Γυναίκα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
(Ανακατεύθυνση από Γυναίκες)
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Η γέννηση της Αφροδίτης, πίνακας του Ευγένιου Ντυβάλ.

Γυναίκα ονομάζεται κάθε άνθρωπος που ανήκει στο θηλυκό φύλο. Η προσφώνηση γυναίκα αναφέρεται σε ενήλικο άτομο θηλυκού φύλου. Για πιο νεαρά θηλυκά άτομα υπάρχει η προσφώνηση κοπέλα και, τέλος, τα έφηβα άτομα και τα παιδιά θηλυκού φύλου αποκαλούνται κορίτσια. Οι γυναίκες με την τυπική γενετική ανάπτυξη είναι συνήθως σε θέση να γεννήσουν από την εφηβεία ως την εμμηνόπαυση. Η Ναρίνα αποτελεί την ωραιότερη εκδοχή της γυναίκας .

Η ελληνική λέξη γυναίκα προέρχεται από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *gʷḗn-, από την οποία προέρχεται και η λέξη για την γυναίκα σε πολλές άλλες ινδοευρωπαϊκές γλώσσες. Η σημερινή λέξη προέρχεται από την αρχαιοελληνική λέξη γυνὴ, από την αιτιατική της αρχαίας λέξης.

Συνήθως, οι γυναίκες κληρονομούν ένα ζευγάρι χρωμοσωμάτων Χ από τους γονείς τους. Η ανατομία της γυναίκας αποτελείται από το γυναικείο αναπαραγωγικό σύστημα, το οποίο περιλαμβάνει τις ωοθήκες, τις σάλπιγγες, τη μήτρα, τον κόλπο και το αιδοίο. Η λεκάνη της ενήλικης γυναίκας είναι μεγαλύτερη, οι γοφοί είναι μεγαλύτεροι και το στήθος της γυναίκας είναι μεγαλύτερο από των ανδρών. Οι γυναίκες έχουν λιγότερες τρίχες στο πρόσωπο και άλλα μέρη του σώματος, πάντα σε σχέση με τους άνδρες, ενώ έχουν υψηλότερη παρουσία λίπους στο σώμα και είναι κατά μέσο όρο πιο κοντές και λιγότερο μυώδεις από τους άνδρες. Παράλληλα, το μέγεθος των γυναικείων μαλλιών τείνει να είναι μεγαλύτερο του ανδρικού.

Σε όλη την ανθρώπινη ιστορία, οι παραδοσιακοί ρόλοι των φύλων συχνά καθόριζαν και περιόριζαν τις δυνατότητες και τις ευκαιρίες των γυναικών. Μάλιστα πολλά θρησκευτικά δόγματα ορίζουν ορισμένους κανόνες για τις γυναίκες. Καθώς οι κοινωνίες άλλαξαν και κατά τον 20ό αιώνα οι γυναίκες απέκτησαν πολύ περισσότερες επαγγελματικές δυνατότητες πέρα από το να είναι απλές νοικοκυρές, επεδίωξαν την δυνατότητα να ακολουθήσουν τριτοβάθμια εκπαίδευση και να εργαστούν. Η βία κατά των γυναικών, είτε είναι ενδοοικογενειακή είτε μέσα στη κοινωνία, έχει μακρά ιστορία και διαπράττεται κυρίως από άνδρες. Σε ορισμένες κοινωνίες οι γυναίκες δεν έχουν αναπαραγωγικά δικαιώματα. Τα κινήματα και οι ιδεολογίες του φεμινισμού έχουν κοινό στόχο την επίτευξη της ισότητας των φύλων.

Στις τρανς γυναίκες, η ταυτότητα φύλου τους δεν ευθυγραμμίζεται με το αρσενικό φύλο το οποίο είχαν όταν γεννήθηκαν. Οι διεμφυλικές γυναίκες, αρκετές φορές, παρουσιάζουν χαρακτηριστικά φύλου που δεν ταιριάζουν στις τυπικές έννοιες της βιολογίας των γυναικών.

Συμβολισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το σύμβολο για τον πλανήτη και τη θεά Αφροδίτη ή Βένους στα λατινικά[1][2][3] είναι το σύμβολο που χρησιμοποιείται επίσης στη Βιολογία για το γυναικείο φύλο.[4] Είναι μια σχεδιαστική απεικόνιση του καθρέφτη χειρός της θεάς Αφροδίτης ή ένα αφηρημένο σύμβολο για τη θεά: ένας κύκλος με έναν μικρό ισόπλευρο σταυρό από κάτω. Το σύμβολο της Αφροδίτης αντιπροσωπεύει επίσης τη θηλυκότητα και στην αρχαία αλχημεία συμβόλιζε το χαλκό.[3] Οι αλχημιστές κατασκεύασαν το σύμβολο από έναν κύκλο (που αντιπροσώπευε το πνεύμα) και από κάτω έναν ισόπλευρο σταυρό (που αντιπροσώπευε την ύλη).

Βιολογία και φύλο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι παράγοντες που καθορίζουν το φύλο ενός ατόμου είναι κυρίως βιολογικοί, αλλά δεν είναι οι μοναδικοί. Μερικές γυναίκες είναι δυνατό να έχουν μη φυσιολογικές ορμονικές ή χρωμοσωμικές διαφορές μεταξύ τους, ενώ υπάρχουν και γυναίκες που μπορεί να μη διαθέτουν εξ ολοκλήρου τα χαρακτηριστικά της γυναικείας φυσιολογίας, τουλάχιστον για τα πρώτα χρόνια της ζωής τους.

Χρησιμοποιώντας όρους βιολογίας, τα όργανα του θηλυκού φύλου εμπλέκονται στις διαδικασίες αναπαραγωγής, ενώ τα δευτερεύοντα χαρακτηριστικά του φύλου σχετίζονται με την ανατροφή των απογόνων και την προσέλκυση ενός ερωτικού συντρόφου. Οι περισσότερες γυναίκες έχουν καρυότυπο 46,XX, αλλά η μία στις χίλιες έχει καρυότυπο 47,XXX και μία στις 2.500 είναι 45,X (πολυπλοειδία και ανευπλοειδία αντίστοιχα).

Ενώ ο αριθμός των γυναικών που γεννιούνται είναι μικρότερος από τον αριθμό των ανδρών (η αναλογία βρίσκεται κάπου γύρω στο 1:1.05), τελικά υπολογίζεται ότι στην ηλικία των 60 και άνω, αναλογούν 81 άνδρες για κάθε 100 γυναίκες. Επιπλέον, σε ακόμα μεγαλύτερες ηλικίες αναλογούν μόνο 53 άνδρες για κάθε 100 γυναίκες. Σε γενικές γραμμές οι γυναίκες έχουν μικρότερο δείκτη θνησιμότητας από τους άνδρες, ζώντας κατά μέσο όρο πέντε χρόνια παραπάνω, εξαιτίας μιας ποικιλίας παραγόντων. Τέτοιοι μπορεί να είναι:

  • γενετικοί παράγοντες (π.χ. ύπαρξη περισσότερο ανθεκτικών γονιδίων στα φυλετικά χρωμοσώματα των γυναικών)
  • κοινωνικοί παράγοντες (όπως για παράδειγμα η υποχρέωση των ανδρών, σε αρκετές χώρες, να εκτελούν στρατιωτική υπηρεσία)
  • επιλογές με επιπτώσεις στην υγεία (όπως η τάση προς αυτοκτονία ή η κατανάλωση αλκοολούχων ποτών και καπνίσματος).
  • η παρουσία της οιστρογόνου ορμόνης στις γυναίκες, που έχει καρδιοπροστατευτική επίδραση στις προεμμηνοπαυσικές γυναίκες, και η επίδραση υψηλών επιπέδων ανδρογόνων ορμονών στους άνδρες.

Συνολικά, αντιστοιχούν 103,956 άνδρες για κάθε 100 γυναίκες (πηγή: Εθνική Στατιστική Υπηρεσία, Απογραφή 2011).

Η μελέτη της γυναικείας αναπαραγωγικότητας και του γυναικείου αναπαραγωγικού συστήματος ονομάζεται γυναικολογία.

Γενικώς, οι γυναίκες υποφέρουν από τις ίδιες αρρώστιες με τους άνδρες. Παρόλο αυτά, υπάρχουν σχετικές με το φύλο αρρώστιες που είναι περισσότερο κοινές ή αποκλειστικές στο γυναικείο φύλο. Οι γυναίκες και οι άνδρες είναι πιθανό να εμφανίζουν διαφορετικά συμπτώματα σε μια αρρώστια ή να ανταποκρίνονται διαφορετικά σε κάποια φαρμακευτική θεραπεία. Αυτό το πεδίο επιστημονικής έρευνας διερευνάται από την φυλετική φαρμακευτική (gender-based medicine).

Κανονικά τα κύτταρα των γυναικών έχουν δύο χρωμοσώματα Χ και των ανδρών περιέχουν από ένα χρωμόσωμα Χ και Υ.[5] Κατά τη διάρκεια της πρώιμης εμβρυϊκής ανάπτυξης. Η μορφολογία των εμβρύων, τόσο του ανδρικού αλλά και του θηλυκού εμβρύου, είναι όμοια έως την 6η με 7η εβδομάδα κύησης όταν το χρωμόσωμα Υ αρχίζει να επιδρά στην ανάπτυξη του μωρού και να αναπτύσσονται όρχεις. Η διαφοροποίηση του φύλου προχωρά στις γυναίκες με τρόπο που είναι ανεξάρτητος από τις γοναδικές ορμόνες. [6] Επειδή οι άνθρωποι κληρονομούν το μιτοχονδριακό DNA μόνο από το ωάριο της μητέρας, οι γενεαλογικοί ερευνητές μπορούν να εντοπίσουν τη καταγωγή ενός ανθρώπου από τη πλευρά της μητέρας του φτάνοντας έως και πολύ περισσότερες γενιές πριν.

Ορμονικά χαρακτηριστικά, περίοδος και εμμηνόπαυση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η εφηβεία, ως προς τις γυναίκες, προκαλεί διαφορές στο σώμα τους οι οποίες επιτρέπουν την σεξουαλική αναπαραγωγή τους μέσω της διαδικασίας τηςγονιμοποίησης. Ανταποκρινόμενες στα χημικά σήματα που εκπέμπει η υπόφυση, οι ωοθήκες εκκρίνουν ορμόνες που διεγείρουν την ωρίμανση του σώματος, οδηγώντας στην αύξηση του ύψους και του βάρους της γυναίκας, την αύξηση της σωματικής τριχοφυΐας και την ανάπτυξη του μαστού. Επίσης στα κορίτσια, συνήθως στο 12ο με 13ο έτος της ηλικίας τους, σημειώνεται η εμμηναρχής (έναρξη της εμμήνου ρύσεως).[7][8][9][10]

Μόλις τα κορίτσια περάσουν την διαδικασία της έναρξης της έμμηνου ρύσεως, μπορούν να μείνουν έγκυες και να τεκνοποιήσουν. Για να τεκνοποιήσει μια γυναίκα, γενικά χρειάζεται να υπάρξει εσωτερική γονιμοποίηση των ωαρίων της με την βοήθεια ενός ανδρικού σπέρματος μέσω της σεξουαλικής επαφής, αν και η αναπαραγωγική τεχνολογία προσφέρει εναλλακτικές λύσεις.[11] Οι άνθρωποι σε αντίθεση με τα άλλα ζώα πρέπει να στηρίξουν το νεογνό τους μέχρι να ωριμάσει, καθώς σε αντίθεση με άλλα ζώα το νεογνό δεν μπορεί να στηριχθεί στις δικές τους δυνάμεις. Επίσης όπως και άλλα μεγάλα ζώα κάνουν ένα παιδί στη γέννα.[12][13] Μερικές φορές οι άνθρωποι κάνουν πάνω από ένα παιδιά σε μια γέννα, συνήθως δίδυμα.[14]

Συνήθως μεταξύ της ηλικίας των 49 με 52 ετών μια γυναίκα φτάνει στην εμμηνόπαυση[15][16], η οποία εμμηνόπαυση λέγεται και κλιμακτήριος. Η εμμηνόπαυση οδηγεί στην απώλεια της τεκνοποιητικής ικανότητας της γυναίκας: πλέον δεν μπορεί να κάνει παιδιά.[17]

Μορφολογικά και φυσιολογικά χαρακτηριστικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έγκυος γυναίκα από το Βέλγιο.

