Δεσποτάτο της Δοβρουτσάς

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Το Δεσποτάτο της Δοβρουτσάς (στα βορειοανατολικά)

Το Δεσποτάτο της Δοβρουτσάς ή Πριγκιπάτο της Καρβούνας (βουλγαρικά: Добруджанско деспотство ή Карвунско деспотство, ρουμανικά: Despotatul Dobrogei or Țara Cărvunei) ήταν ένα ημιαυτόνομο κρατίδιο στην περιοχή της σημερινής Δοβρουτσάς, που διαχωρίστηκε από τη Β΄ Βουλγαρική Αυτοκρατορία υπό την επιρροή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Το όνομα του δεσποτάτου προέρχεται από την περιοχή Δοβρουτσά, και το εναλλακτικό του από το φρούριο της Καρβούνας (η σημερινή βουλγαρική πόλη Καβάρνα), που αναφέρεται σε βουλγαρικά και βυζαντινά έγγραφα καθώς και ιταλικούς πορτολάνους του 14ου αιώνα μ.Χ. ως η πρώτη του πρωτεύουσα, ευρισκόμενη μεταξύ της πόλης Βάρνα (60 χλμ. βορείως αυτής) και του ακρωτηρίου Καλή Άκρα (Καλιάκρα).

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το δεσποτάτο αποσχίστηκε από τη Β΄ Βουλγαρική Αυτοκρατορία γύρω στα 1340 υπό τον Μπαλίκ (μέλος της βουλγαρο-κουμανικής δυναστείας των Τερτεριδών σύμφωνα με κάποιους συγγραφείς) και υπήχθη εκκλησιαστικώς υπό το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης. Σε κάποια έγγραφα αναφέρεται η ύπαρξη Μητρόπολης Βάρνας και Καρμπόνας (Καρβούνας) το έτος 1325. Υπό το γιο του Μπαλίκ, Τομπροτίτζα (1347-1386), το δεσποτάτο έφτασε στη μεγαλύτερη ακμή και επέκτασή του, ενώ η πρωτεύουσά του μεταφέρθηκε στην Καλή Άκρα.

Το 1346 ή 1347, το δεσποτάτο χτυπήθηκε από τον Μαύρο Θάνατο (πανώλη), που έφτασε από γενουάτικα πλοία από την αποικία τους στον Καφφά (σημερινή Θεοδοσία) της Κριμαίας, πριν μεταφερθεί αργότερα στη Σικελία, τη Γένοβα, και την υπόλοιπη Ευρώπη. Το δεσποτάτο είχε τις δικές του ναυτικές δυνάμεις, που εμπλέκονταν επίσης σε πειρατικές ενέργειες, αναγκάζοντας τους Γενουάτες να διαμαρτυρηθούν, ενώ πιθανόν το ναυτικό του δεσποτάτου πήρε μέρος σε μια επιχείρηση έξω από την Τραπεζούντα. Το 1453, το Οθωμανικό Ναυτικό κατά την πολιορκία της Κωνσταντινούπολης, είχε αρχηγό αρχικώς έναν ναύαρχο ονόματι Μπαλτόγλου, Βούλγαρο αλλαξοπιστήσαντα από το πρώην δεσποτάτο της Δοβρουτσάς (από τα τέλη του 14ου αιώνα δεν υφίστατο πλέον το δεσποτάτο).

Το 1366, ο Βούλγαρος τσάρος Ιβάν Αλέξανδρος αρνήθηκε να επιτρέψει τη διέλευση του Βυζαντινού αυτοκράτορα Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγου μέσω της επικράτειάς του στο ταξίδι επιστροφής του στην Πόλη μετά τις άκαρπες συνομιλίες του με τον βασιλιά της Ουγγαρίας στην Αυλή του τελευταίου, για κοινή δράση κατά των Οθωμανών, με αποτέλεσμα τον εγκλωβισμό του στο Βιδίνιο. Προκειμένου να αναγκαστούν οι Βούλγαροι να συμμορφωθούν μετά την πρωτοφανή αυτή πρόκληση και προσβολή, ο Ιωάννης Ε΄ Παλαιολόγος διέταξε τον συγγενή του, Κόμη Αμεδαίο ΣΤ΄ της Σαβοΐας, να επιτεθεί στις παραλιακές πόλεις της Βουλγαρίας στη Μαύρη Θάλασσα. Το φθινόπωρο του ίδιου έτους, το ναυτικό του Αμεδαίου κατέλαβε τις πόλεις Αγχίαλο, Μεσημβρία, Αίμονα και Κόζιακα, και στις 25 Οκτωβρίου πολιόρκησε το ισχυρό φρούριο της Βάρνας, όπου όμως αναχαιτίστηκε. Ως αποτέλεσμα όλων αυτών, τελικώς ο Ιβάν Αλέξανδρος επέτρεψε και εγγυήθηκε στους Βυζαντινούς την ασφαλή διέλευσή τους από τα βουλγαρικά εδάφη, καίτοι διατήρησαν οι δεύτεροι τη Μεσημβρία. Η Βάρνα, ο Αίμονας, και ο Κόζιακας παραχωρήθηκαν στο δεσποτάτο της Δοβρουτσάς του Τομπροτίτζα για τη βοήθεια που προσέφερε στις δυνάμεις του Βούλγαρου τσάρου εναντίον του Αμεδαίου.

Ως παραδοσιακός σιτοβολώνας, η περιοχή της Δοβρουτσάς προμήθευε σιτάλευρο την Κωνσταντινούπολη κυρίως μέσω των σημαντικών λιμανιών της Βάρνας και της Καλής Άκρας, όπου εμπορεύονταν πολλά ενετικά και γενουάτικα πλοία.