Γουσταύος Γ΄ της Σουηδίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Γουσταύος Γ΄
Gustav III by Alexander Roslin - torso (Nationalmuseum, 15330).png
Βασιλιάς της Σουηδίας
Περίοδος1771 - 1792
ΠροκάτοχοςΑδόλφος των Σ.Χ.Γκότορπ
ΔιάδοχοςΓουσταύος Δ΄ Αδόλφος της Σουηδίας
Γέννηση24 Ιανουαρίου 1746
Στοκχόλμη, Σουηδία
Θάνατος29 Μαρτίου 1792
παλάτι Στόκχολμ, Σουηδία
Τόπος ταφήςεκκλησία Ρινταχόλμεν, Στοκχόλμη
ΣύζυγοςΣοφία Μαγδαληνή της Δανίας
ΕπίγονοιΓουσταύος Δ' Αδόλφος της Σουηδίας
ΟίκοςΟίκος του Σ.Χ.Γκότορπ
ΠατέραςΑδόλφος Φρειδερίκος της Σουηδίας
ΜητέραΛουίζα Ουλρίκα της Πρωσίας
Commons page Σχετικά πολυμέσα
δεδομένα (π  σ  ε )

Ο Γουσταύος Γ’ (Σουηδικά: Gustav III) (24 Ιανουαρίου ή 13 Ιανουαρίου του 1746 - 29 Μαρτίου του 1792)[1][2], ήταν ο βασιλιάς της Σουηδίας από το 1771 έως το 1792, από τον Οίκο του Σλέσβιχ-Χόλσταϊν-Γκόττορπ. Ήταν ο μεγαλύτερος γιος του Αδόλφου Φρειδερίκου και της Βασίλισσα Λουΐζας Ουλρίκας (αδελφή του βασιλιά Φρειδερίκου Β’ του Μέγας της Πρωσίας), και πρώτος ξάδερφος της αυτοκράτειρας Μεγάλης Αικατερίνης της Ρωσίας μέσω της κοινής τους καταγωγής από τον Χριστιανό Αύγουστο, Πρίγκιπα του Οϊτίν και την σύζυγο του Αλμπερτίνα Φρειδερίκη του Μπάντεν-Ντούρλαχ.

Ο Γουσταύος δεν δίστασε να εκφράσει την αντίθεση του για την κατάχρηση πολιτικών προνομίων από τους ευγενείς από την εποχή του Βασιλιά Κάρολου ΙΒ΄. Κατέλαβε την εξουσία το 1772 κατά την Σουηδική Επανάσταση (η οποία τερμάτισε την Εποχή της Ελευθερίας), ξεκινώντας μια εκστρατεία για την αποκατάσταση ενός μέτρου Βασιλικής Απολυταρχίας. Αυτό το μέτρο ολοκληρώθηκε με τον Νόμο της Ένωσης και της Ασφάλειας του έτους 1789, και εξάλειψε τις περισσότερες από τις εξουσίες που άσκησε το Σουηδικό Κοινοβούλιο, αλλά ταυτόχρονα άνοιξε την κυβέρνηση για όλους τους πολίτες.

Ως προπύργιο του διαφωτισμένου δεσποτισμού, ο Γουσταύος ξόδεψε σημαντικά δημόσια κεφάλαια σε πολιτιστικά εγχειρήματα, τα οποία ήταν αμφιλεγόμενα μεταξύ των επικριτών του, καθώς και στρατιωτικές προσπάθειες για να καταλάβει την Νορβηγία με την βοήθεια της Ρωσίας. Προσπάθησε να ανακτήσει ξανά τις σουηδικές βαλτικές κυριαρχίες που χάθηκαν στον Μεγάλο Βόρειο Πόλεμο μέσω του αποτυχημένου Σουηδο-Ρωσικού πολέμου. Παρ' όλα αυτά, η επιτυχημένη ηγεσία του στη Μάχη του Σβένσκουντ απέτρεψε την πλήρη στρατιωτική ήττα και σήμανε ότι η σουηδική στρατιωτική δύναμη θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί.

Ως θαυμαστής του Βολταίρου, νομιμοποίησε την καθολική και εβραϊκή παρουσία στη Σουηδία, και εφάρμοσε ευρείες μεταρρυθμίσεις με στόχο τον οικονομικό φιλελευθερισμό, τον κοινωνικό περιορισμό των βασανιστηρίων και της θανατικής ποινής. Ο πολύ-εγκωμιασμένος νόμος περί ελευθερίας του Τύπου του έτους 1766 διορθώθηκε σημαντικά, ωστόσο, με τροποποιήσεις κατά τα έτη 1774 και 1792, εξαλείφοντας αποτελεσματικά τα ανεξάρτητα μέσα.[3]

Μετά την εξέγερση εναντίον της γαλλικής μοναρχίας το 1789, ο Γουσταύος επιδίωξε μια συμμαχία πριγκίπων με στόχο τη πάταξη της εξέγερσης εναντίον του Γάλλου ομολόγου του, Βασιλιά Λουδοβίκου ΙΣΤ’, προσφέροντας σουηδική στρατιωτική βοήθεια καθώς και την ηγεσία του. Το 1792 τραυματίστηκε από ένα πυροβολισμό στο κάτω μέρος της πλάτης κατά τη διάρκεια ενός χορού μεταμφιεσμένων, ως μέρος μιας προσπάθειας κοινοβουλευτικού πραξικοπήματος, αλλά κατάφερε να αναλάβει τη διοίκηση και να καταστρέψει την εξέγερση πριν αποβιώσει από σήψη 13 ημέρες αργότερα, μια περίοδο κατά την οποία έλαβε συγνώμη από πολλούς από τους πολιτικούς του εχθρούς. Οι τεράστιες δυνάμεις του Γουσταύου τέθηκαν στα χέρια μιας αντιβασιλείας κάτω από τον αδελφό του, πρίγκιπα Κάρολο, αλλά και από τον Γουσταύο Αδόλφο Ρέϊτερχολμ, έως ότου ο γιος του Γουσταύος Δ’ Αδόλφος αναλάβει το θρόνο κατά την ενηλικίωση του το 1796. Έτσι, η μοναρχία του Γουσταύου Γ’ επέζησε μέχρι το 1809, όταν ο γιος του εκδιώχθηκε σε άλλο πραξικόπημα, που καθιέρωσε οριστικά το κοινοβούλιο ως την κυρίαρχη πολιτική δύναμη.

Ως προστάτης και ευεργέτης των τεχνών και της λογοτεχνίας, ο Γουσταύος ίδρυσε τη Σουηδική Ακαδημία, δημιούργησε μια εθνική φορεσιά και έχτισε τη Βασιλική Σουηδική Όπερα. Το 1772 ίδρυσε το Βασιλικό Τάγμα της Βάσας για να αναγνωρίσει και να επιβραβεύσει τους Σουηδούς που είχαν συμβάλει στην πρόοδο της γεωργίας, της εξόρυξης και του εμπορίου.

Το 1777, ο Γουσταύος Γ’ ήταν ο πρώτος τυπικά ουδέτερος αρχηγός κράτους στον κόσμο που αναγνώρισε τις Ηνωμένες Πολιτείες[4] κατά τη διάρκεια του πολέμου για ανεξαρτησία από τη Μεγάλη Βρετανία. Μέσω της απόκτησης του νησιού Άγιος Βαρθολομαίος το 1784, ο Γουσταύος διευκόλυνε την αποκατάσταση των σουηδικών υπερπόντιων αποικιών στην Αμερική, καθώς έφερε μεγάλα προσωπικά κέρδη από το διατλαντικό εμπόριο σκλάβων.[5][6]

Βασιλικός τίτλος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Γουσταύος ήταν γνωστός στη Σουηδία και στο εξωτερικό με τους βασιλικούς τίτλους:

  • Γουσταύος της ευνοίας του Θεού,
  • Γουσταύος των Σουηδών,
  • Βασιλιάς των Γότθων και των Βαντς,
  • Μεγάλος Πρίγκιπας της Φινλανδίας,
  • Δούκας της Πομερανίας,
  • Πρίγκιπας του Ρούγκεν και ο Λόρδος του Βίσμαρ,
  • Κληρονόμος της Νορβηγίας,
  • Δούκας του Σλέσβιχ-Χολστάιν,
  • Δούκας του Στόρμαρν και του Ντιθμάρσεν,
  • Κόμης του Όλντενμπουργκ και του Ντελμανόρστ.[7]

Παιδικά χρόνια και εκπαίδευση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Γουσταύος Γ' σε παιδική ηλικία.