Σύμφωνα με την επιστήμη της βιολογίας, τα γυναικεία γεννητικά όργανα ανήκουν στο αναπαραγωγικό σύστημα, ενώ τα δευτερεύοντα χαρακτηριστικά του φύλου σχετίζονται με το θηλασμό των παιδιών και την προσέλκυση ενός συντρόφου.[18][19] Οι γυναίκες έχουν πλακούντα και μεταφέρουν διάφορες χρήσιμες ουσίες στο έμβρυο.[20][21]

Οι ωοθήκες, πέρα από τις ορμόνες τις οποίες παράγουν, παράγουν και θηλυκά ωάρια, τα οποία, όταν γονιμοποιούνται από αρσενικούς γαμέτες, ξεκινούν την διαδικασία της εγκυμοσύνης. Η μήτρα είναι ένα όργανο με ιστό, το οποίο προστατεύει και να θρέφει το αναπτυσσόμενο έμβρυο. Επίσης είναι χρήσιμη για την αποβολή του εμβρύου μετά την γέννηση του. Ο κόλπος χρησιμοποιείται μεταξύ άλλων και στον τοκετό.[22][23] Ο κόλπος αποτελείται από τα χείλη, η κλειτορίδα και την ουρήθρα. Οι μαστικοί αδένες, φαίνεται ότι έχουν εξελιχθεί από τους αποκρινοειδείς αδένες σε αδένες του γυναικείου σώματος ικανούς να παράγουν γάλα, ένα θρεπτικό έκκριμα το οποίο είναι το πιο χαρακτηριστικό χαρακτηριστικό των θηλαστικών.[24] Στις ώριμες γυναίκες, το στήθος είναι ένα όργανο πολύ πιο εμφανές σε σχέση με άλλα θηλαστικά. Πιστεύεται ότι το μεγαλύτερο μέγεθος του στήθους στις γυναίκες απ'ότι στους άνδρες είναι τουλάχιστον εν μέρει αποτέλεσμα της σεξουαλικής επιλογής, αν και το μεγαλύτερο μέγεθος δεν φαίνεται ότι είναι αναγκαίο για την παραγωγή μητρικού γάλακτος.[25]

Προσδόκιμο ζωής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αν και για κάθε 1 γυναίκα γεννιούνται 1.05 άνδρες, τα νεογέννητα κορίτσια έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες από τα αγόρια στο να επιβιώσουν στο πρώτο έτος της ζωής τους. Επίσης οι γυναίκες ζουν περισσότερο, δηλαδή ζουν κατά μέσο όρο έξι με οχτώ χρόνια παραπάνω από τους άνδρες. Στην Ρωσία, την Ουκρανία και τη Λευκορωσία υπάρχουν μερικές από τις μεγαλύτερες αποκλίσεις στο προσδόκιμο ζωής μεταξύ των δύο φύλων. Εκεί η διαφορά είναι σχεδόν δέκα χρόνια, και σχεδόν 7.5 έτη στο υγιές προσδόκιμο ζωής, δηλαδή τα χρόνια που εκτιμάται ότι κάποιος θα ζει σε καλή υγεία.[26] Οι διακρίσεις κατά των γυναικών έχουν μειώσει αυτή τη διαφορά σε μεγάλο βαθμό ή την έχουν αντιστρέψει υπέρ των ανδρών. Το 2015, υπήρχαν 101.8 άνδρες για κάθε 100 γυναίκες στο κόσμο. Οι διαφορές στο προσδόκιμο ζωής οφείλονται εν μέρει σε εγγενή βιολογικά πλεονεκτήματα που έχουν οι γυναίκες, αλλά αντικατοπτρίζουν επίσης τις διαφορές συμπεριφοράς μεταξύ ανδρών και γυναικών. Σε κάποιο βαθμό σε ορισμένες ανεπτυγμένες χώρες αυτή η απόκλιση μειώνεται, πιθανώς λόγω των αυξημένων ποσοστών καπνίσματος στις γυναίκες αλλά και λόγω της μείωσης των ποσοστών καρδιαγγειακών παθήσεων στους άνδρες. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) γράφει ότι είναι «σημαντικό να σημειωθεί ότι τα επιπλέον χρόνια ζωής για τις γυναίκες δεν χαρακτηρίζονται πάντα από καλή υγεία».[27][28][29]

Στην Ελλάδα το προσδόκιμο ζωής είναι 78.6 έτη για τους άνδρες και 83.7 έτη για τις γυναίκες, δηλαδή 81.2 χρόνια για το 2021.[30] Είναι μεγαλύτερος από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που είναι τα 80.6 έτη, αλλά χαμηλότερος από άλλες χώρες όπως η Ισπανία και η η Ιταλία. Το 2020 στη Κύπρο το προσδόκιμο ζωής ήταν 80.4 έτη για τους άνδρες και 84.4 έτη για τις γυναίκες, ήτοι 82.4 έτη.[31]

Υγεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο τομέας του ανθρώπινου σώματος στο οποίο η συμπεριφορά των γυναικών είναι πιο διαφορετική από αυτή των ανδρών είναι το αναπαραγωγικό σύστημα, αλλά διαφορές ανάμεσα στα φύλα έχουν εντοπιστεί σε πολλά πράγματα. Μερικές από αυτές τις διαφορές είναι λεπτές και δύσκολο να εξηγηθούν, εν μέρει λόγω του γεγονότος ότι είναι δύσκολο να διαχωριστούν οι επιπτώσεις στην υγεία από τους εγγενείς βιολογικούς παράγοντες που αποκτά η γυναίκα από τη γέννηση της και από τις επιρροές του εξωτερικού περιβάλλοντος στο οποίο ζει. Τα φυλετικά χρωμοσώματα και οι ορμόνες, αλλά και ο τρόπος ζωής που είναι συγκεκριμένος ως προς το φύλο, ο μεταβολισμός, η λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος και η ευαισθησία σε περιβαλλοντικούς παράγοντες πιστεύεται ότι συμβάλλουν στις διαφορές μεταξύ των δύο φύλων ως προς τα επίπεδα φυσιολογίας, αντίληψης και γνώσης. Έτσι η ανταπόκριση της γυναίκας σε ένα φάρμακο μπορεί να είναι διαφορετική.[32]

Ορισμένες ασθένειες απαντώνται κυρίως ή αποκλειστικά σε γυναίκες. Τέτοιες είναι ο ερυθηματώδης λύκος, ο καρκίνος του μαστού, ο καρκίνος του τραχήλου της μήτρας ή ο καρκίνος των ωοθηκών.[33] Ο κλάδος της ιατρικής που ασχολείται με τη γυναικεία αναπαραγωγή και τα αναπαραγωγικά όργανα ονομάζεται γυναικολογία.[34][35]

Μητρική θνησιμότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μητέρα από τη Σιέρα Λεόνε θηλάζει ένα βρέφος.

Η μητρική θνησιμότητα, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, ορίζεται ως «ο θάνατος μιας γυναίκας κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή εντός 42 ημερών από τη διακοπή της εγκυμοσύνης, ανεξάρτητα από τη διάρκεια και τον τόπο της εγκυμοσύνης, από οποιαδήποτε αιτία που σχετίζεται ή προϋπήρχε και πριν αλλά επιδεινώθηκε από την εγκυμοσύνη ή τη διαχείρισή της αλλά όχι από τυχαία ή τυχαία αίτια».[36] Το 2008, σημειώνοντας ότι κάθε χρόνο περισσότερες από 100.000 γυναίκες πεθαίνουν από επιπλοκές της εγκυμοσύνης και του τοκετού και τουλάχιστον επτά εκατομμύρια γυναίκες αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα υγείας ενώ 50 εκατομμύρια άλλες γυναίκες εμφανίζουν προβλήματα στην υγεία τους μετά την γέννα, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας προέτρεψε την εκπαίδευση των μαιών ώστε να ενισχύσουν την στήριξη της μητέρας και του νεογνού μετά τη γέννα. Για να υποστηρίξει την αναβάθμιση των δεξιοτήτων της μαίας, ο ΠΟΥ δημιούργησε ένα πρόγραμμα εκπαίδευσης μαιών.[37]

Περίπου το 99% των θανάτων μητέρων λαμβάνουν χώρα σε αναπτυσσόμενα κράτη. Η πλειοψηφία τους καταγράφεται στην υποσαχάρια Αφρική και σχεδόν το ένα τρίτο στη Νότια Ασία. Οι περισσότερες γυναίκες που χάνουν τη ζωή τους εξαιτίας της γέννας πεθαίνουν από προεκλαμψία και εκλαμψία, μη ασφαλείς αποβολές, επιπλοκές ασθενειών όπως η ελονοσία και το σύνδρομο επίκτητης ανοσοανεπάρκειας και σοβαρή αιμορραγία και λοιμώξεις μετά τον τοκετό.[38] Οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, η Αυστραλία, η Ιαπωνία και η Σιγκαπούρη είναι πολύ ασφαλείς ως προς τον τοκετό και έχουν σημειωθεί πολύ λίγοι θάνατοι.[39]

Το 1990, οι ΗΠΑ είχαν το δωδέκατο μεγαλύτερο ποσοστό μητρικής θνησιμότητας σε ένα δείγμα δεκατεσσάρων ανεπτυγμένων χωρών που εξετάστηκαν. Μέχρι σήμερα, το σχετικό ποσοστό στις ΗΠΑ έχει εκτιναχθεί και οι άλλες χώρες καταγράφουν σταθερή βελτίωση και μείωση του ποσοστού. Στις ΗΠΑ υπάρχουν 26.4 θανάτοι μητερών ανά 100.000 γεννήσεις, ενώ σε άλλες ανεπτυγμένες χώρες η ίδια αναλογία είναι κάτω από 10 θανάτους μητερών στις 100.000 γεννήσεις. Επιπλέον, πέρα από τις 700 με 900 γυναίκες που πεθαίνουν στις ΗΠΑ κάθε χρόνο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή του τοκετού, περίπου 70.000 γυναίκες αντιμετωπίζουν σημαντικές επιπλοκές στην υγεία τους. Πάνω από το 1% των εγκυμονούσων μητερών στις ΗΠΑ εμφανίζει επιπλοκές μετά τη γέννα.[40][41]

Αναπαραγωγικά δικαιώματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μια αφίσα από ένα συνέδριο ευγονικής του 1921 εμφανίζει τις πολιτείες των ΗΠΑ που είχαν εφαρμόσει νομοθεσία για τη στείρωση.

