Δεύτερη Πολιορκία της Σαραγόσα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δεύτερη Πολιορκία της Σαραγόσα
Πόλεμος της Ιβηρικής Χερσονήσου
Santa Engracia - Lejeune.jpg
Η επίθεση των Γάλλων στο μοναστήρι της Χάρης του Αγίου Πνεύματος στη Σαραγόσα στις 8 Φεβρουαρίου 1808, έργο του Γάλλου ζωγράφου Λουί-Φρανσουά Λεζέν
Χρονολογία 20 Δεκεμβρίου 1808 - 20 Φεβρουαρίου 1809
Τόπος Σαραγόσα, Ισπανία
Έκβαση Νίκη των Γάλλων
Αντιμαχόμενοι
Ηγετικά πρόσωπα
Δυνάμεις
Σύνολο 44.000 (40.000 τακτικοί στρατιώτες, 4.000 ιππείς, 40 κανόνια)
Σύνολο 32.400 (31.000 τακτικοί στρατιώτες και πολιτοφύλακες, 1.400 ιππείς, 160 κανόνια)
Απώλειες
10.000 νεκροί, 2.500-5.000 τραυματίες ή άρρωστοι
54.000 νεκροί

Η Δεύτερη Πολιορκία της Σαραγόσα ήταν μια εξαιρετικά σκληρή και αιματηρή πολιορκία κατά τον Πόλεμο της Ιβηρικής Χερσονήσου, που κατέληξε στην κατάκτηση της ισπανικής πόλης Σαραγόσα (προφορά στα ισπανικά: Θαραγόθα) από τους Γάλλους.

Ιστορικό υπόβαθρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ως τμήμα της Εξέγερσης της 2ας Μαΐου (Dos de Mayo) η πόλη της Σαραγόσα είχε επιτυχημένα αντισταθεί σε μια πρώτη πολιορκία την περίοδο 15 Ιουνίου 1808-14 Αυγούστου 1808. Αυτή ήταν μία από τις πρώτες φορές στην ιστορία που ένας τακτικός στρατός ηττήθηκε από ατάκτους σε οδομαχίες.

Επιπλέον ήττες, ειδικώς η παράδοση του στρατηγού Πιερ Ντυπόν ντε λ΄ Ετάν στη Μάχη της Μπαϊλέν, ανάγκασε τον κατοχικό βασιλιά της Ισπανίας, Ιωσήφ Βοναπάρτη, αδελφό του Ναπολέοντα, ν΄ αποσυρθεί πίσω από τον ποταμό Έβρο, εγκαταλείποντας το μεγαλύτερο τμήμα της χώρας εκτός από μια μικρή γωνιά της στα βορειοανατολικά και μια μικρή περιοχή γύρω από τη Βαρκελώνη.

Οι Ισπανοί στο σημείο εκείνο έχασαν την καλύτερή τους ευκαιρία να νικήσουν τους Γάλλους. Δεν διόρισαν Ανώτατο Διοικητή του Ισπανικού Στρατού, έτσι όλοι οι επιμέρους στρατοί τους συνέχισαν να δρουν ανεξάρτητα. Οι κύριοι στρατοί τους αποτελούνταν από εκείνο του στρατηγού Χοακίν Μπλαίηκ υ Χόγιες (ιρλανδικής καταγωγής από την πλευρά του πατέρα του) στη βόρεια ακτή της χώρας, του στρατηγού Φρανθίσκο Χαβιέρ Καστάνιος γύρω από την πόλη Τουδέλα, και του στρατηγού Χοσέ Παλαφόξ γύρω από τη Σαραγόσα. Ο στρατηγός Μπλαίηκ ήταν ο πιο δραστήριος, αλλά ηττήθηκε στη Θορνόθα στις 31 Οκτωβρίου 1808.

Το σχέδιο του Ναπολέοντα ήταν να επιτεθεί με σφοδρότητα στο Μπούργος, μεταξύ των στρατών των Μπλαίηκ και Καστάνιος. Όταν θα εισχωρούσε ανάμεσά τους θα στρεφόταν διαδοχικά βόρεια και νότια για να τους περικυκλώσει και εκμηδενίσει. Για να το πετύχει αυτό, ο Ναπολέων επιθυμούσε οι εκτεθειμένοι ισπανικοί στρατοί να παραμείνουν στις τωρινές προωθημένες θέσεις τους. Για να καταστεί αυτό εφικτό, το 3ο Σώμα Στρατού του στρατάρχη Μονσέ παρέμενε αδρανές απένταντι στο στρατό του στρατηγού Καστάνιος από τα τέλη Οκτώβρη έως τις 21 Νοέμβρη 1808.