Ο Γουσταύος γεννήθηκε στη Στοκχόλμη.[8] Τα πρώτα πέντε χρόνια της ζωής του βρισκόταν κάτω από την διδασκαλία και την φροντίδα της γκουβερνάντας του, Χέντβιγκ Ελισάβετ Στρόμφελτ, ενώ στη συνέχεια εκπαιδεύτηκε από τον Κάρολο Γουσταύο Τέσσιν και τον Κάρολο Φρειδερίκο Σέφερ (οι οποίοι ήταν από τους πιο επιφανείς Σουηδούς πολιτικούς της εποχής). Παρ 'όλα αυτά, το μεγαλύτερο μέρος της διαμόρφωσης της πρώιμης εκπαίδευσης του, ίσως οφειλόταν στον ποιητή και ιστορικό Όλοφ φον Νταλίν.

Η κρατική παρέμβαση στην παιδεία του ως μικρό παιδί προκάλεσε σημαντικές πολιτικές αναταραχές στη βασιλική οικογένεια. Οι γονείς του Γουσταύου τον δίδαξαν να περιφρονεί τους κυβερνήτες που του επιβλήθηκαν από το Κοινοβούλιο, και η ατμόσφαιρα της ίντριγκας και της υποκρισίας στην οποία μεγάλωσε τον έκαναν έμπειρο στην τέχνη της απάτης.

Ακόμη και οι πιο εχθρικοί δάσκαλοι του εξεπλάγησαν από τον συνδυασμό των φυσικών του δώρων.

Γάμος και παιδιά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πορτρέτο της Σοφία Μαγδαληνή της Δανίας, ζωγραφισμένο απο τον Αλέξανδρο Ροσλάν το 1775

Ο Γουσταύος παντρεύτηκε την πριγκίπισσα Σοφία Μαγδαληνή, κόρη του βασιλιά Φρειδερίκου Ε’ της Δανίας, δια αντιπροσώπου στο Ανάκτορο Κρίστιανσμποργκ της Κοπεγχάγης, την 1η Οκτωβρίου του 1766, ενώ ο επίσημος γάμος τους έγινε στην Στοκχόλμη στις 4 Νοεμβρίου 1766. Ο Γουσταύος αρχικά εντυπωσιάστηκε από την ομορφιά της Σοφίας Μαγδαληνής, αλλά απογοητεύτηκε στην πορεία από τον υπερβολικά ήπιων τόνων χαρακτήρα της. Ο γάμος τους δεν ήταν ευτυχισμένος, εν μέρει λόγω ασυμβατότητας της ιδιοσυγκρασίας τους, αλλά ακόμη περισσότερο λόγω της παρέμβασης της ζηλότυπης μητέρας του Γουσταύου, της Βασίλισσας Λουΐζας Ούλρικας.

Παρόλα αυτά απέκτησαν δύο παιδιά: τον Πρίγκιπα του Στέμματος Γουσταύο Αδόλφο (1778–1837) και τον Πρίγκιπα Κάρολο Γουσταύο, Δούκα της Σμόλαντ (1782–1783). Για την ολοκλήρωση του γάμου τους, ο βασιλιάς και η βασίλισσα ζήτησαν βοήθεια από τον Κόμη Αδόλφου Φρειδερίκου Μούνκ, σύμφωνα με πληροφορίες λόγω ανατομικών προβλημάτων και των δύο συζύγων. Μάλιστα οι κακές γλώσσες έλεγαν ότι η βασίλισσα έμεινε έγκυος από τον Μούνκ, με αποτέλεσμα να είναι εκείνος ο αληθινός πατέρας του πρίγκιπα Γουσταύου Αδόλφου[9]. Αυτές τις διαδόσεις τις ασπάστηκε και η μητέρα του Γουσταύου Γ’, με αποτέλεσμα να χαλάσουν οι σχέσεις τους. Φημολογήθηκε επίσης εκείνη την εποχή ότι ο Βασιλιάς ήταν ομοφυλόφιλος[10], μια πιθανότητα που ισχυρίστηκαν ορισμένοι συγγραφείς. Κάποιοι ως απόδειξη αυτής της υπόνοιας θεωρούσαν ότι ήταν οι στενές προσωπικές σχέσεις που είχε ο Βασιλιάς με δύο από τους αυλικούς του, τον Κόμη Άξελ φον Φέρσεν και τον Βαρόνο Γουσταύο Άρμφελτ. Η νύφη του, η Καρλόττα αναφέρθηκε έμμεσα στο θέμα αυτό μέσα από το διάσημο ημερολόγιο της[11].

Μολαταύτα, ο καθηγητής Ερρίκος Λοννρόθ[12] της Σουηδικής Ακαδημίας, ο οποίος περιέγραψε τη βοήθεια που παρείχε ο Μούνκ στο βασιλικό ζεύγος, δήλωσε ότι δεν υπάρχει πραγματική βάση που να τεκμηριώνει ότι ο Γουσταύος Γ’ ήταν ομοφυλόφιλος. Όταν γεννήθηκε ο δεύτερος γιος του, δεν υπήρχε καμία αμφιβολία ως προς τη νομιμότητα του και το αγόρι ήταν δυνατό και υγιές. Ο Βασιλιάς το αγαπούσε πολύ και υπέστη σοβαρές ψυχικές και σωματικές αντιδράσεις κατά την ασθένεια και το θάνατο του μωρού[13]. Η άνοιξη του 1783 έχει θεωρηθεί σημείο καμπής στην προσωπικότητα του βασιλιά. Μετά τον αμφιλεγόμενο θάνατο της μητέρας του το 1782, βρήκε παρηγοριά στην γέννηση του Δούκα της Σμόλαντ, αλλά ακολούθησε μεγάλη θλίψη όταν το παιδί πέθανε τον επόμενο χρόνο.[14]

Η πολιτική ενός φυσικού κληρονόμου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Βασιλιάς Γουσταύος Γ' μαζι με τους αδελφούς του: Πρίγκιπα Φρειδερίκος Αδόλφος και πρίγκιπα Κάρολο. Πίνακας του Αλέξανδρου Ροσλάν.

Ο Γουσταύος παρενέβη για πρώτη φορά στην πολιτική κατά τη διάρκεια της κρίσης του Δεκεμβρίου του 1768, όταν ανάγκασε την κυρίαρχη φατρία του κόμματος «Cap» (η οποία αντιπροσώπευε κυρίως τα συμφέροντα των αγροτών και των κλήρων), να συγκαλέσει Συνέλευση, από την οποία ήλπιζε ότι θα γινόταν μεταρρύθμιση του συντάγματος για να μεγαλώσει η δύναμη του Στέμματος. Εντούτοις, το νικηφόρο κόμμα «Hat» (το οποίο εκπροσωπούσε κυρίως τα συμφέροντα της αριστοκρατίας και του στρατιωτικού κατεστημένου), αρνήθηκε να εξαργυρώσει τις υποσχέσεις που είχε δώσει πριν από τις προηγούμενες εκλογές. «Το ότι χάσαμε τη συνταγματική μας μάχη δεν με ενοχλεί τόσο πολύ», έγραψε με πικρία ο Βασιλιάς, «αλλά αυτό που με απογοητεύει είναι το να βλέπω το φτωχό μου έθνος τόσο βυθισμένο στην εξαχρείωση και την απόλυτη αναρχία

Ο Γουσταύος βρήκε μεγαλύτερη επιτυχία στο εξωτερικό. Από τις 4 Φεβρουαρίου έως τις 25 Μαρτίου 1771, βρισκόταν στο Παρίσι. Οι ποιητές και οι φιλόσοφοι του υπέβαλαν φόρο τιμής, και διακεκριμένες γυναίκες μαρτυρούσαν την υπεροχή του. Με πολλούς από αυτούς διατηρούσε μια δια βίου αλληλογραφία. Ωστόσο, η επίσκεψη του στη γαλλική πρωτεύουσα δεν ήταν απλώς ένα ταξίδι αναψυχής, αλλά μια πολιτική αποστολή. Εμπιστευτικοί πράκτορες από το Σουηδικό Βασίλειο είχαν ήδη προετοιμάσει τον δρόμο για αυτόν, και ο Δούκας του Σουαζέλ, ο συνταξιούχος Υπουργός Εξωτερικών της Γαλλίας, αποφάσισε να συζητήσει μαζί του την καλύτερη μέθοδο για να φέρει επανάσταση στον σύμμαχο της Γαλλίας, τη Σουηδία. Πριν αναχωρήσει, η γαλλική κυβέρνηση δεσμεύτηκε να καταβάλει τις εκκρεμείς επιδοτήσεις στη Σουηδία άνευ όρων, οι οποίες ήταν μισό εκατομμύριο λίβρες ετησίως. Ο Κόμη ντε Βερζέν, ένας από τους σημαντικότερους Γάλλους διπλωμάτες, μετατέθηκε από την Κωνσταντινούπολη στη Στοκχόλμη.