Τα αναπαραγωγικά δικαιώματα των γυναικών είναι αναγνωρισμένα από το νόμο. Οι ελευθερίες που σχετίζονται με την αναπαραγωγή και την αναπαραγωγική υγεία είναι επίσης αναγνωρισμένες από το νόμο.[42]

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας αναφέρει ότι το διάστημα 2010 με 2014 έγιναν περίπου 56 εκατομμύρια αμβλώσεις σε όλο το κόσμο (25% όλων των κυήσεων). Από αυτά, περίπου 25 εκατομμύρια θεωρήθηκαν ως μη ασφαλείς. Ο ΠΟΥ αναφέρει ότι στις ανεπτυγμένες χώρες και περιοχές του κόσμου υπάρχουν 30 θάνατοι στις 100.000 μη ασφαλείς αμβλώσεις, αριθμός ο οποίος αυξάνεται στους 220 θανάτους ανά 100.000 μη ασφαλείς αμβλώσεις στις αναπτυσσόμενες χώρες και περιοχές, αριθμός μάλιστα που αυξάνεται στους 520 θανάτους ανά 100.000 μη ασφαλείς αμβλώσεις στην υποσαχάρια Αφρική. Ο ΠΟΥ αποδίδει αυτούς τους θανάτους σε:

  • νόμοι που περιορίζουν την άμβλωση,
  • κακή ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών.
  • υψηλό κόστος των παρεχόμενων υπηρεσιών από εκπαιδευμένους ανθρώπους
  • στιγματισμός των γυναικών που έκαναν άμβλωση
  • άρνηση πολλών γιατρών να κάνουν αμβλώσεις
  • περιττές απαιτήσεις (π.χ. υποχρεωτικές περίοδοι αναμονής, υποχρεωτική παροχή συμβουλών στη γυναίκα, παροχή παραπλανητικών πληροφοριών, εξουσιοδότηση από τρίτους και περιττές εξετάσεις που καθυστερούν την άμβλωση).[43]

Πολιτιστικές απόψεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην πρόσφατη ιστορία, οι ρόλοι των φύλων και ιδιαίτερα της γυναίκας έχουν αλλάξει πολύ. Σε παλαιότερες εποχές οι φιλοδοξίες που είχαν οι γονείς για τα παιδιά τους διέφεραν ανάλογα με το φύλο.[44] Παραδοσιακά, οι γυναίκες της μεσαίας τάξης ασχολούνταν με τις εργασίες του παιδιού και ιδιαίτερα με την φροντίδα των παιδιών τους. Για τις φτωχότερες γυναίκες, ειδικά για τις γυναίκες της εργατικής τάξης, αν και αυτή η ασχολία παρέμεινε η ιδανικότερη, οι δύσκολες συνθήκες διαβίωσης τις ανάγκασαν να εργαστούν έξω από το σπίτι τους. Πολλά από τα επαγγέλματα που είχαν στη διάθεσή τους προσέφεραν χαμηλότερες αμοιβές απ'ότι στους άνδρες.

Καθώς οι αντιλήψεις για την γυναίκα στον χώρο εργασίας άλλαξαν, ενώ παλαιότερα οι γυναίκες εργάζονταν κατά βάση σε «βρώμικες», πολύωρες δουλειές στο εργοστάσιο, πλέον κατάφεραν να εργαστούν σε «καθαρότερες», πιο αξιοσέβαστες θέσεις γραφείου όπου απαιτούνταν περισσότερη εκπαίδευση. Η συμμετοχή των γυναικών στο εργατικό δυναμικό των ΗΠΑ αυξήθηκε από 6% το 1900 σε 23% το 1923. Οι μεταβολές στην παρουσία των γυναικών στο εργατικό δυναμικό οδήγησαν στην μεταβολή των προτεραιοτήτων τους από την τεκνοποίηση στην επιδίωξη της επιτυχημένης επαγγελματικής σταδιοδρομίας και της εκπαίδευσης.

Στη δεκαετία του 1970, πολλές γυναίκες πανεπιστημιακοί και επιστήμονες απέφευγαν να κάνουν παιδιά. Καθ' όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980, οι ακαδημαϊκοί, οι επιστημονικοί και οι κρατικοί θεσμοί προσπάθησαν να εξισώσουν τις συνθήκες εργασίας για τους άνδρες και τις γυναίκες. Ακόμα κι έτσι, οι ανισότητες στην θέση των φύλων στο σπίτι δρούσαν ανασταλτικά στις επαγγελματικές ευκαιρίες των γυναικών: οι εργαζόμενες γυναίκες εξακολουθούσαν να θεωρούνται γενικά υπεύθυνες για την οικιακή εργασία και τη φροντίδα των παιδιών. Αυτή η αντίληψη περιόριζε τον χρόνο και την ενέργεια που μπορούσαν να αφιερώσουν στην καριέρα τους. Μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα, τα γυναικεία κολέγια των ΗΠΑ απαιτούσαν από τις γυναίκες μέλη ΔΕΠ τους να παραμείνουν ανύπαντρες, με το σκεπτικό ότι μια γυναίκα δεν μπορούσε να είναι ταυτόχρονα και καθηγήτρια και μητέρα. Σύμφωνα με τον Σίμπινγκερ, «Το να είσαι επιστήμονας και σύζυγος και μητέρα είναι ένα βάρος σε μια κοινωνία που προσδοκά ότι πιο συχνά οι γυναίκες από τους άνδρες θα βάλουν πάνω την οικογένεια από τη σταδιοδρομία».[45]

Τα κινήματα για τα δικαιώματα των γυναικών υποστηρίζουν την ισότητα ευκαιριών και για τα δύο φύλα, αλλά και τα ίσα δικαιώματα για τους ανθρώπους ανεξαρτήτως φύλου. Μέσω ενός συνδυασμού των οικονομικών μεταβολών και των προσπαθειών του φεμινιστικού κινήματος, τις τελευταίες δεκαετίες οι γυναίκες σε πολλές κοινωνίες έχουν αποκτήσει πολύ περισσότερες εργασιακές ευκαιρίες πέρα από το επάγγελμα της νοικοκυράς. Παρά τις προόδους, οι σύγχρονες γυναίκες στη δυτική κοινωνία εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν προκλήσεις στο χώρο εργασίας, αλλά και προκλήσεις σε θέματα εκπαίδευσης, έμφυλης βίας, υγειονομικής περίθαλψης, πολιτικής αντιμετώπισης, μητρότητας και άλλα. Ο σεξισμός πρόκειται για βασικό πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες σχεδόν παντού, αν και οι μορφές, οι λαϊκές αντιλήψεις και η βαρύτητα του φαινομένουν ποικίλλουν ανάμεσα στις κοινωνίες και τις κοινωνικές τάξεις. Ο εκδημοκρατισμός της οικογένειας και η αυξανόμενη συμμετοχή του άνδρα σε ασχολίες του νοικοκυριού που θεωρούνταν γυναικείες αποτελούν θετική εξέλιξη.[46][απέτυχε η επαλήθευση]

Παρά το γεγονός ότι ολοένα και περισσότερες γυναίκες επιζητούν την πανεπιστημιακή εκπαίδευση, οι μισθοί των πτυχιούχων γυναικών είναι συχνά χαμηλότεροι από εκείνους των ανδρών. Το 2005 το αμερικανικό τηλεοπτικό δίκτυο CBS News ανέφερε ότι στις Ηνωμένες Πολιτείες οι γυναίκες ηλικίας 30 έως 44 ετών που είναι κάτοχοι πτυχίου πανεπιστημίου λαμβάνουν το 62% των αποδοχών των ανδρών με παρόμοια προσόντα, το τέταρτο χειρότερο ποσοστό στις 19 χώρες που υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία στο σχετικό άρθρο. Στην Γερμανία, τη Νέα Ζηλανδία και την Ελβετία η ανισότητα είναι μεγαλύτερη.[47] Στην Κύπρο το ποσοστό αυτό, σύμφωνα με στοιχεία του 2020 ήταν 9%, το έβδομο χαμηλότερο στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ενώ σε άρθρο του 2017 το ίδιο ποσοστό στην Ελλάδα ήταν 15.3%. Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, η απόκλιση των μισθών σε άνδρες και γυναίκες στελέχη επιχειρήσεων είναι περίπου 25% ή 14.000 ευρώ. Οι αποκλίσεις μισθών μεταξύ των δύο φύλων σε άλλα επαγγέλματα στην Ελλάδα είναι 10% με 25%.[48]

Βία κατά των γυναικών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Διακήρυξη του ΟΗΕ για την εξάλειψη της βίας κατά των γυναικών αναγνωρίζει[4] τρεις μορφές βίας κατά των γυναικών: αυτή που λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο της οικογένειας, αυτή που λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο της κοινότητας και αυτή που διαπράττεται ή συγχωρείται από το κράτος. Αναφέρει επίσης ότι «η βία κατά των γυναικών είναι η σημερινή εκδήλωση των ιστορικά άνισων σχέσεων εξουσίας μεταξύ ανδρών και γυναικών».[42]

Η βία κατά των γυναικών αποτελεί μεγάλο κοινωνικό πρόβλημα στις περιοχές που δεν ανήκουν στον λεγόμενο δυτικό κόσμο, εξαιτίας της πατριαρχικής δομής της κοινωνίας, της έλλειψης σχετικών νόμων και την ανεπαρκή εφαρμογή των υπαρχόντων. Οι κοινωνικοί κανόνες που υπάρχουν σε πολλά μέρη του κόσμου εμποδίζουν την πρόοδο στο τομέα της προστασίας των γυναικών από την έμφυλη βία. Για παράδειγμα, σύμφωνα με έρευνες της Γιούνισεφ, το ποσοστό των γυναικών ηλικίας 15–49 ετών που θεωρούν ότι υπό συγκεκριμένες συνθήκες δικαιολογούνται οι άνδρες να χτυπήσουν τη γυναίκα τους φτάνει το 90% στο Αφγανιστάν και την Ιορδανία, το 87% στο Μάλι, το 86% στη Γουινέα και το Ανατολικό Τιμόρ, το 81% στο Λάος και το 80% στην Κεντροαφρικανική Δημοκρατία.[43] Μια έρευνα του 2010 που διεξήχθη από το κέντρο ερευνών Πιου διαπίστωσε ότι ο λιθοβολισμός ως τιμωρία για την μοιχεία είναι αποδεκτή τιμωρία για το 82% των ερωτηθέντων στην Αίγυπτο και το Πακιστάν, το 70% στην Ιορδανία, το 56% τη Νιγηρία και το 42% στην Ινδονησία.[44]

