Μετάβαση στο περιεχόμενο

Δαλβεργία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Δαλβεργία
Φύλλα και άνθη του είδους Dalbergia lanceolaria
Φύλλα και άνθη του είδους Dalbergia lanceolaria
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Φυτά
Συνομοταξία: Αγγειόσπερμα (Angiosperms)
Ομοταξία: Δικοτυλήδονα (Dicotyledoneae)
Τάξη: Κυαμώδη (Fabales)
Οικογένεια: Κυαμοειδή (Fabaceae)
Υποοικογένεια: Ψυχανθή (Faboideae)
Γένος: Δαλβεργία (Dalbergia)
L.f.[1]

Συνώνυμα[1]
  • Acouba, Aubl.
  • Amerimnon, P.Browne
  • Coroya, Pierre
  • Ecastaphyllum, P.Browne
  • Miscolobium, Vogel
  • Triptolemea, Mart.

Η δαλβεργία (λατινική και επιστημονική ονομασία Dalbergia) είναι μεγάλο γένος δικοτυλήδονων φυτών (δένδρων, θάμνων και κληματίδων), που ανήκει στην υποοικογένεια ψυχανθή (τα φυτά που δίνουν τα όσπρια). Οι δαλβεργίες συναντώνται στη φύση στις περισσότερες τροπικές περιοχές της Γης: Κεντρική και Νότια Αμερική, Αφρική και Μαδαγασκάρη, καθώς και νότια Ασία. `Όλα τα είδη δαλβεργίας προστατεύονται από τη Σύμβαση για το Διεθνές Εμπόριο Κινδυνευόντων Ειδών άγριας πανίδας και χλωρίδας (CITES).[2] Η Dalbergia nigra αναφέρεται στο Παράρτημα I, ενώ όλα τα άλλα είδη αναφέρονται στο Παράρτημα I.

Πολλά είδη δαλβεργίας θεωρούνται πολύτιμα εξαιτίας του ξύλου τους, διακοσμητικής ποιότητας, που συχνά είναι και αρωματικό χάρη στα αιθέρια έλαια που περιέχει. Το ξύλο αυτό είναι γνωστό ως παλίσανδρος και σπανιότερα (από το άρωμά του) ως ροδόξυλο (αγγλ. rosewood). Είδη όπως το Dalbergia nigra δίνουν ξύλο γνωστό ως παλίσανδρος του Ρίο, της Μπαΐα, του Ρίο Γκράντε, ή και γενικώς βραζιλιανικός παλίσανδρος ή βραζιλιανικό ροδόξυλο. Η Dalbergia latifolia της Ινδίας δίνει το λεγόμενο Sonokeling, που χρησιμεύει πολύ στην κατασκευή επίπλων και μουσικών οργάνων, εξαιτίας του χρώματος και της υφής τους. Αρκετά είδη της ανατολικής Ασίας δίνουν ξύλο που υπήρξε σημαντικό υλικό της παραδοσιακής κινεζικής επιπλοποιίας.

Το ξύλο του Dalbergia decipularis έχει κρεμ χρώμα με κόκκινες ή ρόδινες λωρίδες, ενώ εκείνο του Dalbergia cearensis, βαρύ και σκληρό, έχει χρώμα βιολετί με μελανές φλέβες και για τον λόγο αυτόν ήταν γνωστό παλαιότερα στα ελληνικά με την ονομασία ξύλον βιολέττας από τη γαλλική ονομασία του bois de violette[3]. Αμφότερα τα είδη είναι επίσης βραζιλιανικά δέντρα, μικρομεσαίου έως μεσαίου μεγέθους, με ύψος μέχρι 10 μέτρα. Αξιοσημείωτο είναι και το ξύλο κοκομπόλο, κυρίως από το είδος Dalbergia retusa της Κεντρικής Αμερικής, με εντυπωσιακά πορτοκαλοκόκκινο χρώμα σε φρεσκοκομμένες επιφάνειες που ξεθωριάζει αργά στον αέρα προς απαλότερες αποχρώσεις.

Το «βορειοϊνδικό ροδόξυλο» του είδους Dalbergia sissoo χρησιμεύει κυρίως για κατασκευή ποιοτικών επίπλων στη βόρεια Ινδία. Η εξαγωγή του από τη χώρα είναι ρυθμίζεται από αυστηρούς κανόνες. Είναι ισχυρό και εξαιρετικά ανθεκτικό, με χρώμα που ποικίλλει από χρυσό έως σκούρο καφετί, ενώ διατηρεί το σχήμα του καλά. Είναι δύσκολο στην κατεργασία, αλλά επιδέχεται εξαιρετική λείανση. Η πυκνότητά του είναι 770 kg/m3.

Το αφρικανικό μελανόξυλο από το Dalbergia melanoxylon είναι σχεδόν μαύρο ξύλο που έχει ζήτηση για την κατασκευή ξύλινων πνευστών μουσικών οργάνων.

Μερικά είδη δαλβεργίας αποτελούν τροφή για μερικά είδη κάμπιας, όπως εκείνη του είδους Bucculatrix mendax, που τρέφεται αποκλειστικά από το Dalbergia sissoo.

Από την άλλη, οι δαλβεργίες είναι διαβόητες για το ότι προκαλούν αλλεργικές αντιδράσεις εξαιτίας της παρουσίας ευαισθητοποιητικών κινονών στο ξύλο τους.

Σήμερα καταχωρούνται στο γένος Dalbergia τα εξής 275 είδη φυτών[4][5]:


  1. 1 2 «Genus: Dalbergia L.f.». Germplasm Resources Information Network. United States Department of Agriculture. 5 Οκτωβρίου 2007. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 7 Μαΐου 2009. Ανακτήθηκε στις 26 Νοεμβρίου 2010.
  2. «Appendices I, II and III». Convention on Trade in Endangered Species of Wild Flora and Fauna. 14 Οκτωβρίου 2010. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 5 Οκτωβρίου 2011. Ανακτήθηκε στις 20 Δεκεμβρίου 2019.
  3. Το λήμμα «βιολέττας ξύλον» στη Νέα Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια «Χάρη Πάτση», τόμος 8, σελ. 538
  4. «ILDIS LegumeWeb entry for Dalbergia». International Legume Database & Information Service. Cardiff School of Computer Science & Informatics. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 22 Φεβρουαρίου 2014. Ανακτήθηκε στις 6 Φεβρουαρίου 2014.
  5. USDA· ARS· National Genetic Resources Program. «GRIN species records of Dalbergia». Germplasm Resources Information Network—(GRIN) [Online Database]. National Germplasm Resources Laboratory, Beltsville, Maryland. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 24 Σεπτεμβρίου 2015. Ανακτήθηκε στις 6 Φεβρουαρίου 2014.
  6. Dalbergia altissima Pittier is accepted on a provisional basis, but will have to be renamed because Dalbergia altissima Baker f. has priority.
  7. Some sources consider Dalbergia cubilquitzensis to be a synonym of Dalbergia tucurensis.
  8. POWO: Dalbergia nigrescens Kurz (retrieved 29 November 2020)