Κατά την επιστροφή του στην πατρίδα του, ο Γουσταύος πραγματοποίησε μια σύντομη επίσκεψη στον θείο του, τον Μέγα Φρειδερίκο, στο Πότσνταμ. Εκείνος ενημέρωσε ευθέως τον ανιψιό του ότι, είχε εγγυηθεί την ακεραιότητα του υφιστάμενου σουηδικού συντάγματος, σε συνεργασία με τη Ρωσία και τη Δανία. Συμβούλεψε τον νεαρό μονάρχη να διαδραματίσει το ρόλο του μεσολαβητή και να απέχει από τη βία.

Επανάσταση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένα από τα δαχτυλίδια του Γουσταύου Γ', το οποίο αποτελεί αναμνηστικό της Επανάστασης της 21ης Αυγούστου του 1772.

Τη στιγμή της ένταξης του, το Σουηδικό Κοινοβούλιο κατείχε περισσότερη εξουσία από τη μοναρχία. Εντούτοις, στην συνέχεια διχάστηκε ανάμεσα στα αντίπαλα κόμματα[15], «Hat» και «Cap». Κατά την επιστροφή του στη Σουηδία, ο Γουσταύος Γ’ προσπάθησε ανεπιτυχώς να μεσολαβήσει στο να υπάρξει σύμπνοια μεταξύ των διαιρεμένων τμημάτων[16]. Μάλιστα στις 21 Ιουνίου 1771, άνοιξε την πρώτη του Συνέλευση με μια ομιλία που προκάλεσε ισχυρά συναισθήματα. Δίχως άλλο, ήταν η πρώτη φορά σε περισσότερο από έναν αιώνα που ένας Σουηδός βασιλιάς είχε απευθυνθεί στο Κοινοβούλιο στη μητρική του γλώσσα. Τόνισε την ανάγκη όλα τα κόμματα να θυσιάσουν τις εχθρότητες τους για το κοινό καλό. Μάλιστα δήλωσε ότι ως «ο πρώτος πολίτης ενός ελεύθερου λαού», θα μεσολαβούσε στο να τα βρουν μεταξύ τους οι αντιμαχόμενες φατρίες. Αν και δημιουργήθηκε μια επιτροπή καλής θέλησης με αυτές τις προϋποθέσεις, πολύ σύντομα κυριάρχησε η πολιτική παράταξη των «Caps»

Κάτω από την κυριαρχία τους, η Σουηδία κινδύνευε να πέσει θύμα των πολιτικών φιλοδοξιών της Ρωσίας. Μέχρι στιγμής, όλα έδειχναν ότι το κράτος επρόκειτο να απορροφηθεί από τη Βόρεια Συμφωνία που ζητήθηκε από τον Ρώσο αντιπρόεδρο, Κόμη Νικήτα Πανίν. Γι' αυτό το λόγο πολλοί πίστευαν ότι μόνο ένα γρήγορο και ξαφνικό πραξικόπημα μπορούσε να διατηρήσει την ανεξαρτησία της Σουηδίας.

Ο Γουσταύος Γ' το 1772

Ο Γουσταύος Γ΄ πλησίασε τον Τζέικομπ Μάγκους Σπρένγκπορντεν, ένας Φινλανδός ευγενής, ο οποίος είχε υποστεί την εχθρότητα του κόμματος «Cap», με την προοπτική να πυροδοτήσουν την Επανάστασης. Εκείνος δεσμεύτηκε ότι θα πολιορκούσε το φρούριο του Σβίαμποργκ στη Φινλανδία με πραξικόπημα. Όταν Τζέικομπ Μάγκους ένιωσε ασφαλής, επιδίωξε να πλεύσει για τη Σουηδία, για να ενωθεί με τον βασιλιά και τους συμμάχους του κοντά στη Στοκχόλμη και να αναγκάσει τις παρατάξεις να αποδεχθούν το νέο σύνταγμα που υπαγόρευε ο βασιλιάς.

Σε αυτό το σημείο, οι προσπάθειες ενισχύθηκαν από τον Ιωάννη Χριστόφορο Τολλ, άλλο ένα θύμα της καταπίεσης του κόμματος «Cap». Ο Τολλ πρότεινε να πυροδοτήσει μια δεύτερη εξέγερση στην επαρχία της Σκάνιας και να εξασφαλίσει το νότιο φρούριο της Κρίστιανσταντ. Μετά από κάποια συζήτηση, συμφωνήθηκε ότι η Κρίστιανσταντ έπρεπε να στραφεί ανοιχτά εναντίον της κυβέρνησης λίγες μέρες μετά την έναρξη της Φινλανδικής εξέγερσης. Ο Δούκας Κάρολος, ο μεγαλύτερος από τους αδελφούς του βασιλιά, θα αναγκαζόταν τότε να κινητοποιήσει βιαστικά τις φρουρές όλων των νότιων οχυρών, φαινομενικά για να συντρίψει την εξέγερση της Κρίστιανσταντ, αλλά όταν θα έφτασε μπροστά από το φρούριο, έπρεπε να κάνει κοινό μέτωπο με τους επαναστάτες και πορεία προς την πρωτεύουσα από το νότο, ενώ ο Σπρένγκπορντεν θα έκανε επίθεση ταυτόχρονα από τα ανατολικά.

Ολόκληρη η επαναστατική επιχείρηση καλύφθηκε με δάνεια που προήλθαν από τον Γάλλο χρηματοδότη Νικολά Μπουζόν, και οργανώθηκαν από τον Σουηδό πρέσβη στη Γαλλία, Κόμη Κρούτς.

Η στρατιωτική στολή που φορούσε ο Γουσταύος Γ' στον Όρκο πιστότητας με τις αξιωματούχους του, στις 19 Αυγούστου του 1772

Στις 6 Αυγούστου 1772, ο Τολλ κατάφερε μπλοφάροντας να κερδίσει το φρούριο του Κρίστιανσταντ, ενώ στις 16 Αυγούστου, ο Σπρένγκπορντεν κατάφερε να αιφνιδιάσει το Σβίαμποργκ, αλλά αντίθετοι άνεμοι τον εμπόδισαν να περάσει στη Στοκχόλμη. Σύντομα όμως, συνέβησαν γεγονότα που καθιστούσαν περιττή την παρουσία του.

Στις 16 Αυγούστου, ο αρχηγός της παράταξης «Cap», Τούρε Ράντμπακ, έφτασε στη Στοκχόλμη με νέα για την εξέγερση στο νότο και ο Γουσταύος βρέθηκε απομονωμένος ανάμεσα σε εχθρούς. Ο Σπρένγκπορντεν βρισκόταν στην Φινλανδία με τρομερή κακοκαιρία. Εν τω μεταξύ, ο Τολλ ήταν 800 χιλιόμετρα (500 μίλια) μακριά, ενώ οι ηγέτες της παράταξης «Hat» ήταν κρυμμένοι. Ο Γουσταύος αποφάσισε τότε να κάνει το αποφασιστικό χτύπημα χωρίς να περιμένει την άφιξη του Σπρένγκπορντεν.