Ο ακρωτηριασμός των γυναικείων γεννητικών οργάνων, η εμπορία ανθρώπων (για σεξουαλικούς σκοπούς), η καταναγκαστική πορνεία, ο καταναγκαστικός γάμος (συνήθως με άτομο πολύ μεγαλύτερης ηλικίας), ο βιασμός, η σεξουαλική παρενόχληση, οι δολοφονίες τιμής, η ρίψη οξέος και ο φόνος εξαιτίας της προίκας είναι μερικά εγκλήματα κατά των γυναικών. Οι κυβερνήσεις μπορεί να είναι συνένοχοι στη βία κατά των γυναικών, επειδή ορισμένες εφαρμόζουν τον λιθοβολισμό σαν τιμωρία για την μοιχεία κατά κύριο λόγο.[45]

Υπήρξαν επίσης πολλές μορφές βίας κατά των γυναικών οι οποίες είχαν επικρατήσει σε ορισμένες περιοχές κατά τη διάρκεια της ιστορίας, όπως το κυνήγι μαγισσών, η θυσία χήρων (όπως το σάτι) και το δέσιμο των ποδιών. Η δίωξη γυναικών για το αδίκημα της μαγείας έχει μακρά παράδοση: για παράδειγμα, κατά την πρώιμη σύγχρονη περίοδο (μεταξύ του 15ου και του 18ου αιώνα), οι δίκες μαγισσών ήταν κοινό θέαμα στην Ευρώπη και στις ευρωπαϊκές αποικίες στη Βόρεια Αμερική. Σήμερα, σε περιοχές της Υποσαχάριας Αφρικής, στην αγροτική Βόρεια Ινδία και τη Παπούα Νέα Γουινέα υπάρχουν αρκετοί άνθρωποι που πιστεύουν στη μαγεία και οι γυναίκες που κατηγορούνται ότι είναι μάγισσες υφίστανται σοβαρή βία.[46][47][48] Επιπλέον, σε ορισμένες χώρες η μαγεία είναι ποινικό αδίκημα. Στη Σαουδική Αραβία, η μαγεία τιμωρείται με θάνατο και το 2011 η χώρα αποκεφάλισε μια γυναίκα την οποία το κράτος κατηγόρησε για «μαγεία και μάγια».[49][50]

Επίσης ορισμένες μορφές βίας κατά των γυναικών έχουν αναγνωριστεί ως ποινικά αδικήματα μόνο τις τελευταίες δεκαετίες σε ορισμένες χώρες, καθώς πολλές χώρες εξακολουθούν να τις επιτρέπουν. Ο βιασμός από τον σύζυγο δεν έχει ποινικοποιηθεί σε όλο το κόσμο.[51][52] Στον Δυτικό Κόσμο, στις τελευταίες δεκαετίες υπάρχει μια τάση που έχει στόχο την εξασφάλιση της ισότητας των φύλων στο γάμο και τη δίωξη της ενδοοικογενειακής βίας, αλλά σε πολλά μέρη του κόσμου οι γυναίκες εξακολουθούν να χάνουν αρκετά δικαιώματα που έχουν σε τέτοια θέματα όταν συνάπτουν τον γάμο τους.[53]

Η σεξουαλική βία κατά των γυναικών αυξάνεται πάρα πολύ κατά τη διάρκεια των πολέμων και ένοπλων συγκρούσεων, κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής κατοχής μιας περιοχής και κατά την διάρκεια των εθνοτικών συγκρούσεων. Συχνές μορφές της κακοποίησης των γυναικών κατά τη διάρκεια των πολέμων είναι ο βιασμός εν καιρώ πολέμου και η σεξουαλικής εκμετάλλευση. Παραδείγματα σεξουαλικής βίας κατά των γυναικών κατά τη διάρκεια συγκρούσεων είναι οι βιασμοί κατά τη διάρκεια της Γενοκτονίας των Αρμενίων, οι βιασμοί κατά τη διάρκεια του Πολέμου Απελευθέρωσης του Μπανγκλαντές, οι βιασμοί στον πόλεμο της Βοσνίας, οι βιασμοί κατά την διάρκεια της γενοκτονίας της Ρουάντας και οι βιασμοί κατά τη διάρκεια του Β΄ Πολέμου του Κονγκό. Στην Κολομβία, η ένοπλη σύγκρουση οδήγησε στην αύξηση της σεξουαλικής βίας κατά των γυναικών.[54] Η πιο πρόσφατη κακοποίησης γυναικών στη διάρκεια πολέμου ήταν η σεξουαλική τζιχάντ του Ισλαμικού Κράτους όπου πέντε με επτά χιλιάδες κορίτσια και παιδιά, Γιαζίντι και Χριστιανοί, πωλήθηκαν σαν σκλάβους του σεξ κατά τη διάρκεια της γενοκτονίας και του βιασμού των Γεζίντι γυναικών και των Χριστιανών γυναικών. Ορισμένες μάλιστα πήδησαν από πολύ μεγάλο ύψος στο όρος Σιντζάρ και έπειτα σκοτώθηκαν, όπως περιέγραψε ένας μάρτυρας.[55]

Οι νόμοι και οι πολιτικές για τη βία κατά των γυναικών διαφέρουν ανάλογα με το νομικό σύστημα του κάθε κράτους. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η δίωξη για αδικήματα όπως η σεξουαλική παρενόχληση και η εμπορία ανθρώπων ρυθμίζονται από τις ειδικές οδηγίες.[56][57]

Γεννητικότητα και οικογενειακή ζωή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μητέρα με το παιδί της στο Μπουτάν
Χάρτης των χωρών του κόσμου ως προς το ποσοστό γεννητικότητας (2020), σύμφωνα με το Γραφείο Αναφοράς Πληθυσμού του ΟΗΕ.

Το συνολικό ποσοστό γονιμότητας, δηλαδή ο αριθμός των παιδιών που κάνει μια γυναίκα κατά τη διάρκεια της ζωής της κατά μέσο όρο, ποικίλει πάρα πολύ μεταξύ των κρατών. Το 2016, το υψηλότερο εκτιμώμενο ποσοστό γονιμότητας (ή εναλλακτικά γεννητικότητας) ήταν αυτό του Νίγηρα (όπου κατά μέσο όρο μια γυναίκα κάνει 6.62 παιδιά στην διάρκεια της ζωής) και το χαμηλότερο ήταν αυτό της Σιγκαπούρης (όπου κατά μέσο όρο μια γυναίκα κάνει 0.82 παιδιά στην διάρκεια της ζωής).[49] Οι περισσότερες χώρες της Υποσαχάριας Αφρικής έχουν υψηλά έως πολύ υψηλά ποσοστά γεννητικότητας. Η υπεργεννητικότητα σε αυτές τις χώρες δημιουργεί προβλήματα στις ίδιες συμβάλλοντας στην έλλειψη πόρων και στον υπερπληθυσμό. Οι περισσότερες χώρες του δυτικού κόσμου έχουν χαμηλά ποσοστά γεννητικότητας, γεγονός το οποίο οδηγεί στη γήρανση του πληθυσμού και έπειτα στη μείωση του. Ο δυτικός κόσμος κρατά τον πληθυσμό του σταθερό με τη μετανάστευση.

Στον πίνακα παρουσιάζεται το ποσοστό των γεννήσεων από ανύπαντρες γυναίκες ως μέρος του συνολικού αριθμού γεννήσεων των χωρών, σε επιλεγμένες χώρες, στα έτη 1980 και 2007.[58]

Σε πολλά μέρη του κόσμου, τις τελευταίες δεκαετίες η δομή της οικογένειας έχει αλλάξει αρκετά. Για παράδειγμα, στη Δύση, αλλά και σε άλλα ανεπτυγμένα κράτη, υπήρξε μια τάση αποκέντρωσης των γενεών: παλιά στο ίδιο σπίτι ζούσαν γιαγιάδες, μητέρες και εγγόνια από την ίδια οικογένεια. Πλέον αυτό έχει αλλάξει και το μοντέλο ανατροφής των παιδιών έχει μεταβληθεί στη πυρηνική οικογένεια δηλαδή στην διαμονή των γονέων με τα παιδιά. Οι ανύπαντρες γυναίκες πλέον κάνουν δικά τους παιδιά. Τα παιδιά εκτός γάμου ανήκουν σε ζευγάρια που συζούν και σε ανύπαντρες γυναίκες. Ενώ οι γεννήσεις εκτός γάμου είναι συνηθισμένο πράγμα και πλήρως αποδεκτός τρόπος ανατροφής του παιδιού σε αρκετά μέρη του κόσμου, σε άλλα μέρη οι ανύπαντρες μητέρες αντιμετωπίζουν κοινωνικό στιγματισμό, εξοστρακισμό. Σε ακραίες περιπτώσεις έχουν σημειωθεί περιστατικά βίας σε γυναίκες ακόμη και δολοφονίες τιμής.[50][51] Επιπλέον, το σεξ εκτός γάμου είναι παράνομο σε πολλές χώρες: στη Σαουδική Αραβία, το Πακιστάν,[52] το Αφγανιστάν,[53][59] στο Ιράν,[59] το Κουβέιτ,[54] τις Μαλδίβες,[56] το Μαρόκο,[57] το Ομάν,[60] τη Μαυριτανία,[61] τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα,[62][63] το Σουδάν, [64] και στην Υεμένη[65]).

Ο κοινωνικός ρόλος της μητέρας διαφέρει μεταξύ των κρατών και των πολιτισμών. Σε πολλά μέρη του κόσμου, οι γυναίκες με παιδιά αναμένεται να μείνουν στο σπίτι και να αφιερώσουν όλη τους την ενέργεια στην ανατροφή των παιδιών, ενώ σε άλλα μέρη οι μητέρες επιστρέφουν στην αμειβόμενη εργασία (βλέπε τα λήμματα εργαζόμενη μητέρα και μητέρα που εργάζεται από το σπίτι).

Ενδυμασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι γυναίκες σε διάφορα μέρη φορούν διαφορετικές ενδυμασίες, οι οποίες επηρεάζονται από την εθνότητα τους, την περιοχή τους, τις θρησκευτικές αρχές, τις παραδόσεις, τα κοινωνικά πρότυπα και τις τάσεις της μόδας, μεταξύ άλλων παραγόντων. Οι διαφορετικές κοινωνίες έχουν διαφορετικές αντιλήψεις για τη σεμνότητα. Ωστόσο, σε πολλές χώρες, οι γυναίκες είναι υποχρεωμένες να φορούν συγκεκριμένες ενδυμασίες. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα στο Ισλάμ. Ενώ ορισμένες χώρες και περιοχές υποχρεώνουν με νόμο τις γυναίκες να φορούν ορισμένα ενδύματα όπως η μαντίλα, άλλες χώρες απαγορεύουν ή περιορίζουν τη χρήση της μαντίλας ή της μπούρκας σε δημόσιους χώρους. Μια χώρα που έχει απαγορεύσει την μαντίλα και γενικότερα το χιτζάμπ είναι η Γαλλία. Οι νόμοι που απαγορεύουν ή υποχρεώνουν τις γυναίκες να φορούν συγκεκριμένα είδη ενδυμασίας έχουν επικριθεί έντονα σε πολλές περιοχές.[66]

Σήμερα, ειδικά στον ανεπτυγμένο κόσμο, υπάρχει μια τάση προς την πλήρη χρήση της τυποποιημένης δυτικότροπης ενδυμασίας, και την εγκατάλειψη των παλαιότερων, πιο παραδοσιακών ενδυμασιών. Αυτή η τάση είναι πιο εμφανής σε γυναίκες που ανήκουν σε νεότερες ηλικιακές ομάδες.