Οι ισπανικοί στρατοί, παρ΄ όλα αυτά, κινούνταν συνεχώς χωρίς όμως απτό αποτέλεσμα. Ο στρατηγός Καστάνιος ήταν άρρωστος τον περισσότερο καιρό, αφήνοντας τον στρατηγό Παλαφόξ στη διοίκηση, και δείχνοντας απρόθυμος να υιοθετήσει ένα σταθερό σχέδιο δράσης.

Στις 21 Νοεμβρίου 1808, το γαλλικό 3ο Σώμα Στρατού διέσχισε τον ποταμό Έβρο στο Λογρόνιο, πόλη στην περιοχή Λα Ριόχα, και κατευθύνθηκε ανατολικά προς το χωριό Καλαόρρα στην ίδια περιοχή. Η φάλαγγα του στρατάρχη Μισέλ Νέυ έφτασε στην άνω κοιλάδα του ποταμού Δούρου και κατευθύνθηκε στην Τουδέλα, πολίχνη στη Ναβάρρα.

Οι κινήσεις αυτές οδήγησαν στη Μάχη της Τουδέλα, όπου οι Γάλλοι πέτυχαν σημαντική νίκη, αλλά οι στρατοί των Ισπανών στρατηγών Χουάν Ο΄ Νηλ (ισπανοϊρλανδικής καταγωγής) και Καστάνιος κατάφεραν να διαφύγουν στη Σαραγόσα, με την πλειοψηφία των εφοδίων και κανονιών τους. Το σκηνικό είχε πια στηθεί για τη δεύτερη πολιορκία της πόλης, μετά από την πρώτη πολιορκία του Ιουνίου της ίδιας χρονιάς.

Η καθυστέρηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Μάχη της Τουδέλα τελείωσε στις 23 Νοεμβρίου 1808, αλλά η πολιορκία της Σαραγόσα δεν άρχισε παρά στις 20 Δεκεμβρίου του 1808. Το γεγονός αυτό έδωσε στους Ισπανούς άπλετο χρόνο να φτιάξουν τις οχυρώσεις τους και να εφοδιαστούν με προμήθειες.

Μετά τη μάχη στην Τουδέλα δύο γαλλικά σώματα στρατού ήταν διαθέσιμα να επιτεθούν στη Σαραγόσα, το 3ο Σώμα Στρατού υπό τον στρατάρχη Μπον-Αντριέν Μονσέ και το 6ο Σώμα Στρατού υπό τον στρατάρχη Μισέλ Νέυ. Και τα δύο αυτά σώματα άφησαν την Τουδέλα στις 28 Νοεμβρίου και έφτασαν στη Σαραγόσα στις 30 Νοεμβρίου. Ενώ ήταν έτοιμα να ξεκινήσουν την πολιορκία, ο στρατάρχης Νέυ διατάχθηκε να κινηθεί με τον στρατό του μέσω των βουνών προς τη Νέα Καστίλη, για ν΄ αποτρέψει το στρατό του Καστάνιος, που υποχωρούσε από την Τουδέλα, από την ανάμειξή του στις γαλλικές κινήσεις κατά της Μαδρίτης.

Υπήρχαν τώρα μόλις 15.000 άνδρες υπό τον Μονσέ, αριθμός ανεπαρκής για πολιορκία. Ως αποτέλεσμα ο Μονσέ αποσύρθηκε στην Τουδέλα, για να περιμένει ενισχύσεις από τον στρατάρχη Εντουάρ Μορτιέ με το 5ο Σώμα Στρατού του. Τα στρατεύματα αυτά έφτασαν από τη Γερμανία στις 15 Δεκεμβρίου, αριθμώντας 38.000 πεζούς, 3.500 ιππείς, 3.000 μηχανικούς και 60 κανόνια για να προστεθούν στη δύναμη που θα πολιορκούσε τη Σαραγόσα.

