Δίκη Μάξι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Το Δικαστικό Μεγάρο του Παλέρμο, όπου πραγματοποιήθηκε η Δίκη Μάξι.

Η Δίκη Μάξι(ιταλικά: Maxi processo) ήταν μια ποινική δίκη κατά της Σικελικής Μαφίας που πραγματοποιήθηκε στο Παλέρμο της Σικελίας. Ξεκίνησε στις 10 Φεβρουαρίου του 1986 και διήρκεσε μέχρι τις 30 Ιανουαρίου 1992. Η δίκη διεξήχθη σε δικαστικό μέγαρο ειδικά κατασκευασμένο για το σκοπό αυτό μέσα από τα τείχη της φυλακής του Παλέρμο.

Οι Εισαγγελείς του Παλέρμο κατηγορήσαν 475 μαφιόζους για μια πληθώρα εγκλημάτων που σχετίζονταν με τις δραστηριότητες της μαφίας, που βασίστηκαν κυρίως σε μαρτυρίες και αποδεικτικά στοιχεία από πρώην αφεντικά της μαφίας που έγιναν πληροφοριοδότες, γνωστοί ως Πεντίτο, ιδίως ο Τομάζο Μπουσκέτα και ο Σαλβατόρε Κοντόρνο. Οι περισσότεροι καταδικάστηκαν σε ισόβια κάθειρξη και, προς έκπληξη πολλών, οι καταδίκες έγιναν δεκτές τον Ιανουάριο του 1992, μετά το τελικό στάδιο της έφεσης. Η σημασία της δίκης ήταν ότι η ύπαρξη της Κόζα Νόστρα τελικά δικαστικώς επιβεβαιώθηκε.

Η δίκη Μάξι Θεωρείται ότι είναι η πιο σημαντική δίκη ποτέ κατά της μαφίας της Σικελίας, καθώς και η μεγαλύτερη δίκη στην παγκόσμια ιστορία.

Ιστορικό υπόβαθρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ύπαρξη και τα εγκλήματα της μαφίας είχαν αγνοηθεί ή απλώς υποβάθμιστει από πολλούς ανθρώπους στην αρχή για δεκαετίες, παρά την απόδειξη των εγκληματικών δραστηριοτήτων της, που χρονολογούνται από τον 19ο αιώνα. Αυτό μπορεί να οφείλεται εν μέρει σε συγκεκριμένες μεθόδους που χρησιμοποιούνται από τη Μαφία για να παρέχει ένα ασφαλές περιβάλλον στα μέλη της. Η δολοφονία ανθρώπων- κλειδιά, και η εξάλειψη πραγματικών ή αντιληπτων διαρροών στη δική τους οργάνωση, και απειλώντας ή ακόμα και σκοτώνοντας ανθρώπους- κλειδιά (δικαστές, δικηγόρους, μάρτυρες, πολιτικοί) έχουν χρησιμοποιηθεί με επιτυχία για να κρατήσουν πολλές προσπάθειες δίωξης κατά της μαφίας.

Στην πραγματικότητα, ήταν μόνο το 1980, που υπήρξε η πρώτη νομοθετική παρέμβαση, ότι αν κάποιος είναι μέλος της Μαφίας θα πρέπει να έχει ένα συγκεκριμένο ποινικό αδίκημα. Η νομοθετική πρωτοβουλία ξεκίνησε από τον πολιτικό του Κομμουνιστικό Κομμάτος, Πio Λα Τόρε. Ο νόμος τέθηκε σε ισχύ μόνο δύο χρόνια αργότερα, και μετά την δολοφονία του Λα Τόρε, εξαιτίας της πρωτοβουλίας του.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 μαινόνταν ο δεύτερος πολέμος της μαφίας, με επικεφαλής τον Σαλβατόρε"Τοτό" Ριίνα της φατρίας των Κορλεόνεζι, ο οποίος είχε ξεκίνησει έναν αιματηρό πολέμο εναντιων άλλων φατρίων της Σικελικής μαφίας με δεκάδες νεκρούς. Αναμέσα τους ήταν και ο Στρατηγός των καραμπινιέρων, Κάρλο Αλμπέρτο Ντελα Κιέζα, ο οποίος μετά την επιτυχία που είχε στην εξαρθρώση των Ερυθρών Ταξιάρχιών,ανελάβε την αποστολή ως Νομάρχης του Παλέρμο, να σταμάτησει τον αιματηρό πολέμο και να στείλει στην φυλακή τα αφεντικά της Μαφίας. Η προσπάθεια του Ντελα Κιέζα δεν κατελήξε πουθενά αφού η μαφία φροντίσε να τον δολοφόνησει στις 3 Σεπτεμβρίου 1982.

Οι έντονες δημόσιες αντιδράσεις από την ιταλική κοινωνία, έδωσαν την απαραίτητη ώθηση στους δικαστές, όπως ο Τζοβάνι Φαλκόνε και ο Πάολο Μπορσελίνο, να προσπαθήσουν να δώσουν ένα σοβαρό πλήγμα στην εκτεταμένη εγκληματική οργάνωση στη Σικελία.

Ακροαματική διαδικασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Maxi Trial της Ιταλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).