Εκπαίδευση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενήλικες γυναίκες μαθαίνουν να διαβάζουν στο Ελ Άλτο της Λα Παζ στη Βολιβία.

Η χωριστή εκπαίδευση ανά φύλο παραδοσιακά κυριαρχούσε στις κοινωνίες και ακόμα είναι πολύ ισχυρή σε ορισμένα μέρη. Η καθολική εκπαίδευση, δηλαδή η πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση που παρέχεται από το κράτος, με την συμμετοχή των δύο φύλων στην ίδια σχολική μονάδα, δεν έχει εδραιωθεί σε όλο το κόσμο, αν και στην Ελλάδα, την Κύπρο και τις περισσότερες ανεπτυγμένες χώρες έχει εδραιωθεί η κοινή εκπαίδευση για τα δύο φύλα. Σε ορισμένες δυτικές χώρες, οι γυναίκες έχουν ξεπεράσει τους άνδρες σε πολλούς δείκτες εκπαίδευσης. Για παράδειγμα, στις Ηνωμένες Πολιτείες το 2005/2006, οι γυναίκες κέρδισαν το 60% των πτυχίων, το 60% των μεταπτυχιακών και το 50% των διδακτορικών.[67][68]

Το φυλετικό χάσμα στην εκπαίδευση στα μέλη του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) έχει μειωθεί τα τελευταία 30 χρόνια. Οι νεότερες γυναίκες σήμερα έχουν πολύ περισσότερες πιθανότητες να έχουν πτυχίο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης: σε 19 από τις 30 χώρες μέλη του ΟΟΣΑ, το ποσοστό των γυναικών 25 έως 34 ετών που έχουν ολοκληρώσει την τριτοβάθμια εκπαίδευση από τις γυναίκες ηλικίας 55 έως 64 ετών είναι παραπάνω από διπλάσιο. Σε 21 από τις 27 χώρες μέλη του ΟΟΣΑ με συγκρίσιμα δεδομένα, ο αριθμός των γυναικών που αποφοιτούν από προγράμματα πανεπιστημιακής εκπαίδευσης είναι ίσος ή ανώτερος των ανδρών. Στην Ελλάδα 2016 το 53% των εισακτέων στα πανεπιστήμια ήταν γυναίκες και το 47% άνδρες.[69] Τα 15χρονα κορίτσια τείνουν να έχουν πολύ υψηλότερες προσδοκίες για την επαγγελματική σταδιοδρομία σε σχέση με τα αγόρια της ίδιας ηλικίας.[70] Ενώ οι γυναίκες αντιπροσωπεύουν περισσότερο από το ήμισυ των πτυχιούχων πανεπιστημίων σε πολλές χώρες μέλη του ΟΟΣΑ, λαμβάνουν μόνο το 30% των πτυχίων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης σε σχολές που αφορούν την επιστήμη και τη μηχανική. Οι γυναίκες αντιπροσωπεύουν μόνο το 25% έως 35% των ερευνητών στις περισσότερες χώρες μέλη του ΟΟΣΑ.[71]

Η ακαδημαϊκή έρευνα δείχνει ότι οι γυναίκες σπουδάζουν με τον ίδιο ρυθμό με τους άνδρες σε πανεπιστήμια υψηλού κύρους, αλλά πρέπει να παλέψουν περισσότερο για να γίνουν καθηγητές εκεί. Η κοινωνιολόγος Χάριετ Ζάκερμαν παρατήρησε ότι όσο πιο διάσημο είναι ένα πανεπιστήμιο, τόσο πιο δύσκολο και χρονοβόρο θα είναι για τις γυναίκες να αποκτήσουν μια θέση ΔΕΠ εκεί. Το 1989, το Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ τοποθέτησε την πρώτη καθηγήτρια χημείας του, τη Σίνθια Φρεντ, και το 1992 την πρώτη γυναίκα καθηγήτρια στη φυσική, τη Μελίσα Φράνκλιν. Παρατήρησε επίσης ότι οι γυναίκες ήταν πιο πιθανό να γίνουν νωρίτερα από τους άνδρες εκπαιδευτές και λέκτορες, οι άνδρες είναι πιο πιθανό να εργαστούν νωρίτερα από τις γυναίκες σε θέσεις θητείας. Σύμφωνα με τους Σμιθ και Τανγκ, το 1989, το 65% των ανδρών και μόνο το 40% των γυναικών κατείχαν θέσεις θητείας. Μόνο το 29% των βοηθών καθηγητή σε σχολές επιστημών και μηχανικής σε κολέγια και πανεπιστήμια των ΗΠΑ ήταν γυναίκες.[72] Στην Ελλάδα υπάρχουν, το 2016 υπήρχαν 5.894 άνδρες και 2.589 γυναίκες καθηγητές πανεπιστημίων στην Ελλάδα. Το ποσοστό εκπροσώπησης των γυναικών ως καθηγητές πανεπιστημίων αυξήθηκε από 27% το 2003 σε 31% το 2016. Το Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο έχει ποσοστό γυναικών καθηγητών 41%, το ΕΜΠ 23% και το Πολυτεχνείο Κρήτης 14% την ίδια χρονιά.[69]

Το 1992, οι γυναίκες έλαβαν το 9% των διδακτορικών που απονεμήθηκαν εκείνη τη χρονιά σε σχολές μηχανικής, αλλά μόνο το 1% αυτών των γυναικών έγιναν καθηγητές. Το 1995, το 11% των καθηγητών σε σχολές επιστήμης και μηχανικής ήταν γυναίκες. Τότε υπήρχαν μόνο 311 κοσμήτορες σχολών μηχανικής που ήταν γυναίκες, λιγότερο από το 1% του συνόλου των πάνω από 30.000 σχολών μηχανικής που υπήρχαν στο κόσμο τότε. Ακόμη και στην ψυχολογία, μια ειδικότητα στην οποία οι γυναίκες κερδίζουν την πλειονότητα των διδακτορικών, μόνο το 19% των θέσεων καθηγητή ψυχολογίας ανήκε σε γυναίκες, σύμφωνα με έρευνα, το 1994.[73]

Στην Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κοινή εκπαίδευση για τα δύο φύλα (ή, πιο απλά, μεικτά σχολεία) εφαρμόζεται ανεπίσημα από την ανεξαρτησία της χώρας, γιατί δεν υπήρχαν οικονομικές δυνατότητες για την κατασκευή χωριστών σχολείων και εκπαιδευμένες διδασκάλισσες για να επανδρώσουν τα σχολεία. Το 1929 τα δημοτικά σχολεία έγιναν μεικτά. Επειδή η κυβέρνηση ήταν επιφυλακτική για τις κοινωνικές αντιδράσεις, η μεικτή φοίτηση στη δευτεροβάθμια επανήλθε στο προσκήνιο με την μεταπολίτευση το 1976-79, αν και οι περισσότεροι γονείς ήταν κατά του μέτρου. Η δευτεροβάθμια μετέβη σε καθεστώς μεικτής φοίτησης τη χρονιά 1979-80, εφόσον τα σχολεία δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης δήλωναν ότι μπορούσαν και ήθελαν να γίνουν μεικτά σχολεία, και ιδρύθηκαν πολλά νέα τέτοια. Με τον νόμο 1566 του 1985 οριστικοποιήθηκε η μεικτή φοίτηση για τα δύο φύλα σε όλες τις βαθμίδες.[74]

Αλφαβητισμός γυναικών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ποσοστό αλφαβητισμού στις γυναίκες σε παγκόσμιο επίπεδο είναι μικρότερο σε σχέση με αυτό στους άνδρες. Το World Factbook, σύμφωνα με εκτίμηση του 2010, αναφέρει ότι το 80% των γυναικών είναι εγγράμματες, ενώ το ποσοστό αυτό για τους άνδρες φτάνει το 88.6% των ανδρών (τα ποσοστά αφορούν μόνο τα άτομα ηλικίας 15 ετών και άνω). Τα ποσοστά αλφαβητισμού είναι χαμηλότερα στη Νότια και Δυτική Ασία και σε μέρη της Υποσαχάριας Αφρικής.[75]

Η γυναίκα στην πολιτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Σιριμάβο Μπανταρανάικε ήταν η πρώτη δημοκρατικά εκλεγμένη γυναίκα πρωθυπουργός. Εξελέγη με εκλογές στην Σρι Λάνκα το 1960.
A world map showing female governmental participation by country, 2010.
Αυτός ο χάρτης δείχνει το ποσοστό των γυναικών στα κοινοβούλια (2010). Όσο πιο λευκό είναι το χρώμα, το ποσοστό είναι υψηλότερο.

Οι γυναίκες υποεκπροσωπούνται στη διακυβέρνηση των περισσότερων κρατών. Τον Ιανουάριο του 2019 το 24.3% των μελών, κατά μέσο όρο, των κοινοβουλευτικών σωμάτων σε όλο το κόσμο ήταν γυναίκες.[76] Τα κινήματα για το δικαίωμα ψήφου των γυναικών έχουν μακρά ιστορία. Για παράδειγμα, το δικαίωμα ψήφου των γυναικών στις Ηνωμένες Πολιτείες ήταν κάτι που επετεύθχη σταδιακά, πρώτα σε πολιτειακό και τοπικό επίπεδο στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα και στη συνέχεια το 1920 κατοχυρώθηκε το δικαίωμα ψήφου σε εθνικό επίπεδο για τις γυναίκες της δέκατης ένατης τροπολογίας στο Σύνταγμα των ΗΠΑ. Ορισμένες δυτικές χώρες άργησαν να επιτρέψουν στις γυναίκες να ψηφίσουν, ιδίως η Ελβετία, όπου οι γυναίκες κέρδισαν το δικαίωμα ψήφου στις ομοσπονδιακές εκλογές το 1971. Μάλιστα στο καντόνι του Άπεντσελ Ίνεροντεν, οι γυναίκες απέκτησαν δικαίωμα ψήφου για τοπικά ζητήματα μόλις το 1991, όταν το καντόνι αναγκάστηκε να παραχωρήσει αυτό το δικαίωμα με απόφαση του Ομοσπονδιακού Ανώτατου Δικαστηρίου της Ελβετίας.[77][78] Το 1984 το Λιχτενστάιν παραχώρησε το δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες με δημοψήφισμα.