Ενήργησε αμέσως. Το απόγευμα της 18ης Αυγούστου, όλοι οι αξιωματικοί που πίστευε ότι μπορούσε να εμπιστευτεί έλαβαν μυστικές οδηγίες για να συγκεντρωθούν στην μεγάλη πλατεία με θέα στο οπλοστάσιο το επόμενο πρωί. Στις 19 Αυγούστου και 10 η ώρα, ο Βασιλιάς ανέβηκε στο άλογο του και κατευθύνθηκε προς το οπλοστάσιο. Στο δρόμο, οι οπαδοί του τον συνόδευσαν σε μικρά γκρουπ, έτσι ώστε όταν έφτασε στον προορισμό του είχε περίπου 200 αξιωματικούς στην διάθεση του.

Μπήκαν στο δωμάτιο της φρουράς στη βορειοδυτική πτέρυγα του ανακτόρου, στο οποίο βρισκόταν το Φρούριο της τιμής (Δηλαδή το αρχηγείο του Βασιλιά) , και ο Γουσταύος άνοιξε τα χαρτιά με τα σχέδια του αναφέροντας στους συγκεντρωμένους αξιωματικούς του:

«Αν με ακολουθήσετε, όπως οι πρόγονοι σας ακολούθησαν τον Γουσταύο Βάσα και τον Γουσταύο Β’ Αδόλφο, τότε θα διακινδυνεύσω τη ζωή και το αίμα μου για σας και τη σωτηρία της πατρίδας

Εκείνοι απάντησαν: «Είμαστε πρόθυμοι να θυσιάσουμε τόσο αίμα όσο και ζωή μας στην υπηρεσία της Αυτού Μεγαλειότης[17] Ο Γουσταύος έπειτα υπαγόρευσε έναν νέο όρκο πιστότητας και όλοι τον υπέγραψαν χωρίς δισταγμό. «Αυτό τους απάλλασσε από την πίστη τους στις παρατάξεις και τους δέσμευε αποκλειστικά να υπακούνε στον «νόμιμο βασιλιά τους, τον Γουσταύο Γ΄».

Εν τω μεταξύ, τεθηκε υπό κράτηση το Συμβούλιο των «Caps» και ο πρόεδρος του, ο Ράντμπακ, συνελήφθει. Τότε ο Γουσταύος έκανε μια περιοδεία στην πόλη και έγινε παντού δεκτός από ενθουσιώδη πλήθη, που τον χαιρέτισαν ως Σωτήρα. Ένα τραγούδι συντάχθηκε από τον Κάρολο Μιχαήλ Μπέλμαν που ονομαζόταν «Πρόποση προς τον Βασιλιά Γουσταύο

Ο Πάπας Πίος ΣΤ΄ και ο Γουσταύος Γ'

Το απόγευμα της 20ης Αυγούστου, οι μαντατοφόροι περιπλανήθηκαν στους δρόμους διακηρύσσοντας ότι οι παρατάξεις θα συναντιόντουσαν στο παλάτι την επόμενη ημέρα. Οι βουλευτές που θα απουσίαζαν θα θεωρούνταν εχθροί της χώρας και του μονάρχη της. Στις 21 Αυγούστου, ο βασιλιάς εμφανίστηκε φορώντας τα εμβλήματα του. Παίρνοντας τη θέση του στο θρόνο, εκφώνησε ένα φλογερό λόγο, (ο οποίος θεωρείτε ως ένα από τα αριστουργήματα της σουηδικής ρητορικής), στον οποίο κατηγόρησε τις παρατάξεις του Κοινοβουλίου ότι πούλησαν την πατρίδα τους.

Μέρος της ομιλίας του Γουσταύου Γ’:

«... γέννησαν το μίσος, το μίσος την εκδίκηση, η εκδίκηση την δίωξη, η δίωξη τις νέες επαναστάσεις που τελικά πέρασαν σε μια περίοδο ασθένειας, η οποία έχει τραυματίσει και υποβαθμίσει ολόκληρο το έθνος. Η φιλοδοξία και η επιθυμία για δόξα εκ μέρους μερικών ανθρώπων έχει καταστρέψει το Βασίλειο, και το αίμα έχει χυθεί και από τα δύο μέρη, και το αποτέλεσμα αυτού ήταν η ταλαιπωρία του λαού. Η ίδρυση της δικής τους βάσης εξουσίας ήταν ο μοναδικός στόχος εκείνων που κυβερνούν, συχνά εις βάρος άλλων πολιτών, και πάντοτε με κόστος του έθνους. Σε περιόδους που ο νόμος ήταν σαφής, το δίκαιο παραμορφώθηκε και όταν αυτό δεν ήταν δυνατό, παραβιάστηκε. Τίποτα δεν ήταν ιερό για έναν λαό που είναι στραμμένος στο μίσος και την εκδίκηση. Η παράνοια αυτή πήγε πολύ μακριά, φτάνοντας στο συμπέρασμα ότι τα μέλη του κοινοβουλίου είναι υπεράνω του νόμου και δεν έχουν καμία άλλη καθοδήγηση περά από τη συνείδηση τους. Με αυτήν την Ελευθερία, οι αριστοκράτες που έχουν εξουσία στα ανθρώπινα δικαιώματα έχουν μετατραπεί σε δεσποτικά όργανα στα χέρια του κυβερνώντος κόμματος, το οποίο από μόνο του έχει υποταχθεί από λίγους ...»[18]

Ένα νέο σύνταγμα διαβάστηκε εκείνη την μέρα και έγινε αποδεκτό ομόφωνα από όλους. Τελικά οι παρατάξεις διαλύθηκαν.

Μεταξύ συνταγματισμού και απολυταρχισμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Γουσταύος εργάστηκε προς τη μεταρρύθμιση με την ίδια κατεύθυνση που είχαν άλλοι σύγχρονοι μονάρχες της εποχής του Διαφωτισμού. Η ποινική δικαιοσύνη έγινε πιο επιεική, η θανατική ποινή περιορίστηκε σε έναν σχετικά σύντομο κατάλογο εγκλημάτων (συμπεριλαμβανομένης της δολοφονίας) και τα βασανιστήρια (για να αποκτήσουν ομολογίες) καταργήθηκαν, αν και η «αυστηρή θανατική ποινή», με σωματική τιμωρία πριν από την εκτέλεση , διατηρήθηκε.

Παράσημο του 1777

Ο βασιλιάς συμμετείχε ενεργά σε κάθε τμήμα της επιχείρησης, αλλά βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό σε εξωτερικούς συμβούλους της δικής του επιλογής παρά στο Βασιλικό Κοινοβουλίου της Σουηδίας. Η προσπάθεια για την αποκατάσταση της διαδεδομένης διαφθοράς που είχε ανθίσει κάτω τα κόμματα «Hat» και «Cap» είχε σημαντικό μερίδιο του χρόνου του και έκρινε μάλιστα απαραίτητο να δικάσει ολόκληρο το Ανώτατο Δικαστικό Μέγαρο, στο Γιένσεπινγκ.

Πάρθηκαν επίσης μέτρα για τη μεταρρύθμιση των διοικητικών και δικαστικών διαδικασιών. Το 1774, διακηρύχθηκε το διάταγμα που προβλέπει την ελευθερία του Τύπου, αν και «εντός ορισμένων ορίων». Οι εθνικές άμυνες αυξήθηκαν σε κλίμακα «Μεγάλης Δύναμης», και το ναυτικό διευρύνθηκε τόσο ώστε να γίνει ένα από τα πιο αξιοθαύμαστα στην Ευρώπη. Επίσης ρυθμίστηκε η κακή οικονομική κατάσταση του κράτους, μέσα από το «διάταγμα του 1776, για την παραγωγή νέων νομισμάτων».

