Γλώσσες της Ελλάδας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

 

Η επίσημη γλώσσα της Ελλάδας είναι τα ελληνικά. Τα ελληνικά είναι η γλώσσα που ομιλεί το 99% του πληθυσμού της χώρας, είτε ως πρώτη είτε ως δεύτερη γλώσσα. Επιπλέον, υπάρχουν και άλλες μειονοτικές γλώσσες οι οποίες ομιλούνται στην Ελλάδα. Οι πιο κοινές ξένες γλώσσες που μαθαίνουν οι Έλληνες είναι τα αγγλικά, τα γερμανικά, τα γαλλικά και τα ιταλικά.

Νέα Ελληνικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η γεωγραφική κατανομή των κύριων διαλέκτων της ελληνικής γλώσσας.

Η νεοελληνική γλώσσα είναι η μόνη επίσημη γλώσσα της Ελλάδας και ομιλείται από περίπου το 99.5% του πληθυσμού, ήτοι περίπου 10.700.000 άτομα[1] (αν και όχι απαραίτητα ως πρώτη γλώσσα). Τα επίσημα νέα ελληνικά είναι η γραπτή μορφή της γλώσσας η οποία χρησιμοποιείται σε επίσημες διαδικασίες και έγγραφα, αλλά υπάρχουν επίσης πολλές διάλεκτοι και διακριτές ελληνικές γλώσσες χωρίς επίσημη αναγνώριση. Οι τοπικές προφορικές διάλεκτοι υπάρχουν δίπλα-δίπλα με λόγιες, αρχαϊκές λέξεις. Όλες οι σωζόμενες μορφές της νέας ελληνικής, εκτός από την τσακώνικη γλώσσα, είναι απόγονοι της κοινής ελληνικής γλώσσας της ύστερης αρχαιότητας. Ως εκ τούτου, η ελληνική γλώσσα αποτελεί απόγονο της αττικής διαλέκτου, της διαλέκτου που ομιλούνταν στην Αθήνα και τα περίχωρα της στην κλασική εποχή. Η τσακώνικη, μια απομονωμένη διάλεκτος που ομιλείται από μια μικρή κοινότητα στη νότια Πελοπόννησο, είναι απόγονος της αρχαίας δωρικής διαλέκτου. Ορισμένες άλλες διάλεκτοι της ελληνικής γλώσσας έχουν διατηρήσει στοιχεία που προέρχονται από άλλες διαλέκτους της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, αλλά η πλειοψηφία των χαρακτηριστικών των ελληνικών διαλέκτων προέρχεται από τα αρχαία ελληνικά.

Η επίσημη γλώσσα της Ελλάδας και της Κύπρου. Ομιλείται από όλον τον ελληνισμό και διακρίνεται σε διαλέκτους και τοπικά ιδιώματα. Από το 1976 χρησιμοποιείται στο ελληνικό κράτος η δημοτική γλώσσα. Η καθαρεύουσα επίσημα πλέον χρησιμοποιείται μονάχα από την Εκκλησία της Ελλάδος, το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και το Άγιο Όρος.

Ελληνικά της Καππαδοκίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα καππαδοκικά είναι μια διάλεκτο της ελληνικής γλώσσας, η οποία ομιλούταν αρχικά στην Καππαδοκία και από τη δεκαετία του 1920 ομιλείται από τους Καππαδόκες πρόσφυγες στην Ελλάδα λόγω της ανταλλαγής πληθυσμών. Έχει πολύ λίγους ομιλητές και παλαιότερα πιστευόταν ότι είχε εξαφανιστεί. Οι Καππαδόκες πολύ γρήγορα άρχισαν να μιλούν τα επίσημα νέα ελληνικά και μέχρι τη δεκαετία του 1960 θεωρούταν ότι η διάλεκτος τους είχε εξαφανιστεί.