Στην Ελλάδα το δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες παραχωρήθηκε το 1930, μόνο σε δημοτικές και κοινοτικές εκλογές, αλλά μόνο σε γυναίκες άνω των 30 ετών και όσες είχαν τελειώσει το δημοτικό. Το 1952 παραχωρήθηκε το δικαίωμα ψήφου σε όλες τις γυναίκες άνω των 21 ετών, αλλά επειδή δεν ενημερώθηκαν εγκαίρως οι εκλογικοί κατάλογοι ψήφισαν πρώτη φορά τον Φεβρουάριο του 1956, βγάζοντας 2 βουλευτές. Τον Μάρτιο του 2021 το 20.6% των βουλευτών του ελληνικού κοινοβουλίου ήταν γυναίκες.[79] Το αντίστοιχο ποσοστό στη Κύπρο ήταν 14% το ίδιο έτος.[80]

Στις επιστήμες, τις τέχνες και την λογοτεχνία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Γερμανίδα συνθέτρια Κλάρα Σούμαν το 1878

Οι γυναίκες έχουν συνεισφέρει βαθιά στον διάβα της ιστορίας στην επιστήμη, στη λογοτεχνία και τη τέχνη. Οι τομείς της μαιευτικής και γυναικολογίας ήταν δύο τομείς όπου οι γυναίκες ιστορικά είχαν την μεγαλύτερη επιτυχία, μέχρι τα μέσα του 18ου αιώνα, όταν η φροντίδα για τις εγκύους που πριν αναλάμβαναν οι γυναίκες πλέον ξεκίνησε να γίνεται από τους άνδρες σε μεγάλο βαθμό γιατί πλέον το επάγγελμα άρχισε να χρειάζεται ειδική εκπαίδευση.[81][82]

Το συγγραφικό έργο γενικά θεωρούνταν επίσης αποδεκτό για τις γυναίκες της ανώτερης τάξης, αν και οι γυναίκες που ζούσαν κάποτε σε ανδροκρατούμενο κόσμο δυσκολεύονταν να πετύχουν και συχνά αναγκάζονταν να υιοθετήσουν ανδρικό ψευδώνυμο (π.χ Γεώργιος Σάνδης, Τζορτζ Έλιοτ).

Έχουν υπάρξει γυναίκες συνθέτες, τραγουδοποιοί, ερμηνευτές οργάνων, τραγουδιστές, μαέστροι, μουσικοπαιδαγωγοί, μουσικοπαιδαγωγοί, κριτικοί μουσικής / δημοσιογράφοι της μουσικής. Υπάρχουν μουσικά κινήματα, εκδηλώσεις και είδη που σχετίζονται με τις γυναίκες, τα γυναικεία θέματα και τον φεμινισμό. Στη δεκαετία του 2010, ενώ ένα σημαντικό ποσοστό των τραγουδιστών λαϊκής και κλασικής μουσικής είναι γυναίκες, υπάρχουν λίγες γυναίκες μουσικοί παραγωγοί ή κριτικοί μουσικής και παίχτες οργάνων των συγκροτημάτων της ροκ. Αν και η κλασική μουσική είχε πολλές γυναίκες στους κόλπους της, από την μεσαιωνική περίοδο και έπειτα, το ποσοστό των γυναικών ως συνθέτες κλασικών τραγουδιών, των γυναικών που αναφέρονται σε εγχειρίδια μουσικής και σχετικές εγκυκλοπαίδειες είναι μικρό. Για παράδειγμα, στη Συνοπτική Ιστορία της Μουσικής του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, η Κλάρα Σούμαν είναι μια από τις λίγες γυναίκες συνθέτες που αναφέρει το βιβλίο.

Η Μαρία Κιουρί ήταν η πρώτη γυναίκα που τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ.[83]

Οι γυναίκες αποτελούν ένα σημαντικό ποσοστό των σολίστ της κλασικής μουσικής. Το ποσοστό των γυναικών μελών των ορχηστρών αυξάνεται. Ωστόσο, ένα άρθρο του 2015 το φύλο των σολίστ στις μεγάλες καναδικές ορχήστρες, ανέφερε ότι το 84% των σολίστ της Συμφωνικής Ορχήστρας του Μονρεάλ ήταν άνδρες. Το 2012, οι γυναίκες αποτελούσαν μόλις το 6% της σύνθεσης της Φιλαρμονικής Ορχήστρας της Βιέννης. Οι γυναίκες είναι λιγότερο συχνές ως μέλη συγκροτημάτων της ροκ και του χέβι μέταλ, αν και έχουν υπάρξει αρκετές αξιόλογες γυναίκες οργανοπαίκτες και γυναικεία συγκροτήματα. Οι γυναίκες υποεκπροσωπούνται ιδιαίτερα στα συγκρότημα εξτρίμ μέταλ.[84] Υπάρχουν σχετικά λίγες γυναίκες διευθυντές ορχήστρας, κριτικοί ή δημοσιογράφοι μουσικών εντύπων, μουσική παραγωγοί και ηχολήπτες. Ενώ τον 19ο αιώνα αποθαρρυνόταν οι γυναίκες να ασχοληθούν με τη σύνθεση, και οι γυναίκες μουσικολόγοι ακόμη και σήμερα είναι λιγότεροι από τους άνδρες, οι γυναίκες ασχολήθηκαν με τη μουσική εκπαίδευση «... σε τέτοιο βαθμό που οι γυναίκες κυριάρχησαν [σε αυτόν τον τομέα] κατά το τελευταίο μισό του 19ου αιώνα και σε βάθος χρόνου τον 20ο αιώνα». [85]

An oil painting of a young woman dressed in a flowing, white dress sitting on a chair with a red drape. An easel rests on her knees and she is evidently drawing. She is gazing directly at the observer.
Το πορτρέτο της Σαρλότ ντυ Βαλ ντ'Ον της Μαρί-Ντενίζ Βιγιέρ παρουσιάζει γυναικεία θεματολογία.[86]

Σύμφωνα με την Τζέσικα Ντέτσεν, μουσικογράφο για την εφημερίδα The Independent του Λονδίνου, οι γυναίκες μουσικοί της κλασικής μουσικής «...πολύ συχνά κρίνονται για τις εμφανίσεις τους, παρά για το ταλέντο τους» και αντιμετωπίζουν πίεση «... ώστε φαίνονται σέξι στη σκηνή και στις φωτογραφήσεις".[87] Η Ντέτσεν δηλώνει ότι ενώ «υπάρχουν γυναίκες μουσικοί που αρνούνται να παίξουν με κριτήριο την εμφάνισή τους, ... αυτές που το κάνουν τείνουν να είναι πιο επιτυχημένες υλικά». [87]

Σύμφωνα με την βρετανίδα ραδιοφωνική παραγωγό, Εντουίνα Ουόλστενκροφτ, η βιομηχανία της κλασικής μουσικής ήταν από καιρό ανοιχτή στο να έχει γυναίκες σε ρόλους ερμηνείας ή ψυχαγωγίας, αλλά θέσεις όπως η διεύθυνση μιας ορχήστρας είναι ακόμη και σήμερα σε μεγάλο βαθμό σε ανδρικά χέρια.[88] Στη λαϊκή μουσική, ενώ υπάρχουν πολλές γυναίκες τραγουδίστριες που γράφουν τραγούδια, υπάρχουν πολύ λίγες γυναίκες χειριστές της κονσόλας ήχου και πολύ λίγες γυναίκες μουσική παραγωγή.[89]

Η γυναίκα στην θρησκεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ορισμένες θρησκείες και δόγματα έχουν συγκεκριμένες απόψεις σχετικά με τους ρόλους των φύλων, την αλληλεπίδραση των φύλων στις κοινωνικές δραστηριότητες και την κοινωνική ζωή, την κατάλληλη ενδυμασία των γυναικών, και άλλα θέματα που επηρεάζουν την θέση της γυναίκας στη κοινωνία. Σε πολλές χώρες, αυτές οι θρησκευτικές διδασκαλίες επηρεάζουν το ποινικό δίκαιο, ή το οικογενειακό δίκαιο (βλέπε αναλυτικότερα το λήμμα Σαρία). Η σχέση μεταξύ της θρησκείας, του νόμου και της ισότητας των φύλων έχει συζητηθεί από διάφορους διεθνείς οργανισμούς.[90]

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι παλαιότερες γυναίκες των οποίων τα ονόματα τους είναι γνωστά είναι οι παρακάτω:

  • Η Νεϊθχοτέπ (έζησε γύρω στο 3200 π.Χ.), ήταν η σύζυγος του Ναρμέρ και η πρώτη βασίλισσα της αρχαίας Αιγύπτου.[91][92]
  • Η Μέρνεϊτ (έζησε γύρω στο 3000 π.Χ.), ήταν αντιβασίλισσα και σύζυγος του βασιλιά στην αρχαία Αίγυπτο κατά τη διάρκεια της πρώτης δυναστείας. Ίσως μάλιστα να έχει αποτελέσει και βασίλισσα της Αιγύπτου.[93][94]
  • Η Πεσεσέτ (έζησε γύρω στο 2600 π.Χ.), ήταν γιατρός στην αρχαία Αίγυπτο.[95][96]
  • Η Πουαμπί (έζησε γύρω στο 2600 π.Χ.), γνωστή και ως Σουμπάντ, ήταν μια βασίλισσα της Ουρ της οποίας ο τάφος περιέχει διάφορα υψηλής αξίας καλλιτεχνήματα. Επίσης υπάρχουν και άλλες γνωστές προσαργωνικές βασίλισσες της Ουρ που είναι γνωστές, όπως οι Ασουσικιλντιγκίρ, Νινμπάντα και Γκανσαμανού.[97]
  • Η Κουγκμπάου (έζησε γύρω στο 2500 π.Χ.), ήταν βασίλισσα των Σουμέριων, η οποία καταγόταν από το Κις και εξελέγη από το ιερατείο της Νιπούρ σε αυτό το αξίωμα. Σε μεταγενέστερη εποχή απέκτησε την ονομασία Καμπάμπα, σαν θεότητα όμως.
  • Η Τασλουλτούμ (έζησε γύρω στο 2400 π.Χ.), μια Ακκάδια βασίλισσα, ήταν σύζυγος του Σαργών και μητέρα της Ενχεντουάνας.[98][99]
  • Η Μπαραναμτάρα (έζησε γύρω στο 2384 π.Χ.), ήταν μια προεξάρχουσα και επιδραστική βασίλισσα της Λουγκαλάντα του Λαγκάς. Από την πρώτη δυναστεία των Λαγκάς υπάρχουν και άλλες γνωστές προσαργωνικές (δηλαδή έζησαν πριν από τον Σαργών) βασίλισσες όπως η Μενμπαρά-αμπζού, Ασουμεερέν, Νινχιλισούγκ, Ντιμτούρ, Σαγκσάγκ, ενώ είναι γνωστά τα ονόματα και αρκετών πριγκιπισσών της εποχής.
  • Η Ενχεντουάνα (έζησε γύρω στο 2285 π.Χ.),[100][101] η υψηλή ιέρεια του ναού του Θεού της Σελήνης στην Ουρ και πιθανώς η πρώτη γνωστή γυναίκα ποιήτρια και γνωστή συγγραφέας.[102]
  • Η Σιμπτού (έζησε γύρω στο 1775 π.Χ.), ήταν η σύζυγος του βασιλιά Ζιμριλίμ και βασίλισσα της συριακής πόλης-κράτους Μαρί. Όταν ο σύζυγος της απουσίαζε, η Σιμπτού ήταν αντιβασίλισσα του Μαρί και είχε εκτεταμένες διοικητικές εξουσίες σαν βασίλισσα του κράτους της.[103]

Θηλυκότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με τον όρο θηλυκότητα εννοούνται ένα σύνολο χαρακτηριστικών, συμπεριφορών και ρόλων που γενικά συνδέονται με τις γυναίκες και τα κορίτσια. Αν και η θηλυκότητα είναι μια έννοια η οποία έχει κοινωνική βάση,[104] η επιστήμη της βιολογίας έχει επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο περιγράφονται οι συνήθειες οι οποίες θεωρούνται γυναικείες.[104][105][106][107] Ο βαθμός στον οποίο η διαμόρφωση της θηλυκότητας επηρεάζεται από κοινωνικά και/ή βιολογικά χαρακτηριστικά αποτελεί ακόμη και σήμερα αντικείμενο συζήτησης.[106][105][107] Η έννοια της θηλυκότητας διαφέρει από τον ορισμό του γυναικείου φύλου,[108] [109] καθώς ορισμένες ιδιαιτερότητες των γυναικών παρουσιάζονται και στους άνδρες.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Fadu, Jose A., επιμ. (2014). Encyclopedia of Theory & Practice in Psychotherapy & Counseling. LuLu Press. σελ. 337. ISBN 978-1312078369. 
  2. Stearn, William T. (May 1962). «The Origin of the Male and Female Symbols of Biology». Taxon 11 (4): 109–113. doi:10.2307/1217734. ISSN 0040-0262. https://iapt-taxon.org/historic/Congress/IBC_1964/male_fem.pdf. Ανακτήθηκε στις 19 July 2019. 
  3. 3,0 3,1 Schott, GD (December 2005). «Sex symbols ancient and modern: their origins and iconography on the pedigree». The BMJ 331 (7531): 1509–10. doi:10.1136/bmj.331.7531.1509. ISSN 0959-8138. PMID 16373733. 
  4. 4,0 4,1 Jose A. Fadul. Encyclopedia of Theory & Practice in Psychotherapy & Counseling p. 337
  5. Hake, Laura· O'Connor, Clare (2008). «Genetic Mechanisms of Sex Determination». Scitable. Nature Education. Ανακτήθηκε στις 23 Αυγούστου 2019. 
  6. Differences, Institute of Medicine (US) Committee on Understanding the Biology of Sex and Gender· Wizemann, Theresa M. (2001). Sex Begins in the Womb (στα Αγγλικά). National Academies Press (US). All human individuals—whether they have an XX, an XY, or an atypical sex chromosome combination—begin development from the same starting point. During early development the gonads of the fetus remain undifferentiated; that is, all fetal genitalia are the same and are phenotypically female. After approximately 6 to 7 weeks of gestation, however, the expression of a gene on the Y chromosome induces changes that result in the development of the testes. Thus, this gene is singularly important in inducing testis development. The production of testosterone at about 9 weeks of gestation results in the development of the reproductive tract and the masculinization (the normal development of male sex characteristics) of the brain and genitalia. In contrast to the role of the fetal testis in differentiation of a male genital tract and external genitalia in utero, fetal ovarian secretions are not required for female sex differentiation. 
  7. (Tanner, 1990).
  8. «Relative weight and race influence average age at menarche: results from two nationally representative surveys of US girls studied 25 years apart». Pediatrics 111 (4 Pt 1): 844–50. April 2003. doi:10.1542/peds.111.4.844. PMID 12671122. 
  9. «Age at menarche in Canada: results from the National Longitudinal Survey of Children & Youth». BMC Public Health 10: 736. 2010. doi:10.1186/1471-2458-10-736. PMID 21110899. 
  10. Hamilton-Fairley, Diana. Obstetrics and Gynaecology (Second έκδοση). Blackwell Publishing. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2018-10-09. https://web.archive.org/web/20181009065351/http://vstudentworld.yolasite.com/resources/final_yr/gynae_obs/Hamilton%20Fairley%20Obstetrics%20and%20Gynaecology%20Lecture%20Notes%202%20Ed.pdf. Ανακτήθηκε στις 2022-07-26. 
  11. «What is Assisted Reproductive Technology? | Reproductive Health | CDC». CDC. 14 Νοεμβρίου 2014. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 1 Νοεμβρίου 2017. 
  12. «default - Stanford Children's Health». www.stanfordchildrens.org. Ανακτήθηκε στις 25 Ιουλίου 2022. 
  13. «Altriciality - an overview | ScienceDirect Topics». www.sciencedirect.com. Ανακτήθηκε στις 25 Ιουλίου 2022. 
  14. «Twins, Triplets, Multiple Births». medlineplus.gov. Ανακτήθηκε στις 25 Ιουλίου 2022. 
  15. «Menopause: Overview». Eunice Kennedy Shriver National Institute of Child Health and Human Development. 28 Ιουνίου 2013. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2 Απριλίου 2015. Ανακτήθηκε στις 8 Μαρτίου 2015. 
  16. «Menopause: Overview». PubMedHealth. 29 Αυγούστου 2013. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 10 Σεπτεμβρίου 2017. Ανακτήθηκε στις 8 Μαρτίου 2015. 
  17. «Menopause». The Medical Clinics of North America 99 (3): 521–34. May 2015. doi:10.1016/j.mcna.2015.01.006. PMID 25841598. 
  18. Buss, David (15 Μαρτίου 2019). «Evolved Standards of Physical Beauty». Evolutionary Psychology: The New Science of the Mind (Sixth έκδοση). Routledge. σελίδες 283–288. ISBN 9780429590061. 
  19. Marc H. Bornstein, επιμ. (2018). The SAGE Encyclopedia of Lifespan Human Development. SAGE Publications. ISBN 9781506353326. 
  20. «placental mammal | Characteristics & Facts | Britannica». www.britannica.com (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 25 Ιουλίου 2022. 
  21. «Placental Mammals». ucmp.berkeley.edu. Ανακτήθηκε στις 25 Ιουλίου 2022. 
  22. Human Sexuality: Personality and Social Psychological Perspectives. Springer Science & Business Media. 2012. σελ. 175. ISBN 978-1468436563. 
  23. Psychopathology in Women: Incorporating Gender Perspective into Descriptive Psychopathology. Springer. 2014. σελ. 250. ISBN 978-3319058702. In addition, there is a current lack of appropriate vocabulary to refer to the external female genitals, using, for example, 'vagina' and 'vulva' as if they were synonyms, as if using these terms incorrectly were harmless to the sexual and psychological development of women.' 
  24. Oftedal, Olav T. (2002). «The mammary gland and its origin during synapsid evolution». Journal of Mammary Gland Biology and Neoplasia 7 (3): 225–252. doi:10.1023/a:1022896515287. PMID 12751889. 
  25. Buss, David (15 Μαρτίου 2019). «Evolved Standards of Physical Beauty». Evolutionary Psychology: The New Science of the Mind (Sixth έκδοση). Routledge. σελίδες 283–288. ISBN 9780429590061. 
  26. «Healthy life expectancy (HALE), data by country» (στα Αγγλικά). World Health Organization. 2020. Ανακτήθηκε στις 27 Ιουλίου 2022. 
  27. «Why is life expectancy longer for women than it is for men?». Scientific American. 2004-08-30. http://www.scientificamerican.com/article.cfm?id=why-is-life-expectancy-lo. Ανακτήθηκε στις 2009-10-17. 
  28. «United Nations Statistics Division — Demographic and Social Statistics». unstats.un.org. Ανακτήθηκε στις 4 Φεβρουαρίου 2017. 
  29. «Female Life Expectancy». World Health Organization. Ανακτήθηκε στις 24 Αυγούστου 2019. 
  30. Newsroom. «Μείωση του προσδόκιμου ζωής στην Ελλάδα κατά 6 μήνες έφερε η πανδημία – Η εικόνα στην Ε.Ε. | Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ». www.kathimerini.gr. Ανακτήθηκε στις 26 Ιουλίου 2022. 
  31. SigmaLive. «Πόσα χρόνια είναι το προσδόκιμο ζωής στην Κύπρο - Σύγκριση με χώρες της ΕΕ | News». www.sigmalive.com. Ανακτήθηκε στις 26 Ιουλίου 2022. 
  32. Institute of Medicine (US) Committee on Understanding the Biology of Sex Gender Differences· Wizemann, T. M. (2001). Exploring the Biological Contributions to Human Health: Does Sex Matter?. The National Academies Collection: Reports funded by National Institutes of Health. Washington, D.C.: National Academies Press (US). ISBN 978-0-309-07281-6. 
  33. «Advancing the case for gender-based medicine — Horizon 2020 – European Commission». Horizon 2020 (στα Αγγλικά). 30 Οκτωβρίου 2015. Ανακτήθηκε στις 4 Φεβρουαρίου 2017. 
  34. «gynaecology — definition of gynaecology in English | Oxford Dictionaries». Oxford Dictionaries | English. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 4 Φεβρουαρίου 2017. Ανακτήθηκε στις 4 Φεβρουαρίου 2017. 
  35. R .Porter (1991), reviews Ornella Moscucci, The science of women: gynaecology and gender in England, 1800-1929, Cambridge History of Medicine, Cambridge University Press, 1990, 8vo, pp. x, 278 retrieved 2021-March-07
  36. «WHO | Maternal mortality ratio (per 100 000 live births)». Who.int. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 7 Μαΐου 2013. Ανακτήθηκε στις 19 Απριλίου 2014. 
  37. Education material for teachers of midwifery : midwifery education modules (PDF) (2η έκδοση). Geneva [Switzerland]: World Health Organisation. 2008. σελ. 3. ISBN 978-92-4-154666-9. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο (PDF) στις 21 Φεβρουαρίου 2015. 
  38. «WHO | Maternal mortality». Who.int. Ανακτήθηκε στις 19 Απριλίου 2014. 
  39. «The World Factbook». Cia.gov. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 18 Απριλίου 2015. Ανακτήθηκε στις 19 Απριλίου 2014. 
  40. «Healthy Women, Healthy Babies: How health reform can improve the health of women and babies in America» (PDF). Washington, D.C.: Trust for America's Health. Ιουνίου 2011. Αρχειοθετήθηκε (PDF) από το πρωτότυπο στις 24 Ιουνίου 2012. Ανακτήθηκε στις 29 Αυγούστου 2013. 
  41. Bogdanska, Kasia. «Severe Complications for Women During Childbirth Are Skyrocketing—and Could Often Be Prevented». ProPublica. Ανακτήθηκε στις 24 Αυγούστου 2019. 
  42. 42,0 42,1 «Resolution on Reproductive and Sexual Health | International Federation of Gynecology and Obstetrics». Figo.org. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 23 Φεβρουαρίου 2014. Ανακτήθηκε στις 19 Απριλίου 2014. 
  43. 43,0 43,1 «Preventing unsafe abortion». World Health Organization. Ανακτήθηκε στις 24 Αυγούστου 2019. 
  44. 44,0 44,1 Sharpe, S. (1976). Just like a Girl. London: Penguin. ISBN 9780140219531. 
  45. 45,0 45,1 Schiebinger, Londa (1999). Has Feminism Changed Science? : Science and Private Life. Cambridge, Massachusetts: Harvard University Press. σελίδες 92–103. 