Ο Βασιλιάς Γουσταύος σε πίνακα του Λόρεν Πάτς του Νεότερου

Ο Γουσταύος εισήγαγε επίσης νέες εθνικές οικονομικές πολιτικές γραμμές. Το 1775, προωθήθηκε το ελεύθερο εμπόριο σιτηρών και καταργήθηκαν πολλά καταπιεστικά διόδια εξαγωγής. Ο κακός νόμος τροποποιήθηκε και η περιορισμένη θρησκευτική ελευθερία διακηρύχθηκε τόσο για τους Ρωμαιοκαθολικούς όσο και για τους Εβραίους. Επίσης ο Βασιλιάς, σχεδίασε και διάδωσε μια σουηδική εθνική ενδυμασία, η οποία χρησιμοποιήθηκε μεταξύ των ανώτερων τάξεων από το 1778 μέχρι το θάνατό του (και εξακολουθεί να φοριέται ακόμα και σήμερα από τις κυρίες της κυβέρνησης σε κρατικές περιστάσεις). Η μεγάλη οικονομική βλάβη του βασιλιά ήταν η προσπάθεια να καταστεί δυνατό το μονοπώλιο κυβερνητικού αλκοόλ, το οποίο σαφώς παραβίαζε τα προνόμια των αρχοντικών τάξεων.

Η εξωτερική πολιτική του Γουσταύου, από την άλλη πλευρά, ήταν αρχικά συγκρατημένη και επιφυλακτική. Έτσι, όταν ο βασιλιάς κάλεσε τις άρχουσες τάξεις να συγκεντρωθούν στη Στοκχόλμη στις 3 Σεπτεμβρίου 1778, μπορούσε να δώσει μια πολύ θετική περιγραφή της εξαετούς θητείας του. Το Κοινοβούλιο ήταν αρκετά περιορισμένο απέναντι στον βασιλιά. «Δεν υπήρχε χώρος ούτε για μία ερώτηση καθ' όλη τη διάρκεια της συνεδρίας».

Λόγω της συνόδου, ήταν αρκετό για τους βουλευτές να συνειδητοποιήσουν ότι η πολιτική υπεροχή τους είχε τελειώσει. Είχαν αλλάξει θέση με τον βασιλιά. Ήταν πράγματι ο κυρίαρχος άρχοντας τους. Με όλη την ηπιότητα του, φρουρούσε έντονα το βασιλικό προνόμιο και έδειξε ξεκάθαρα ότι θα συνέχιζε να το κάνει.

Υπήρχαν και εκείνοι που ήταν έτοιμοι να αποδεχτούν την αλλαγή, αν και στην πραγματικότητα δεν τους άρεσε αυτή η προοπτική. Το Κοινοβούλιο του 1778 θεωρούνταν σε γενικές γραμμές υπάκουο, σε αντίθεση με την πολιτική παράταξη του 1786 που αποδείχτηκε επαναστατική. Η συνέπεια ήταν ότι σχεδόν όλες οι βασιλικές προτάσεις είτε απορρίφθηκαν εντελώς είτε τροποποιήθηκαν έτσι ώστε ο ίδιος ο Γουσταύος αναγκάστηκε να τις αποσύρει.

Νωρίτερα στις εξωτερικές υποθέσεις, ωστόσο, και ιδιωτικά, ο Βασιλιάς είχε δείξει σημαντικό ενδιαφέρον για την Αμερικανική Επανάσταση και το είπε αυτό τον Οκτώβριο του 1776:

«Είναι ένα τόσο ενδιαφέρον δράμα το να βλέπεις ένα έθνος να δημιουργείται, που – αν δεν ήμουν τώρα αυτός που είμαι – θα πήγαινα στην Αμερική για να παρακολουθήσω κάθε φάση στην εμφάνιση αυτής της νεοφερμένης δημοκρατίας. – Ίσως είναι ο αιώνας της Αμερικής. Η νέα δημοκρατία, που δύσκολα έχει ένα πληθυσμό να συγκεντρώσει, αν και υπερέχει από την προσπάθεια που έκανε η Ρώμη, μπορεί ίσως να εκμεταλλευτεί την Ευρώπη κάποια μέρα, με τον ίδιο τρόπο που η Ευρώπη εκμεταλλεύτηκε την Αμερική για δύο αιώνες. Ανεξάρτητα από αυτό, δεν μπορώ παρά να θαυμάσω το θάρρος τους και να εκτιμήσω με ενθουσιασμό την τόλμη τους[19]

Απόλυτη μοναρχία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προτρέτο του Γουσταύου Γ' το 1786 απο τον Περ Κραφτ τον Πρεσβύτερο

Οι άρχουσες τάξεις του 1786 σηματοδότησαν μια καμπή στην ιστορία του Γουσταύου. Από εκεί και έπειτα, έδειξαν μια αυξανόμενη αποφασιστικότητα να κυβερνήσουν χωρίς Κοινοβούλιο, μια προσεκτική και σταδιακή μετάβαση από τον ημι-συνταγματισμό στον ημι-απολυταρχισμό.

Ταυτόχρονα, η εξωτερική του πολιτική έγινε πιο τολμηρή. Αρχικά προσπάθησε να κερδίσει τη ρωσική υποστήριξη για να αποκτήσει τη Νορβηγία από τη Δανία. Όταν η Μεγάλη Αικατερίνη αρνήθηκε να εγκαταλείψει το σύμμαχο της, την Δανία, ο Γουσταύος κήρυξε πόλεμο στη Ρωσία τον Ιούνιο του 1788, ενώ είχε εμπλακεί βαθιά σε πόλεμο με την Οθωμανική Αυτοκρατορία στο νότο. Ξεκινώντας έναν πόλεμο επιθετικότητας χωρίς τη συγκατάθεση των βουλευτών, ο Βασιλιάς παραβίασε το δικό του σύνταγμα του 1772, το οποίο οδήγησε σε μια σοβαρή ανταρσία (Anjala Conspiracy), μεταξύ των αριστοκρατικών αξιωματούχων του στη Φινλανδία. Η Δανία κήρυξε πόλεμο υπέρ του Ρώσου συμμάχου της, αλλά σύντομα πείστηκε να υπογράψει εκεχειρία μέσω της βρετανικής και της Πρωσικής διπλωματίας.

Επιστρέφοντας στη Σουηδία, ο Γουσταύος προκάλεσε λαϊκή αγανάκτηση εναντίον των στασιαστικών αριστοκρατικών αξιωματικών. Τελικά, διέκοψε την εξέγερση τους και συνέλαβε τους ηγέτες τους. Αξιοποιώντας έτσι τα ισχυρά αντι-αριστοκρατικά πάθη, ο Βασιλιάς συγκάλεσε μια Συνέλευση στις αρχές του 1789, στην οποία υπέβαλε μια Πράξη Ένωσης και Ασφάλειας στις 17 Φεβρουαρίου 1789 με την υποστήριξη των τριών κατώτερων κοινωνικών τάξεων. Αυτό ενίσχυσε σημαντικά τη μοναρχική εξουσία, αν και οι τάξεις διατήρησαν τη δύναμη του πορτοφολιού. Σε αντάλλαγμα, ο Γουσταύος κατάργησε τα περισσότερα από τα παλιά προνόμια των ευγενών.

Ρωσο–Σουηδικός πόλεμος (1788–1790)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα τρόπαια από την Μάχη του Σβένσκουν (1790) τοποθετήθηκαν στον Καθεδρικό ναό της Στοκχόλμης. Πίνακας του Pehr Hilleström

Καθ' όλη τη διάρκεια του 1789 και του 1790, ο Γουσταύος διεξήγαγε πόλεμο με τη Ρωσία, ο οποίος είναι γνωστός ως Ρωσο-Σουηδικός Πόλεμος του 1788–1790. Στην αρχή, η επιχείρηση φαινόταν να οδηγεί σε καταστροφή. Ωστόσο, οι Σουηδοί έσπασαν με επιτυχία τον αποκλεισμό του ρωσικού στόλου στη Μάχη του Σβένσκουν στις 9 Ιουλίου 1790. Αυτό θεωρείται ως η μεγαλύτερη ναυτική νίκη που έχει επιτευχθεί ποτέ από το Σουηδικό Ναυτικό. Οι Ρώσοι έχασαν το ένα τρίτο του στόλου τους και 7.000 άντρες. Ένα μήνα αργότερα, στις 14 Αυγούστου 1790, υπογράφηκε συνθήκη ειρήνης μεταξύ Ρωσίας και Σουηδίας, δηλαδή την «Συνθήκη του Βάραλα». Μόνο οκτώ μήνες πριν, η Μεγάλη Αικατερίνη είχε δηλώσει ότι «η δυσοίωνη και επαναστατική επιθετικότητα» του βασιλιά της Σουηδίας θα «συγχωρούταν» μόνο εάν αυτός «μαρτυρούσε τη μετάνοια του», συμφωνώντας σε μια ειρήνη που έδινε μια γενική και απεριόριστη αμνηστία σε όλους τους επαναστάτες του και συγκατάθεση σε εγγύηση του Σουηδού Κοινοβουλίου για την τήρηση της ειρήνης στο μέλλον («καθώς θα ήταν ακατάλληλο να εμπιστευόμαστε μόνο την καλή του πίστη»). Η «Συνθήκη του Βάραλα» έσωσε τη Σουηδία από οποιαδήποτε ταπεινωτική παραχώρηση, και τον Οκτώβριο του 1791, ο Γουσταύος σύναψε οκταετή αμυντική συμμαχία με την αυτοκράτειρα, η οποία δεσμεύτηκε έτσι να καταβάλλει στο νέο σύμμαχό της ετήσια επιχορήγηση 300.000 ρούβλια.