Κρητική διάλεκτος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κρητική διάλεκτος ομιλείται από περισσότερα από 500.000 άτομα στο νησί της Κρήτης, καθώς και στην ελληνική διασπορά. Χρησιμοποιείται σπάνια για γραπτούς σκοπούς, και διαφέρει πολύ λιγότερο από την επίσημη ελληνική από άλλες ποικιλίες. Η κρητική διάλεκτος ομιλείται από την πλειονότητα των Κρητικών στο νησί της Κρήτης, καθώς και από αρκετές χιλιάδες Κρήτες που έχουν εγκατασταθεί σε μεγάλες ελληνικές πόλεις, κυρίως στην Αθήνα. Η κρητική διάλεκτος ομιλείται και από Έλληνες Μουσουλμάνους (Τουρκοκρητικοί). Υπάρχουν κοινότητες ελληνόφωνων τουρκοκρητικών στο Χαμιντιέ στη Συρία αλλά και άλλες περιοχές στην πρώην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Ομιλείται στην Κρήτη και τη Γαύδο.

Κυπριακή διάλεκτος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κυπριακή διάλεκτος ομιλείται από τους Ελληνοκύπριους στην Κύπρο. Περίπου 659.115 άτομα, στην απογραφή του 2011, δήλωσαν την ελληνική γλώσσα ως μητρική. Πολλοί Κύπριοι έχουν εγκατασταθεί σε ελληνικές πόλεις, και σε πολλά άλλα μέρη του κόσμου, συμπεριλαμβανομένης της Αυστραλίας, του Καναδά και της Αμερικής, δίνοντας έτσι ένα σύνολο περίπου 1.20 εκατομμυρίου μητρικών ομιλητών της ελληνοκυπριακής διαλέκτου.

Συγκεκριμένα, η κυπριακή διάλεκτος ομιλείται στην Κύπρο, κυρίως στις ελεύθερες περιοχές της Κυπριακής Δημοκρατίας, (μετά την εισβολή του 1974), άλλα και στις κατεχόμενες περιοχές (κυρίως στο Ριζοκάρπασο και τον Κορμακίτη Κερύνειας, από τους εγκλωβισμένους Ελληνοκύπριους).

Μανιάτικη διάλεκτος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μανιάτικη διάλεκτος ομιλείται στη Μάνη.

Ποντιακή διάλεκτος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα ποντιακά ελληνικά (Ποντιακή διάλεκτος) είναι μια ελληνική γλώσσα που αρχικά ομιλούνταν στον Πόντο και από Έλληνες του Καυκάσου στην περιοχή του Νοτίου Καυκάσου, αν και τώρα ομιλείται κυρίως στην Ελλάδα από περίπου 500.000 άτομα. Η γλωσσική καταγωγή των ποντιακών ελληνικών πηγάζει από τα ιωνικά ελληνικά μέσω της Κοινής και τα βυζαντινά ελληνικά

Θρακική διάλεκτος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η θρακική διάλεκτος της ελληνικής γλώσσας ομιλείται κυρίως στη Δυτική Θράκη. Ομιλείται επίσης από ελληνικές μειονότητες που ζουν σε άλλα τμήματα της Θράκης εκτός των ελληνικών συνόρων, αλλά και από Έλληνες πρόσφυγες που ήρθαν από την Ανατολική Θράκη στη Μακεδονία.

Σαρακατσάνικα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Είναι μια αρχαϊκή διάλεκτος της ελληνικής που ομιλείται από τους Σαρακατσάνους της ελληνικής Μακεδονίας και αλλού στη Βόρεια Ελλάδα. Η Σαρακατσάνοι είναι μια παραδοσιακά νομαδική κοινότητα ορεινών βοσκών.

Τσακωνικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η τσακώνικη γλώσσα (Τσακωνική διάλεκτος) χρησιμοποιείται από κάποιους κατοίκους στην περιοχή της Τσακωνιάς της Πελοποννήσου. Η γλώσσα χωρίζεται σε τρεις διαλέκτους: Βόρεια διάλεκτος, Νότια διάλεκτος και διάλεκτος Προποντίδας. Η γλώσσα ομιλείται από 1.200 άτομα.