Η πολιορκία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 20 Δεκεμβρίου οι γαλλικές δυνάμεις έφτασαν ξανά στη Σαραγόσα. Ο Μπον-Αντριέν Μονσέ χώρισε τις δυνάμεις του: Μια μεραρχία υπό τον στρατηγό Ονορέ Γκαζάν εστάλη στο βορρά, το σώμα στρατού του Εντουάρ Μορτιέ στα δυτικά, και το σώμα στρατού του ίδιου του Μονσέ στα νότια.

A΄ Φάση: Οι εξωτερικές οχυρώσεις, 20 Δεκεμβρίου 1808 - 15 Ιανουαρίου 1809[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πρώτος κύριος αντικειμενικός στόχος ήταν οι ισπανικές οχυρώσεις-προτειχίσματα στο λόφο Μόντε Τερρέρο. Στις 21 Δεκεμβρίου 1808 τρεις γαλλικές πυροβολαρχίες άρχισαν να βομβαρδίζουν τις παραπάνω θέσεις, ενώ ακολούθησε επίθεση είκοσι ταγμάτων πεζικού, που εκδίωξε τους Ισπανούς από αυτές. Η αρχική αυτή επιτυχία θα αποδεικνυόταν αποφασιστικής σημασίας, καθώς για άλλη μια φορά οι Γάλλοι κατέστησαν ικανοί ν΄ αναπτύξουν τις κύριες πυροβολαρχίες τους στο Μόντε Τερρέρο, και ήταν τελικώς επιτυχείς στο να προκαλέσουν ρήγμα στο νότιο τείχος.

Ο Γκαζάν εξαπέλυσε επίθεση την ίδια μέρα κατά του Σαν Λάζαρο, παρ΄ όλα αυτά η επίθεση αποδείχθηκε ανεπιτυχής εξαιτίας της ισχύος της ισπανικής άμυνας.

Στις 22 Δεκεμβρίου ο Μονσέ επίσημα απαίτησε την παράδοση της πόλης, αλλά έλαβε αρνητική απάντηση. Αποφάσισε τότε να συγκεντρώσει τις προσπάθειές του στο νότιο τμήμα της πόλης και προετοίμασε επιθέσεις εναντίον του Οχυρού Πιλλάρ και κατά της γυναικαίας μονής του Αγίου Ιωσήφ (Σαν Χοσέ). Επίσης, έγιναν προετοιμασίες για μια επίθεση κατά του κάστρου της Αλχαφερία στα βορειοδυτικά.

Στις 29 Δεκεμβρίου ο Μονσέ μετατέθηκε στη Μαδρίτη και αντικαταστάθηκε στη διοίκηση από τον διοικητή του 3ου Σώματος Στρατού, στρατηγό Ζαν-Αντός Ζυνό. Ο Μορτιέ, αν και ο αρχαιότερος πλέον αξιωματικός στο πεδίο, συνεργάστηκε με τον Ζυνό μέχρι που μετατέθηκε κι αυτός στις 2 Ιανουαρίου 1809.

Οι γαλλικές προετοιμασίες τελικώς ολοκληρώθηκαν στις 10 Ιανουαρίου 1809, οπότε οι Γάλλοι άρχισαν να βομβαρδίζουν το Οχυρό Πιλλάρ και τη Μονή του Αγίου Ιωσήφ. Με το τέλος της ημέρας τα τείχη της μονής βρίσκονταν σε σημείο κατάρρευσης. Ο Παλαφόξ αντεπιτέθηκε στα γαλλικά κανόνια στις 1 μ.μ. της 11ης Ιανουαρίου 1809, αλλά η επίθεση απέτυχε και τα ισπανικά στρατεύματα αποσύρθηκαν εντός της πόλης.

Η γαλλική επίθεση στο Οχυρό Πιλλάρ συνεχίστηκε μέχρι τη νύκτα της 15ης-16ης Ιανουαρίου, όταν το 1ο Πολωνικό Σύνταγμα του Βιστούλα κατέλαβε τη θέση. Οι Ισπανοί είχαν ήδη αποσυρθεί από αυτή, καταστρέφοντας παράλληλα τη γέφυρα του ποταμού Ουέρβα.

Β΄ Φάση: Επίθεση στα τείχη, 16-27 Ιανουαρίου 1809[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 16 Ιανουαρίου 1809 τα κύρια ισπανικά οχυρά-προτειχίσματα ήταν σε γαλλικά χέρια. Οι γαλλικές στρατιές θα μπορούσαν τώρα να συγκεντρωθούν στο να προκαλέσουν ρήγμα στα τείχη της Σαραγόσα.