Ο Βασιλιάς έπειτα στόχευε στη δημιουργία μιας ομάδας πριγκίπων εναντίον της επαναστατικής κυβέρνησης που απειλούσε την μοναρχία στη Γαλλία.[20] Η βαθιά γνώση του για τις λαϊκές συνελεύσεις του επέτρεψε, μόνο μεταξύ των σύγχρονων ηγεμόνων, να μετρήσει από την αρχή με ακρίβεια το πεδίο της Γαλλικής Επανάστασης. Ωστόσο, παρεμποδίστηκε από οικονομικούς περιορισμούς και έλλειψη υποστήριξης από τις άλλες ευρωπαϊκές δυνάμεις. Στη συνέχεια, μετά τη σύντομη Συνέλευση του Γέβλε στις 22 Ιανουαρίου - 24 Φεβρουαρίου 1792, έπεσε θύμα μιας εκτεταμένης πολιτικής συνωμοσίας μεταξύ των αριστοκρατικών εχθρών του.[21]

Η Δολοφονία του Γουσταύου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πόλεμος του Γουσταύου Γ΄ εναντίον της Ρωσίας και η εφαρμογή του νόμου για την Ένωση και την ασφάλεια του 1789 συνέβαλε στην αύξηση του μίσους εναντίον του βασιλιά που είχε μεγαλώσει μεταξύ των ευγενών από το πραξικόπημα του 1772. Μια συνωμοσία να δολοφονηθεί ο βασιλιάς και να μεταρρυθμίσει το σύνταγμα δημιουργήθηκε ανάμεσα στους ευγενείς το χειμώνα του 1791–1792. Μεταξύ των συμμετεχόντων ήταν ο Ιάκωβος Ιωάννης Άνκαρστρομ , ο Αδόλφος Ρίμπινγκ, Νικόλας (Κλες) Φρειδερίκος Χορν, Κάρολος Πόντους Λίλλιεχορν και Κάρολος Φρειδερίκος Πεκλίν. Ο Άνκαρστρομ επιλέχθηκε για να πραγματοποιήσει τον φόνο.

Η δολοφονία του Βασιλιά έλαβε χώρα σε ένα χορό μασκαρεμένων στη Βασιλική Όπερα της Στοκχόλμης, στις 16 Μαρτίου 1792[22] τα μεσάνυχτα. Ο Γουσταύος είχε φτάσει νωρίτερα εκείνο το βράδυ για να απολαύσει ένα δείπνο μαζί με φίλους. Κατά τη διάρκεια του δείπνου, έλαβε μια ανώνυμη επιστολή που περιέγραφε μια απειλή για τη ζωή του (γραμμένη από τον συνταγματάρχη των σωμάτων φύλαξης Κάρολο Πόντους Λίλλιεχορν). Αλλά, καθώς ο βασιλιάς είχε λάβει πολλές απειλητικές επιστολές στο παρελθόν, επέλεξε να την αγνοήσει. Η επιστολή γράφτηκε στα γαλλικά και η μετάφραση ανέφερε:

«Στον Βασιλιά – με τη μεγαλύτερη ταπεινοφροσύνη.

Προσευχηθείτε, και επιτρέψτε στην πένα ενός αγνώστου να καθοδηγείται από προσεκτικότητα και την φωνή της συνείδησης. Τολμώ να σας ενημερώσω με κάθε δυνατή ειλικρίνεια, ότι υπάρχουν ορισμένα άτομα, τόσο στις επαρχίες όσο και στην πόλη, που αναπνέουν μόνο με το μίσος και με την δίψα για εκδίκηση εναντίον σας. Πράγματι είναι ακραίο να θέλετε να συντομεύσετε τις μέρες σας, μέσω ανθρωποκτονίας.

Είναι πολύ αναστατωμένοι που βλέπουν ότι αυτό δεν συνέβη στον τελευταίο χορό μεταμφιεσμένων, αλλά χαίρονται που βλέπουν ότι θα υπάρξει μια νέα ευκαιρία σήμερα. Στους ληστές δεν αρέσουν τα φανάρια, και δεν υπάρχει τίποτα πιο χρήσιμο σε ένα φόνο από το σκοτάδι και την μεταμφίεση. Τολμώ, λοιπόν, να σας ζητήσω, σε οτιδήποτε είναι ιερό σε αυτόν τον κόσμο, να αναβάλλετε αυτόν τον καταραμένο χορό, για στιγμές που είναι πιο θετικές για το παρόν σας καθώς και για το επερχόμενο όφελος σας ... »

Η στολή που φόραγε ο Γουσταύος την βραδιά της δολοφονίας του.

Για να προκαλέσει τους πιθανούς δολοφόνους του, ο Βασιλιάς βγήκε σε ένα ανοιχτό θεωρείο με θέα στη σκηνή της όπερας. Και μετά από περίπου δέκα λεπτά είπε: «Αυτή θα ήταν μια ευκαιρία να πυροβολήσουν. Έλα, ας πάμε κάτω. Η γιορτή φαίνεται να είναι χαρούμενη και γεμάτη κέφι.» Ο Βασιλιάς με τον Βαρόνο Χανς Χένρικ φον Έσσεν από το δεξί του χέρι πήγε μια φορά γύρω από το θέατρο και στη συνέχεια στο φουαγιέ όπου συνάντησαν τον καπετάνιο Κάρολο Φρειδερίκο Πόλετ.[23]

Ο Βασιλιάς, ο Φον Έσσεν και ο Πόλετ συνέχισαν μέσω ενός διαδρόμου που οδηγούσε από το φουαγιέ προς τη σκηνή της όπερας όπου γινόταν ο χορός. Στη σκηνή αρκετοί μασκοφόροι άντρες - μερικοί μάρτυρες μίλησαν για 20 ή 30 άντρες - καθιστούσαν αδύνατο το να προχωρήσει ο Βασιλιάς. Λόγω του πλήθους, ο Πόλετ[24] υποχώρησε πίσω από τον Βασιλιά, και ο Γουσταύος έγειρε προς τα πίσω για να του μιλήσει.

Ο Άνκαρστρομ στάθηκε στην είσοδο του διαδρόμου κρατώντας ένα μαχαίρι στο αριστερό του χέρι και μεταφέροντας ένα πιστόλι στην αριστερή εσωτερική του τσέπη και ένα άλλο πιστόλι στη δεξιά πίσω τσέπη του. Κατόπιν έφυγε πίσω από τον Βασιλιά, έβγαλε το πιστόλι από την αριστερή εσωτερική του τσέπη και τράβηξε τη σκανδάλη. Λόγω του ότι ο βασιλιά έστρεψε το σώμα του προς τα πίσω, ο πυροβολισμός (με δυο σφαίρες) πήγε στην αριστερή γωνία του τρίτου οσφυϊκού σπονδύλου προς την αριστερή περιοχή του ισχίου.[25]

Ο Βασιλιάς έκανε μια σύσπαση και έβγαλε μια κραυγή χωρίς να πέσει. Ο Άνκαρστρομ έχασε τότε το θάρρος του, έριξε το πιστόλι και το μαχαίρι και φώναξε ότι έπεσε πυροβολισμός. Άτομα της σωματοφυλακής του Βασιλιά στέκονταν μερικά μέτρα μακριά. Όταν έφτασαν κοντά του, τον άκουσαν να λέει: «ai, je suis memberle». (Είμαι τραυματισμένος).

