Γραβάτα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
O Άγγλος σχεδιαστής και ιδρυτής της εταιρείας "Drake's" Michael Drake φορώντας μία μάλλινη γραβάτα.

Η γραβάτα, η οποία φοριέται κατά κύριο λόγο από άνδρες, είναι μια επιμήκης υφασμάτινη λωρίδα που δένεται γύρω από το λαιμό μέσω κόμπου. Συνήθως φοριέται κάτω από το κολάρο του πουκαμίσου και η λειτουργία της είναι να κρύβει πρωτίστως την μπροστινή ένωση του πουκαμίσου με τα κουμπιά.

Άλλα είδη λαιμοδέτη περιλαμβάνουν την γραβάτα Ascot και το παπιγιόν. Η σύγχρονη γραβάτα, η γραβάτα Ascot και το παπιγιόν είναι άμεσοι πρόγονοι του φουλαριού (cravate) το οποίο αποτελούσε βασικό κομμάτι της ανδρικής ενδυμασίας από τα μέσα του 17ου αιώνα. Στον δυτικό κόσμο η γραβάτα αποτελεί σημαντικό κομμάτι της επαγγελματικής ενδυμασίας, και συχνά απαραίτητη προϋπόθεση σε κλάδους όπως τα χρηματοοικονομικά, οι επιχειρήσεις, η νομική και η πολιτική. Οι γραβάτες μπορούν επίσης να φορεθούν ως μέρος μιας στολής(π.χ. στρατιωτικής, σχολικής) καθώς και σε καθημερινή βάση.[1]

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η στήλη του τραϊανού στην Ρώμη δείχνει άνδρες να φορούν το "focale", ένα ύφασμα για το λαιμό ή μαντήλι, που φοριέται για προστασία από το κρύο.


Σε πολλές εργασίες όπου αναζητάτε η καταγωγή της γραβάτας αναφέρεται η στήλη του τραϊανού στη Ρώμη ως το πρώτο καταγεγραμμένο στοιχείο για τον πρόγονο αυτού του διακοσμητικού ρούχου για τον λαιμό. Ωστόσο, το ύφασμα που φορούσαν οι Ρωμαίοι Λεγεωνάριοι γύρω από το λαιμό τους στις αρχές του 2ου αιώνα μ.Χ. έχει πολύ μικρή σχέση με τη σημερινή γραβάτα, καθώς είναι απλώς ένα κομμάτι ύφασμα τυλιγμένο γύρω από το λαιμό. Ο αληθινός πρόγονος της γραβάτας είναι το φουλάρι (cravat) που αποτελούσε μέρος της ανδρικής ενδυμασίας από τα μέσα του 17ου αιώνα.



Tο άγαλμα του Beau Brummell στη διασταύρωση Jermyn street και Savile Row

Ο πρώτος αληθινός πρόγονος της σημερινής γραβάτας κατάγεται από την Αμερική του 18ου αιώνα. Ονομαζόταν "μπαντάνα" και ήταν ένα μεγάλο ύφασμα με σχεδίο, τυλιγμένο αρκετές φορές γύρω από το λαιμό και δεμένο σε κόμπο. Οι "μπαντάνες" έγιναν δημοφιλείς από τον Αμερικανό μποξέρ James Belcher. Στην Αγγλία των αρχών του 19ου αιώνα ο George Bryan Brummell ξεκίνησε μία εντελώς καινούργια μόδα. Μυθικός δανδής και άνθρωπος που αντέγραφαν το στυλ του κατά τους συγγραφείς, απέρριψε κάθε υπερβολική μόδα και αποφάνθηκε ότι τα ρούχα ενός κυρίου δεν πρέπει ποτέ να είναι επιδεικτικά ή πολύ εξεζητημένα. Καθιέρωσε μία εμφάνιση που αποτελούνταν από ένα μπλε σακάκι με ουρά, μπεζ γιλέκο, παντελόνι, μαύρες μπότες και ένα λευκό φουλάρι. "Beau Brummell", όπως έγινε γνωστό είχε πάντα έτοιμο ένα μεγάλο αριθμό από κολλαρισμένα λευκά λίνα φουλάρια. Αν δεν τον ικανοποιούσε ο κόμπος που είχε μόλις δέσει, έπαιρνε ένα καινούργιο φουλάρι και επαναλαμβάνετε τη διαδικασία, συνεχίζοντας ώσπου να ικανοποιηθεί.


Οι άμεσοι πρόγονοι της σημερινής γραβάτας ήταν οι πρώτες γραβάτες των σχολείων και των λεσχών. Στα 1880, τα μέλη του Exeter College της Οξφόρδης, έδεναν με έναν απλό κόμπο τις λωρίδες από τα ψάθινα καπέλα τους γύρω από το λαιμό τους, εφευρίσκοντας έτσι τις πρώτες γραβάτες λεσχών. Στις 25 Ιουνίου του ίδιου χρόνου παρήγγειλαν στο ράφτη τους γραβάτες στα κατάλληλα χρώματα, ξεκινώντας μία ολοκαίνουργια μόδα που αντιγράφει και με ενθουσιασμό από άλλες αγγλικές λέσχες, σχολεία και κολέγια. Ο πρόγονος της γραβάτας με σχέδιο ήταν η "γραβάτα Μacclesfield", που πήρε το όνομα της από την πόλη στα βορειοδυτικά της Αγγλίας οπου ράβοταν το μετάξι από την Ινδία και την Κίνα. γύρω στα 1900 στο Μacclesfield παραγόντα μια πρωτοφανής ποικιλία γραβατών για μέλη της όλο και μεγαλύτερης μέσης τάξης, που ήθελαν να ανακοινώσουν τον κόσμο, μέσω της γραβάτας τους, ότι είχαν επιτύχει στη ζωή τους.[2]

Τύποι κόμπων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Four-in-Hand[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Επίσης αναφέρεται και ως απλός κόμπος. Η καταγωγή του ονόματος Four-in-Hand δεν είναι σαφής. Μία εκδοχή αναφέρει πως τα μέλη της Λέσχης Four-in-Hand του Λονδίνου, είχαν υιοθετήσει αυτόν τον κόμπο.

Windsor[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το όνομα οφείλεται στον Δούκα του Windsor, ο οποίος δεν εφηύρε τον κόμπο. Στο βιβλίο του, A Family Album (Cassell, London, 1960), γράφει ότι ο κόμπος εφευρέθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες και οτι ονομάστηκε εσφαλμένα με το επώνυμό του, λόγω του ότι φορούσε γραβάτες με χοντρούς κόμπους.




Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Necktie της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).
  1. Agins, Teri (2012-08-01). «When Is it Time to Loosen the Tie?» (στα αγγλικά). Wall Street Journal. ISSN 0099-9660. https://www.wsj.com/articles/SB10000872396390444405804577561292978777290. Ανακτήθηκε στις 2019-08-31. 
  2. Bernhard, Roetzel (2009). Gentleman ο οδηγος του ανδρικού στυλ. κινα: ULLMANN. σελ. 72-73.