Από τις 17 Ιανουαρίου 1809, οι Γάλλοι ξεκίνησαν το βομβαρδισμό των τειχών από το Οχυρό του Αγίου Ιωσήφ. Ο Παλαφόξ γνώριζε ότι τα τείχη δεν θα άντεχαν επί μακρόν, και προετοίμασε οδοφράγματα εντός της πόλεως, μετατρέποντάς τη σε μια μάζα μικρών οχυρών.

Τον Ιανουάριο ο Ζυνό αντικαταστάθηκε με τον στρατάρχη Ζαν Λαν, ο οποίος ανάρρωνε από έναν προηγούμενο τραυματισμό. Οι αρρώστειες που ενέσκηψαν προκαλούσαν πλέον προβλήματα και στις δύο πλευρές. Στη γαλλική πλευρά υπήρχαν τώρα μόλις 20.000 στρατιώτες ικανοί προς υπηρεσία. Την ίδια ώρα νέες ισπανικές δυνάμεις δημιουργούνταν κοντά στην πόλη, υπό την ηγεσία του Φρανθίσκο Παλαφόξ (νεότερου αδελφού του Χοσέ Παλαφόξ), και του Μαρκήσιου του Λαθάν (μεγαλύτερου αδελφού του Χοσέ Παλαφόξ).

Ο Λαν ανησυχούσε για τα νώτα του και ανακάλεσε γι΄ αυτό τη μεραρχία του Μορτιέ, η οποία προστάτευε τις γραμμές επικοινωνιών ανάμεσα στη Μαδρίτη και τη Σαραγόσα. Στις 26 Ιανουαρίου ο στρατός του Μορτιέ νίκησε μια δύναμη εθνοφυλακής χωρικών, 4.000-5.000 ανδρών, στο Αλκάνιθ.

Η αρχική γαλλική επίθεση στην ίδια την πόλη της Σαραγόσα άρχισε στις 24 Ιανουαρίου 1809, όταν κατελήφθησαν τρία προγεφυρώματα στην απέναντι πλευρά του ποταμού Ουέρβα. Η κύρια επίθεση ξεκίνησε στις 27 Ιανουαρίου, με την πρόκληση ρηγμάτων σε τρία σημεία των τειχών. Ο Λαν εισέβαλε ανάμεσα σε δύο ρήγματα και κατέλαβε την πυροβολαρχία στη νοτιοανατολική γωνιά της πόλης, καθώς και τη γυναικεία μονή της Χάρης του Αγίου Πνεύματος στην αντίστοιχη νοτιοδυτική. Το γεγονός αυτό σήμανε το τέλος αυτής της φάσης της πολιορκίας, ενώ θα ακολουθούσε η τελική φάση με σκληρές οδομαχίες.

Γ΄ Φάση: Οδομαχίες εντός της πόλης, 28 Ιανουαρίου - 20 Φεβρουαρίου 1809[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Ισπανοί αμυνόμενοι είχαν προετοιμαστεί για οδομαχίες από την αρχή της πολιορκίας. Ο Λαν παρ΄ όλα αυτά, είχε αποφασίσει μια αργή, βήμα προς βήμα, πολιορκία κάθε ξεχωριστής οχύρωσης, ώστε να ελαχιστοποιήσει τις γαλλικές απώλειες.

Οι ατομικές μάχες χαρακτηρίστηκαν από την απίστευτη σκληρότητά τους. Σε κάποιο σημείο στη γυναικεία μονή του Αγίου Αυγουστίνου, οι Γάλλοι βρίσκονταν στην άκρη της Αγίας Τράπεζας στο παρεκκλήσι της μονής, ανταλλάσσοντας πυροβολισμούς για ώρες με τους Ισπανούς αμυνόμενους, που ήταν οχυρωμένοι στο σηκό και το καμπαναριό της μονής. Παρ΄ όλα αυτά, η γαλλική ανωτερότητα σε εξοπλισμό και εκπαίδευση έπαιξε το ρόλο της, την ώρα που χιλιάδες στρατιωτών και πολιτών υπέκυπταν καθημερινά τόσο στις μάχες όσο και στις αρρώστιες, που μαίνονταν πλέον ανεξέλεγκτες εντός της πόλεως.