Ομιλείται στο Ανατολικό τμήμα του Νομού Αρκαδίας (Κυνουρία):

Ρωμανιώτικη διάλεκτος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ρωμανιώτικη διάλεκτος ομιλείται από τους Ρωμανιώτες,τους Έλληνες Εβραίους. Η ρωμανιώτικη διάλεκτος έχει εξαφανιστεί σχεδόν πλήρως. Υπάρχουν συνολικά περίπου 50 ομιλητές της διαλέκτου σε όλο το κόσμο, εκ των οποίων περίπου 35 ζουν στο Ισραήλ. Η γλώσσα πιθανώς έχει λίγους ηλικιωμένους ομιλητές στα Ιωάννινα

Ελληνική Νοηματική Γλώσσα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ελληνική νοηματική γλώσσα είναι η γλώσσα της ελληνικής κοινότητας των κωφών. Έχει αναγνωριστεί νομικά ως η επίσημη γλώσσα της Κοινότητας Κωφών στην Ελλάδα και υπολογίζεται ότι χρησιμοποιείται από περίπου 42.000 άτομα (12.000 παιδιά και 30.000 ενεργούς ενήλικες χρήστες) σύμφωνα με στοιχεία του 1986.

Μειονοτικές γλώσσες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Περιοχές της Ελλάδας στις οποίες υπάρχουν μακροχρόνιες μειονότητες πέρα από την ελληνική. Τα ελληνικά είναι η κύρια γλώσσα σε όλη τη χώρα. [2]

Αλβανικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από τη δεκαετία του 1990 και έπειτα, μεγάλος αριθμός Αλβανών μεταναστών έφυγαν για την Ελλάδα, σχηματίζοντας τη μεγαλύτερη ομάδα μεταναστών στη χώρα (στην απογραφή του 2001 καταμετρήθηκαν 443.550 πολίτες της Αλβανίας). Λόγω της μετανάστευσης, τα αλβανικά είναι μια από τις πιο γνωστές ξένες γλώσσες στην Ελλάδα.

Η Αλβανική, ομιλείται από τους μετανάστες από την Αλβανία, το Κόσοβο, και τους αλβανόφωνους της Βόρειας Μακεδονίας.

Αρβανίτικα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε αντίθεση με τους πρόσφατους μετανάστες από την Αλβανία, οι Αρβανίτες είναι μια αλβανόφωνη κοινότητα που ζει εδώ και πολλούς αιώνες σε περιοχές της Ελλάδας (και της ηπειρωτικής Αλβανίας), ειδικά στο νότο. Η γλώσσα τους, που πλέον κινδυνεύει με εξαφάνιση, είναι τα Αρβανίτικα. Υπάρχουν 30.000 με 140.000 Αρβανίτες στην Ελλάδα. Πολλοί έχουν αφομοιωθεί στους Έλληνες. Ομιλείται από τους Αρβανίτες κυρίως σε περιοχές της Πελοποννήσου (κυρίως στον Νομό Κορινθίας), της ανατολικής Στερεάς Ελλάδας (κυρίως στους Νομούς Αττικής και Βοιωτίας), της Άνδρου, της Ηπείρου, της Θράκης και της Δυτικής Μακεδονίας.

Αρμενικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από τους 35.000 Αρμένιους που ζουν στην Ελλάδα σήμερα, περίπου 20.000 μιλούν αρμενικά ακόμη και σήμερα. Υπάρχει εφημερίδα και σχολείο που συντηρεί η αρμενική κοινότητα, τα οποία διδάσκουν και χρησιμοποιούν τα αρμενικά. Η αρμενική ομιλείται από τους Αρμένιους σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας με παρούσες αρμενικές κοινότητες, κυρίως στη Μακεδονία, τη Θράκη και την Κρήτη. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, μαζί με τους Έλληνες, κατέφυγε στην Ελλάδα και ένας αριθμός Αρμενίων.

Αρομανικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεωγραφική κατανομή των Ρουμάνων και των Βλάχων στα Βαλκάνια (οι Αρομάνοι σημειώνονται με κόκκινο χρώμα).

Οι Αρομάνοι, γνωστοί και ως Βλάχοι, είναι μια πληθυσμιακή ομάδα η οποία συγγενεύει γλωσσικά με τους Ρουμάνους. Τα βλαχικά είναι μια βαλκανική ρομανική γλώσσα. Οι περισσότεροι Βλάχοι ομιλούν ελληνικά ως μητρική γλώσσα.

Ομιλείται σε όλη την Ελλάδα από τους Βλάχικης καταγωγής (κυρίως όμως σε ορεινές περιοχές της Ηπείρου, της βόρειας Θεσσαλίας και της Μακεδονίας).