Ο Γουσταύος Γ’ μεταφέρθηκε πίσω στον κοιτώνα του, και οι έξοδοι της Όπερας σφραγίστηκαν. Ο Άνκαρστρομ συνελήφθη το επόμενο πρωί και αμέσως ομολόγησε τη δολοφονία, παρόλο που αρνήθηκε την συνωμοσία έως ότου ενημερώθηκε ότι ο Χορν και ο Ρίμπινγκ είχαν συλληφθεί και είχαν ομολογήσει πλήρως.[26]

Ο βασιλιάς δεν πέθανε ακαριαία από τον πυροβολισμό. Ήταν ζωντανός και συνέχισε να λειτουργεί ως αρχηγός κράτους. Το πραξικόπημα ήταν μια αποτυχία βραχυπρόθεσμα. Ωστόσο, η πληγή μολύνθηκε και στις 29 Μαρτίου ο βασιλιάς τελικά απεβίωσε, με αυτά να είναι τα τελευταία του λόγια:

«Jag känner mig sömnig, några ögonblicks vila skulle göra mig gott» («Νιώθω ότι νυστάζω. Λίγα λεπτά ξεκούρασης θα μου έκαναν καλό»)

Η Ουλρίκα Άρφβιντσον, το διάσημο μέντιουμ της εποχής της Βασιλείας των Γουσταύων, του είχε πει κάτι που θα μπορούσε να ερμηνευτεί ως πρόβλεψη της δολοφονίας του το 1786, όταν την επισκέφτηκε ανώνυμα. Αυτό ήταν μια σύμπτωση, αλλά ήταν γνωστό ότι εκείνη είχε ένα μεγάλο δίκτυο πληροφοριοδοτών στην πόλη, για να την βοηθάει με τις προβλέψεις της. Παρόλο που δεν θεωρήθηκε ύποπτη, στην συνέχεια ανακρίθηκε για τη δολοφονία του Βασιλιά.

Συνεισφορές στον πολιτισμό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Γουσταύος Γ' ως Απόλλων του Μπελβεντέρε. Ντυμένος με τη στολή του παράκτιου ναυτικού της Σουηδίας (Skärgårdsflottan), έφτασε στις αποβάθρες της Στοκχόλμης, επιστρέφοντας από τον πόλεμο για να προσφέρει ένα κλαδί ειρήνης στους πολίτες της Στοκχόλμης. Άγαλμα στο Skeppsbron από τον Γιόχαν Τοβία Σεργκέλ.

Αν και μπορεί να κατηγορηθεί για πολλές αδυναμίες και υπερβολές, ο Γουσταύος Γ’ θεωρείται ένας από τους κορυφαίους ηγεμόνες του 18ου αιώνα για την προστασία των τεχνών. Αγαπούσε πολύ τις τέχνες του θεάματος και τις εικαστικές τέχνες, καθώς και τη λογοτεχνία.

Ο Βασιλιάς ήταν επίσης ενεργός ως θεατρικός συγγραφέας. Χρεώθηκε οικονομικά για την δημιουργία του Βασιλικού Θεάτρου (Kungliga Teatern), όπου πραγματοποιήθηκαν τα δικά του ιστορικά δράματα. Επίσης, προώθησε τη σταδιοδρομία πολλών ντόπιων τραγουδιστών και ηθοποιών, μεταξύ των οποίων ήταν οι διάσημοι δραματικοί ηθοποιοί: Φρειδερίκη Λεβίαν και Λαρς Χιούρτσπεργκ και οι αστέρες της όπερας: Ελισάβετ Ολίν και ο Χριστόφορος Χριστιανός Κάστεν, αφήνοντας τους να ερμηνεύσουν τα έργα ή τις όπερες του, αντίστοιχα. Το 1773 ίδρυσε τη Βασιλική Σουηδική Όπερα και το Βασιλικό Σουηδικό Μπαλέτο κάτω από την ομπρέλα του Βασιλικού Θεάτρου της Σουηδίας. Μια νέα Όπερα χτίστηκε το 1775 και εγκαινιάστηκε το 1782, που συνδέθηκε με το Παλάτι της Στοκχόλμης από τη Γέφυρα Νόρμπρο. Μέχρι το 1788, δράμα με διαλόγους είχε επίσης εκτελεστεί στην Όπερα. Όμως στην συνέχεια, ο Γουσταύος ίδρυσε μια ξεχωριστή οντότητα για το προφορικό δράμα, το Βασιλικό Δραματικό Θέατρο της Σουηδίας, με ένα νέο κτίριο πίσω από τη Βασιλική Όπερα της Σουηδίας.

Έγινε Ελευθεροτέκτονας το 1780, και εισήγαγε το τελετουργικό αυστηρού σεβασμού στη Σουηδία. Εκείνη τη χρονιά, διόρισε τον αδερφό του, τον Δούκα του Σόντερμανλαντ (αργότερα Κάρολος ΙΓ’), στο αξίωμα του «Grand Master» («Μεγάλου Δασκάλου»/Τίτλος των Τεκτόνων) για την Μεγάλη Μασονική Στοά της Σουηδίας. Η Στοά του απένειμε τον τίτλο «Vicarius Salomonis» («Εφημέριος της Σολομωνικής»).[27]

Λυρική σκηνή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι σημαντικοί συνθέτες της όπερας υπό τη βασιλεία του Γουσταύου ήταν τρεις καλλιτέχνες που κατάγονταν από τη Γερμανία: ο Γιοχάν Γκότλιμπ Νάουμαν, Γεώργος Ιωσήφ Βόγκλερ και ο Ιωσήφ Μαρτίνος Κράους[28]. Όλοι τους κατάφεραν να προσαρμόσουν τη μουσική προέλευση τους στο Σουηδικό εθνικό δραματικό στυλ, μια διαδικασία που μερικές φορές εποπτευόταν από τον βασιλιά (κυρίως στη διάταξη του λιμπρέτου για την Όπερα Γουσταύος Βάσα από το 1786).

Στο φουαγιέ αυτής της όπερας δολοφονήθηκε ο Βασιλιάς Γουσταύος Γ΄. Αυτό το περιστατικό έγινε η βάση έμπνευσης για λιμπρέτα όπερας: του Εζέν Σκριμπ που έθεσε ο Ντανιέλ Φρανσουά Εσπρί Ωμπέρ το 1833 με τον τίτλο «Γουσταύος Γ’», του Σαβέριο Μερκαντάντε το 1843 ως «Il Reggente» (Ο Αντιβασιλέας) , και του Τζουζέπε Βέρντι το 1859 ως «Un ballo in maschera» (Ένας χορός μεταμφιεσμένων). Βέβαια υπό την πίεση της λογοκρισίας , έγιναν κάποιες αλλαγές στα μουσικά έργα.

Είναι ευρέως αποδεκτό ότι η συμβολή και η αφοσίωση του Γουσταύου Γ’ στις τέχνες του θεάματος στη Σουηδία (ιδίως η κατασκευή των θεάτρων και η ίδρυση μιας εθνικής θεατρικής εταιρείας), ήταν καθοριστικής σημασίας για τη σουηδική κουλτούρα.[29] Η εποχή της όπερας των ημερών του αναφέρεται μέχρι σήμερα ως Γουσταύια Όπερα.[30]

Αερόστατο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την επίσκεψη του Γουσταύου Γ’ στη Λυών, οι πρωτοπόροι της αεροναυτικής, Αδελφοί Μονγκολφιέ, τον Ιούνιο του 1784 δημιούργησαν ένα μπαλόνι ζεστού αέρα (μετέπειτα γνωστό ως αερόστατο) που ονομάστηκε «Γουσταύος» προς τιμήν του Σουηδού Βασιλιά. Η τραγουδίστρια Ελιζαμπέτ Τιμπλ ήταν η πρώτη γυναίκα που καταγεγραμμένα πέταξε με ελεύθερο αερόστατο θερμού αέρα.[31][32][33]

Άγιος Βαρθολομαίος και Γουσταύια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπό τον βασιλιά Γουσταύο Γ’ η Σουηδία απέκτησε το μικρό νησί Άγιος Βαρθολομαίος της Καραϊβικής από τη Γαλλία το 1785 (με αντάλλαγμα τα γαλλικά εμπορικά δικαιώματα στο Γκέτεμποργκ).