Μέχρι το Φεβρουάριο, οι αρρώστιες είχαν αποδεκατίσει τον πληθυσμό της Σαραγόσα, και μόλις 8.495 στρατιώτες είχαν απομείνει από την αρχική φρουρά των 32.000 ανδρών. Υπήρχαν 10.000 νεκροί και 13.737 άρρωστοι ή τραυματισμένοι.

Οι Γάλλοι και το ηθικό τους ήταν χαμηλό εξαιτίας της φαινομενικά ατέλειωτης μάχης στα στενά δρομάκια. Απογοητευμένος με την αργή πρόοδο που σημείωναν, ο Λαν διέταξε τα στρατεύματά του που βρίσκονταν βορείως του ποταμού Ουέρβα να πραγματοποιήσουν μια δεύτερη επίθεση στο Οχυρό του Αγίου Λαζάρου, η οποία έλαβε χώρα στις 18 Φεβρουαρίου 1809 και υπήρξε επιτυχής. Ως αποτέλεσμα, το βόρειο τμήμα της Σαραγόσα ήταν πλέον εκτεθειμένο και ευάλωτο στην επίθεση από το γαλλικό πυροβολικό.

Στις 19 Φεβρουαρίου 1809 η ισπανική άμυνα εξασθενούσε πλέον, ενώ και ο ίδιος ο στρατηγός Χοσέ Παλαφόξ τραυματίστηκε σοβαρά. Έστειλε τότε τον υπασπιστή του στον Λαν για να συζητήσουν όρους παράδοσης, κάνοντας προσωρινή ανακωχή. Κατόπιν παραιτήθηκε της στρατιωτικής διοικήσεως της πόλης, και αντικαταστάθηκε από τον στρατηγό Σαιντ Μαρκ, καθώς και από την πολιτική διοίκηση αυτής, η οποία ανατέθηκε σ΄ ένα 33μελές συμβούλιο τοπικών πολιτών.

Η πρώτη προσφορά παράδοσης απορρίφθηκε από τους Ισπανούς και η σύγκρουση ξανάρχισε στις 20 Φεβρουαρίου 1809, αλλά το πολιτικό συμβούλιο της πόλης γρήγορα διαπραγματεύθηκε το τέλος της σύρραξης, η οποία τερματίστηκε το ίδιο κιόλας απόγευμα.

Το μεγαλύτερο τμήμα της πόλης είχε μετατραπεί πλέον σε ερείπια, και περίπου 54.000 άνθρωποι είχαν χάσει τη ζωή τους κατά τη διάρκεια της φοβερής πολιορκίας.

Μετά την πολιορκία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπό τους καθορισμένους όρους παράδοσης, η φρουρά βάδισε έξω από την πόλη και παρέδωσε τα όπλα της στην Πύλη Πορτίγιο. Οι άνδρες της είχαν την επιλογή να καταστούν αιχμάλωτοι ή να ενσωματωθούν στο γαλλικό στρατό. Από τις 32.000 άνδρες που υπερασπίζονταν την πόλη στην αρχή της πολιορκίας, επιβίωσαν μόλις οι 8.000.

Οι όροι της παράδοσης επέτρεψαν το σεβασμό στην ιδιωτική περιουσία και μια γενική αμνηστία χορηγήθηκε στην πόλη. Παρ΄ όλο που υπήρξε κάποιας μορφής πλιάτσικο, η πόλη δεν δηώθηκε.

Η συμφορά που είχε πλήξει την πόλη υπήρξε τρομερή, με εκτιμήσεις που έκαναν λόγο για 54.000 θανάτους (20.000 στρατιωτών και 34.000 πολιτών). Ο ίδιος ο στρατάρχης Λαν υπολόγισε ότι ο πληθυσμός της Σαραγόσα είχε μειωθεί από τις 55.500 στις 15.000 πολίτες. Οι Γάλλοι είχαν επίσης υποστεί απώλειες περίπου 10.000 ανδρών (4.000 στη μάχη και οι υπόλοιποι από αρρώστιες).

Ο στρατηγός Χοσέ Παλαφόξ αντιμετωπίστηκε σκληρά από τους Γάλλους, οι οποίοι τον φυλάκισαν ως προδότη στην περιοχή Βενσέν στα ανατολικά του Παρισιού.