Μογλενίτικη διάλεκτος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Μογλενίτικη διάλεκτος είναι μια λατινογενής γλώσσα που ομιλείται στην Ελλάδα και τη Βόρεια Μακεδονία. Υπάρχουν περίπου 2.500 ομιλητές της γλώσσας στην Ελλάδα. Ομιλείται σε περιοχές της Κεντρικής Μακεδονίας, στα χωριά του Όρους Πάικο (Αρχάγγελος, Νότια, Αετοχώρι, Θεοδωράκι, Σκρα, Λιβάδια, Καστανερή κ.λ.π.).

Σλαβομακεδονικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην Ελλάδα ομιλούνται σλαβικές διάλεκτοι οι οποίες ανήκουν στην σλαβομακεδονική γλώσσα. Ωστόσο, αρκετοί ομιλητές της σλαβομακεδονικής γλώσσας στην Ελλάδα δεν ταυτίζουν την γλώσσα τους με την σλαβομακεδονική εθνική ταυτότητα. Η απογραφή του 1951 κατέγραψε 41.017 Έλληνες πολίτες με μητρική γλώσσα τα σλαβομακεδονικά (εκ των οποίων οι περισσότεροι είναι δίγλωσσοι). Αυτοί οι σλαβομακεδονόφωνοι που ζουν στην Ελλάδα περιγράφουν με πολλούς τρόπους την διάλεκτο τους. Οι περισσότεροι την θεωρούν σλαβομακεδονική διάλεκτο και υιοθετούν μια σλαβομακεδονική ταυτότητα. Υπάρχουν και μικρότερες ομάδες που θεωρούν την διάλεκτο τους σλαβική και υιοθετούν μια ελληνική ταυτότητα. Ορισμένοι ιστορικοί θεωρούν την τοπική σλαβομακεδονική διάλεκτο διάλεκτο της βουλγαρικής γλώσσας.

Τα σλαβομακεδονικά ομιλούνται σε περιοχές της κεντρικής, ανατολικής και κυρίως της δυτικής Μακεδονίας[3]. Οι ομιλητές των σλαβικών διαλέκτων χρησιμοποιούν μια ποικιλία όρων για τη γλώσσα τους: «βουλγάρικα», «σλάβικα», «μακεδόνικα», «μακεδονίτικα», «νας» (σημαίνει, Η δική μας γλώσσα), «ντόπια» ή «ντόπικα» ή απλώς «η γλώσσα», όροι οι οποίοι ενδέχεται να εναλλάσσονται αναλόγως των συμφραζομένων και του αν οι χρήστες τους θέλουν να προβάλουν (ή να αποφύγουν να προβάλουν) κάποιον εθνικό ισχυρισμό.

Βουλγαρικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εκτός από τα παραπάνω, υπολογίζεται ότι υπάρχουν 30.000 γηγενείς ομιλητές της Βουλγαρικής στην Θράκη σύμφωνα με τον Εθνολόγο[4]. Η Βουλγαρική γλώσσα που ομιλείται στην περιοχή είναι γνωστή ως Πομάκικη. Πριν το 1919 με τη συνθήκη του Νεϊγύ και τους βαλκανικούς πολέμους του 1912-13, υπήρχαν αρκετές βουλγαρόφωνες περιοχές στη βόρεια Ελλάδα. Σήμερα η βουλγαρική ομιλείται μόνο σε περιοχές της Θράκης (Πομακοχώρια), από τoν μουσουλμανικό πληθυσμό στους Νομούς Ξάνθης και Ροδόπης, και σε μικρότερο βαθμό στον Νομό Έβρου (στην περιοχή του Διδυμοτείχου).

Ισπανοεβραϊκά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ημερολόγιο του 1896 εκδομένο στη Θεσσαλονίκη, το οποίο αναγράφει τις ημερομηνίες και άλλα στοιχεία (π.χ. εορτές) στις εξής γλώσσες: οθωμανικά τούρκικα, αρμενικά, ελληνικά, βουλγαρικά, ισπανοεβραϊκά και γαλλικά .

Τα ισπανοεβραϊκά, γνωστά και ως Λαδίνο, ήταν η παραδοσιακή γλώσσα των Σεφαραδιτών στην Ελλάδα, ιδιαίτερα στην πόλη της Θεσσαλονίκης, όπου, στην ακμή τους, αποτελούσαν το 56% του πληθυσμού. Ωστόσο, πολλοί από τους Εβραίους της Ελλάδας δολοφονήθηκαν κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και ένας μεγάλος αριθμός των επιζήσαντων μετανάστευσε στο Ισραήλ μετά το 1948. Σήμερα 2.000 με 8.000 άτομα στην Ελλάδα μιλούν ακόμη αυτή τη γλώσσα.