  46. 46,0 46,1 Gere, J., & Helwig, C.C. (2012). Young adults' attitudes and reasoning about gender roles in the family context. "Psychology of Women Quarterly, 36", 301–313. doi: 10.1177/0361684312444272 Αρχειοθετήθηκε 2013-03-17 στο Wayback Machine.
  47. 47,0 47,1 «U.S. Education Slips In Rankings». CBS News. 13 September 2005. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 4 June 2020. https://web.archive.org/web/20200604093210/https://www.cbsnews.com/news/us-education-slips-in-rankings/. Ανακτήθηκε στις 28 January 2011. 
  48. 48,0 48,1 «Ανισότητα μισθών / Οι γυναίκες πληρώνονται πολύ λιγότερο από τους άνδρες ως στελέχη επιχειρήσεων». Αυγή. 27 Νοεμβρίου 2020. Ανακτήθηκε στις 24 Ιουλίου 2022. 
  49. 49,0 49,1 «The World Factbook — Central Intelligence Agency». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 28 Οκτωβρίου 2009. Ανακτήθηκε στις 8 Ιανουαρίου 2014. 
  50. 50,0 50,1 «RRT Research Response». Refugee Review Tribunal Australia. 1 Μαΐου 2013. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 1 Μαΐου 2013. Ανακτήθηκε στις 28 Ιουνίου 2019. 
  51. 51,0 51,1 «Turkey condemns 'honour killings'». BBC News. 1 March 2004. http://news.bbc.co.uk/2/hi/europe/3523123.stm. 
  52. 52,0 52,1 «Human Rights Voices – Pakistan, August 21, 2008». Eyeontheun.org. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 21 Ιανουαρίου 2013. 
  53. 53,0 53,1 «Home». AIDSPortal. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 26 Οκτωβρίου 2008. 
  54. 54,0 54,1 «United Nations Human Rights Website – Treaty Bodies Database – Document – Summary Record – Kuwait». Unhchr.ch. 
  55. Ahmed, Havidar (14 August 2014). «The Yezidi Exodus, Girls Raped by ISIS Jump to their Death on Mount Shingal». Rudaw Media Network. http://rudaw.net/english/kurdistan/140820142. Ανακτήθηκε στις 26 August 2014. 
  56. 56,0 56,1 Sathuendrakumar, Rajasundram (21 Ιουνίου 2022). «Maldives – Countries and Their Cultures». Encyclopedia.com. Ανακτήθηκε στις 21 Ιουλίου 2022. 
  57. 57,0 57,1 Fakim, Nora (9 August 2012). «BBC News – Morocco: Should pre-marital sex be legal?». BBC. https://www.bbc.co.uk/news/world-africa-19049000. 
  58. «Changing Patterns of Nonmarital Childbearing in the United States». CDC/National Center for Health Statistics. 13 Μαΐου 2009. Ανακτήθηκε στις 24 Σεπτεμβρίου 2011. 
  59. 59,0 59,1 «Iran». Travel.state.gov. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 1 Αυγούστου 2013. 
  60. «Legislation of Interpol member states on sexual offences against children – Oman» (PDF). Interpol. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο (PDF) στις 15 Δεκεμβρίου 2007. 
  61. «2010 Human Rights Report: Mauritania». State.gov. 8 Απριλίου 2011. 
  62. Dubai FAQs. «Education in Dubai». Dubaifaqs.com. 
  63. Judd, Terri (10 July 2008). «Briton faces jail for sex on Dubai beach – Middle East – World». The Independent (London). https://www.independent.co.uk/news/world/middle-east/briton-faces-jail-for-sex-on-dubai-beach-863918.html. 
  64. «Sudan must rewrite rape laws to protect victims». Reuters. 28 June 2007. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις December 9, 2012. https://web.archive.org/web/20121209050025/http://www.reuters.com/article/2007/06/28/idUSL28849488._CH_.2400. 
  65. United Nations High Commissioner for Refugees. «Refworld | Women's Rights in the Middle East and North Africa – Yemen». UNHCR. 
  66. «Women's right to choose their dress, free of coercion». Amnesty International. 4 Μαρτίου 2011. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 27 Σεπτεμβρίου 2013. Ανακτήθηκε στις 8 Ιανουαρίου 2014. 
  67. «Historical summary of faculty, students, degrees, and finances in degree-granting institutions: Selected years, 1869-70 through 2005-06». Nces.ed.gov. Ανακτήθηκε στις 22 Αυγούστου 2014. 
  68. Eisenhart, A. Margaret· Finkel, Elizabeth (2001). Women (Still) Need Not Apply:The Gender and Science Reader. New York: Routledge. σελίδες 13–23. 
  69. 69,0 69,1 Λακασάς, Απόστολος. «Μειοψηφία οι καθηγήτριες στα ΑΕΙ | Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ». www.kathimerini.gr. Ανακτήθηκε στις 23 Ιουλίου 2022. 
  70. Education Levels Rising in OECD Countries but Low Attainment Still Hampers Some, Organisation for Economic Co-operation and Development, Publication Date: 14 September 2004. Retrieved December 2006.
  71. Women in Scientific Careers: Unleashing the Potential, Organisation for Economic Co-operation and Development (ISBN 92-64-02537-5), 2006. Retrieved December 2006.
  72. Brainard, Susanne G.· Carlin, Linda (2001). A six-year Longitudinal Study of Undergraduate Women in Engineering and Science:The Gender and Science Reader. New York: Routledge. σελίδες 24–37. 
  73. Schiebinger, Londa (1999). Has feminism changed science ?: Meters of Equity. Cambridge: Harvard University Press. 
  74. Ασυλογιστάκη, Ιωάννα (2 Φεβρουαρίου 2021). «Αγόρια και κορίτσια στο ίδιο σχολείο, η μακρά ιστορία προς την ισότητα στην εκπαίδευση». Αθηνοδρόμιο. Ανακτήθηκε στις 23 Ιουλίου 2022. 
  75. «The World Factbook». Cia.gov. Ανακτήθηκε στις 19 Απριλίου 2014. 
  76. «Women in Parliaments: World and Regional Averages». Ipu.org. 14 Φεβρουαρίου 2011. Ανακτήθηκε στις 19 Απριλίου 2014. 
  77. «The Long Way to Women's Right to Vote in Switzerland: a Chronology». History-switzerland.geschichte-schweiz.ch. Ανακτήθηκε στις 19 Απριλίου 2014. 
  78. «Experts In Women'S Anti-Discrimination Committee Raise Questions Concerning Reports Of Switzerland On Compliance With Convention». Un.org. Ανακτήθηκε στις 19 Απριλίου 2014. 
  79. «Γιατί δεν έχουμε περισσότερες γυναίκες στο ελληνικό κοινοβούλιο;». www.news247.gr. Ανακτήθηκε στις 23 Ιουλίου 2022. 
  80. «Proportion of seats held by women in national parliaments (%) - Cyprus | Data». data.worldbank.org. Ανακτήθηκε στις 23 Ιουλίου 2022. 
  81. Gelis, Jacues. History of Childbirth. Boston: Northern University Press, 1991: 96–98
  82. Bynum, W.F., & Porter, Roy, eds. Companion Encyclopedia of the History of Medicine. London and New York: Routledge, 1993: 1051–1052.
  83. «Marie Curie». AWIS. 16 Απριλίου 2021. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 1 Δεκεμβρίου 2021. Ανακτήθηκε στις 1 Δεκεμβρίου 2021. 
  84. Julian Schaap and Pauwke Berkers. "Grunting Alone? Online Gender Inequality in Extreme Metal Music" in IASPM Journal. Vol. 4, no. 1 (2014) p. 103
  85. «Women Composers In American Popular Song». Parlorsongs.com. 25 Μαρτίου 1911. σελ. 1. Ανακτήθηκε στις 20 Ιανουαρίου 2016. 
  86. James 1997, σελ. xiv.
  87. 87,0 87,1 «CBC Music». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 1 Μαρτίου 2016. 
  88. Jessica Duchen. «Why the male domination of classical music might be coming to an end | Music». The Guardian. https://www.theguardian.com/music/2015/feb/28/why-male-domination-of-classical-music-might-end. Ανακτήθηκε στις 2016-01-20. 
  89. Ncube, Rosina (September 2013). «Sounding Off: Why So Few Women In Audio?». Sound on Sound. http://www.soundonsound.com/sos/sep13/articles/sounding-off-0913.htm. 
  90. «United Nations News Centre — Harmful practices against women and girls can never be justified by religion – UN expert». Un.org. 29 Οκτωβρίου 2013. Ανακτήθηκε στις 19 Απριλίου 2014. 
  91. Aidan Dodson & Dyan Hilton (2004). The Complete Royal Families of Ancient Egypt. Thames & Hudson. (ISBN 0-500-05128-3).
  92. J. Tyldesley, Chronicle of the Queens of Egypt, 2006, Thames & Hudson.
  93. Wilkinson, Toby A.H. (2001). Early dynastic Egypt (1 έκδοση). Routledge. σελ. 74. ISBN 978-0-415-26011-4. 
  94. Aidan Dodson & Dyan Hilton (2004). The Complete Royal Families of Ancient Egypt. p. 140. Thames & Hudson. (ISBN 0-500-05128-3).
  95. Plinio Prioreschi, A History of Medicine, Horatius Press 1996, p. 334.
  96. Lois N. Magner, A History of Medicine, Marcel Dekker 1992, p. 28.
  97. Elisabeth Meier Tetlow (2004). Women, Crime, and Punishment in Ancient Law and Society: The ancient Near East. Continuum International Publishing Group. σελ. 221. ISBN 978-0-8264-1628-5. Ανακτήθηκε στις 29 Ιουλίου 2011. 
  98. Elisabeth Meier Tetlow (2004). Women, Crime, and Punishment in Ancient Law and Society: The ancient Near East. Continuum International Publishing Group. ISBN 978-0-8264-1628-5. Ανακτήθηκε στις 29 Ιουλίου 2011. 
  99. Michael Roaf (1992). Mesopotamia and the ancient Near East. Stonehenge Press. ISBN 978-0-86706-681-4. Ανακτήθηκε στις 29 Ιουλίου 2011. 
  100. Samuel Kurinsky. «Jewish Women Through The Ages — The Proto-Jewess En Hedu'Anna, Priestess, Poet, Scientist». Hebrew History Federation. 
  101. Jennifer Bergman (19 Ιουλίου 2001). «Windows to the Universe». www.nestanet.org. National Earth Science Teachers Association. 
  102. J.M. Adovasio, Olga Soffer, Jake Page (2007). The Invisible Sex: Uncovering the True Roles of Women in Prehistory (1st Smithsonian Books έκδοση). Smithsonian Books & Collins (Harper Collins Publishers). σελίδες 278–279. ISBN 978-0-06-117091-1. CS1 maint: Uses authors parameter (link)
  103. Elisabeth Meier Tetlow (28 Δεκεμβρίου 2004). Women, Crime, and Punishment in Ancient Law and Society: The ancient Near East. Continuum International Publishing Group. σελ. 84. ISBN 978-0-8264-1628-5. 
  104. 104,0 104,1 Shehan, Constance L. (30 Αυγούστου 2018). Gale Researcher Guide for: The Continuing Significance of Gender. ISBN 9781535861175. 
  105. 105,0 105,1 Lippa, Richard A. (6 Μαΐου 2005). Gender, Nature, and Nurture. ISBN 9781135604257. 
  106. 106,0 106,1 Masculinity and Femininity in the MMPI-2 and MMPI-A. 2010. ISBN 9781452900032. 
  107. 107,0 107,1 Wharton, Amy S. (4 Φεβρουαρίου 2009). The Sociology of Gender: An Introduction to Theory and Research. ISBN 9781405143431. 
  108. «Gender, Equity and Human Rights». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 23 Σεπτεμβρίου 2014. 
  109. Ferrante, Joan (January 2010). Sociology: A Global Perspective (7th ed.). Belmont, CA: Thomson Wadsworth. pp. 269–272. ISBN 978-0-8400-3204-1.

Περαιτέρω ανάγνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]