Η πρωτεύουσα του νησιού φέρει την ονομασία Γουσταύια προς τιμήν του Γουσταύου Γ’. Αν και αποκτήθηκε ξανά από την Γαλλία το 1878, πολλοί δρόμοι και τοποθεσίες εκεί εξακολουθούν να φέρουν Σουηδικά ονόματα. Επίσης, τα Σουηδικά εθνικά σώματα στρατού, οι Τρεις κορώνες, εμφανίζονται στο οικόσημο του νησιού μαζί με τα διακριτικά των δύο άλλων προηγούμενων ιδιοκτητών του νησιού, τους τρεις «fleurs-de-lis» (Κρίνους) που εκπροσωπούν τη Γαλλία και έναν σταυρό της Μάλτας που αντιπροσωπεύει τους Ιππότες του Αγίου Ιωάννη.

Σχέδιο να αποικίσει στην Αυστραλία 1786–1787[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όταν οι Βρετανοί ετοιμάζονταν να ιδρύσουν μια αποικία στον Βοτανικό κόλπο , η κυβέρνηση του Γουσταύου Γ’ συμφώνησε να υποστηρίξει οικονομικά την πρόταση του Γουίλιαμ Μπόλτς για μια ισοδύναμη επιχείρηση στη Νατς Λαντ (νοτιοδυτική ακτή της Αυστραλίας). Ο πόλεμος με τη Ρωσία προκάλεσε την εγκατάλειψη αυτού του εγχειρήματος.[34]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Bain, R. Nisbet (1894). Gustavus III and His Contemporaries, 2 vols.
  • Barton, H. Arnold (Autumn 1972). "Gustav III of Sweden and the Enlightenment". Eighteenth-Century Studies (American Society for Eighteenth Century Studies (ASECS)) 6 (1): 1. doi:10.2307/3031560. JSTOR 3031560.
  • Barton, H. Arnold (1986). Scandinavia in the Revolutionary Era, 1760–1815. Minneapolis: University of Minnesota Press. ISBN 0-8166-1392-3.
  • Cronholm, Neander N. (1902). A History of Sweden from the Earliest Times to the Present Day. ch 37 pp 203–19
  • Hennings, Beth (1957). Gustav III.
  • Lönnroth, Erik (1986). Den stora rollen. Stockholm: Norstedt. ISBN 91-1-863652-7.

8Stavenow, Ludvig (1925). Den gustavianska tiden 1772–1809.

Γουσταύος Γ΄ της Σουηδίας
Γέννηση: 24 Ιανουαρίου 1746 Θάνατος: 29 Μαρτίου 1792
Βασιλικοί τίτλοι
Προκάτοχος
Αδόλφος Φρειδερίκος
Βασιλιάς της Σουηδίας
Flag of Sweden.svg

1771-1792
Διάδοχος
Γουσταύος Δ΄ Αδόλφος

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. https://www.britannica.com/biography/Gustav-III
  2. Robert Nisbet Bain: Gustavus III. and his contemporaries 1746-1792, 2 Bände London: Kegan Paul, Trench, Trübner, 1894 L.O.C. L2322346
  3. https://archive.org/details/cu31924071200822
  4. Anna Klerkäng in Sweden - America's First Friend Örebro 1958
  5. Vår svenska stam på utländsk mark; Svenska öden och insatser i främmande land; I västerled, Amerikas förenta stater och Kanada, Ed. Axel Boëthius, Stockholm 1952, Volume I, p. 78; for the sentence about the USA.
  6. Εμπόριο Σκλάβων
  7. https://www.persee.fr/doc/outre_0300-9513_1975_num_62_226_1827
  8. Εγκυκλοπαίδεια Μπριτάνικα
  9. Virginia Rounding (2008). Catherine the Great: Love, sex, and power. St. Martin's Griffin; 1st edition. p. 556. ISBN 978-0312378639.
  10. Who's Who in Gay and Lesbian History: From Antiquity to World War II. Robert Aldrich Garry Wotherspoon, p. 194
  11. Cecilia af Klercker, ed., Hedvig Elisabeth Charlottas dagbok / The Diaries of Hedvig Elizabeth Charlotte, in Swedish, P.A. Norstedt & Söners förlag Stockholm, 1920
  12. Lönnroth, Erik (1986). Den stora rollen. p. 61. ISBN 91-1-863652-7.
  13. Oswald Kuylenstierna in Gustav III; Hans Liv, Person och Gärning, Stockholm 1921 p 138 (reference and page number is for the two preceding sentences)
  14. Leif Landén in Gustaf III en biografi ISBN 91-46-21000-8 p. 61
  15. Εγκυκλοπαίδεια Μπριτάνικα
  16. Εγκυκλοπαίδεια Μπριτάνικα
  17. https://www.historiesajten.se/handelser2.asp?id=7
  18. http://runeberg.org/sverhist/9/0066.html
  19. Letter to Countess de Boufflers 18 October 1776 published in 1992 by Swedish Academy Prof. Gunnar von Proschwitz ISBN 91-7119-079-1 p. 149
  20. Εγκυκλοπαίδεια Μπριτάνικα
  21. Εγκυκλοπαίδεια Μπριτάνικα
  22. Εγκυκλοπαίδεια Μπριτάνικα
  23. Gustaf III Mannen bakom myten, 1992 Swedish Academy Prof. Gunnar von Proschwitz ISBN 91-7119-079-1 p. 465
  24. Svärdström, 1967
  25. High Court protocols, 1792
  26. Svärdström, 1967
  27. Denslow, Wm. R. (1958). 10,000 Famous Freemasons. St. Louis, Mo: Missouri Lodge of Research
  28. Kraus was present at the ball where Gustav was shot. Kraus wrote a funeral cantata and the Symphonie funèbre, which were played at the burial ceremony on 13 April.
  29. Sällström, Åke : Opera på Stockholmsoperan. Stockholm 1977
  30. Engländer, Richard : Joseph Martin Kraus und die Gustavianische Oper. Uppsala 1943
  31. Jessen, Gene Nora (2002). The Powder Puff Derby of 1929. Illinois, USA: Sourcebooks. σελ. xi. ISBN 978-1570717697. 
  32. Probst, Ernst (2010). «Élisabeth Thible (Tible) The first passenger of a Montgolfier». Königinnen der Lüfte in Frankreich. France: GRIN Verlag. σελ. 61. ISBN 9783640671359. 
  33. Murphy, Justin D. (2005). Military Aircraft, Origins To 1918. USA: ABC-CLIO. σελ. 6. ISBN 978-1851094882.  "In February 1784, Paolo Andreani, Agostino Gerli, and Carlo Gerli ascended in a Montgolfière outside Milan. On 4 June 1784, Élisabeth Thible became the first female aeronaut when she ascended over Lyons."
  34. W. Bolts' forslag till kolonisation af en ö….1786–1790", Rigsarkivet, Handel och Sjöfart, 193; cited in Åke W. Essén, "Wilhelm Bolts und die schwedischen Kolonisierungspläne in Asien", Bijdragen voor vaderlandsche Geschiedenis en Oudheidkunde, Bd.7 (6), 1935, pp. 83–101. See also Clas Theodor Odhner, Sveriges Politiska Historia under Konung Gustaf III:s Regering, Stockholm, Norstedt, 1885–1905, Del. 2, pp. 492–8; cited in Carl Sprinchorn, "Sjuttonhundratalets och förslag till Svensk Kolonisation i främmande världsdelar", Historisk Tidskrift, årg.43, 1923, pp. 153–4; and Robert J. King, “Gustaf III’s Australian Colony”, The Great Circle, vol. 27, no. 2, 2005, pp. 3–20