάκτηση της Γαλατίας" και "Ιούλιος Καίσαρας (Ρωμαίος ηγεμόνας): Προηγούμενοι και έκβαση του εμφυλίου πολέμου του 49-45 π.Χ.", στην Εγκυκλοπαίδεια Britannica (online), [3] και π.Χ., πρόσβαση στις 18 Απριλίου 2015.