Ομιλείται από τους Σεφαρδίτες Εβραίους σε ορισμένες περιοχές της χώρας, όπως η Θεσσαλονίκη, η Ρόδος και σε περιοχές όπου υπάρχει Εβραϊκή μειονότητα. Η Λαντίνο (ισπανοεβραϊκή) έχει υποστεί την έντονη επίδραση της Εβραϊκής και γράφεται με χαρακτήρες του λατινικού αλφαβήτου στα περισσότερα μέρη, ενώ στο Ισραήλ προτιμάται το εβραϊκό αλφάβητο.

Ρομανί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην Ελλάδα υπάρχουν 200.000 με 300.000 Ρομά. Η γλώσσα ρομανί ομιλείται από μεγάλο μέρος των Ρομά που ζουν στην Ελλάδα. Η ρομανί είναι μια ινδοάρια γλώσσα και παρουσιάζει πολλές ομοιότητες με τις γλώσσες της Ινδίας, επειδή οι Ρομά κατάγονται από την βόρεια Ινδία. Η διάλεκτος της ρομανί που ομιλείται στην Ελλάδα ανήκει στην ομάδα των βαλκανικών διαλέκτων της ρομανί, ομάδα που περιλαμβάνει τις διαλέκτους από τις εξής χώρες: Βουλγαρία, την Αλβανία, την Βόρεια Μακεδονία, τη Μολδαβία, το Μαυροβούνιο, τη Σερβία, τη Ρουμανία, αλλά και σε μέρη της Τουρκίας και της Ουκρανίας. Υπάρχουν 160.000 ομιλητές της Ρομανί στην Ελλάδα σήμερα, δηλαδή το 90% των Ρομά στην Ελλάδα μιλά ρομανί.[5]

Ομιλείται σποραδικά σε όλη την Ελλάδα από τους πληθυσμούς Ρομά, κυρίως όμως, από τoν μουσουλμανικό πληθυσμό στους Νομούς Ξάνθης και Ροδόπης.

Στην Ελλάδα επίσημα έχουμε δύο διαλέκτους, τη Ρομανί Νοτίας και Βορείας Ελλάδας. Οι λόγιοι θεωρούν τις προσμίξεις αυτές εκφυλισμό της «άλλοτε καθαρής ινδικής γλώσσας» των Ρομά. Το Ελληνικό κράτος δεν έχει εισάγει τη Ρομανί στα σχολεία, μία επιλογή που έχει δεχτεί κριτική και που αναμφισβήτητα υπονομεύει τις δυνατότητες των παιδιών Ρομά για επιτυχημένη σχολική πορεία.

Ρωσικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα Ρωσικά ομιλούνται ευρέως στην Ελλάδα. Σημαντικές κοινότητες ρωσόφωνων στην Ελλάδα ζουν στην Μακεδονία και σε άλλα μέρη της Βόρειας Ελλάδας. Οι ομιλητές της ρωσικής στην Ελλάδα είναι κυρίως πλούσιοι Ρώσοι που εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα και ρωσόφωνοι οικονομικοί μετανάστες που ήρθαν στην Ελλάδα τη δεκαετία του 1990. Τα Ρωσικά ομιλούνται επίσης ως δεύτερη ή τρίτη γλώσσα από πολλούς Γεωργιανούς και Πόντιους από τη Γεωργία, την Ουκρανία και τη Ρωσία οι οποίοι την ίδια περίοδο εγκατέλειψαν τις πατρίδες τους και εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα. Οι Έλληνες του Καυκάσου, οι οποίοι άρχισαν να εγκαθιστούνται στη βόρεια Ελλάδα (Θεσσαλονίκη, Κιλκίς και Κεντρική Μακεδονία) από την δεκαετία του 1920 και έπειτα μιλούν τα ρωσικά ως δεύτερη γλώσσα. Υπάρχουν αρκετοί Έλληνες (και οι απόγονοι τους) οι οποίοι εγκατέλειψαν ως πολιτικοί πρόσφυγες την Ελλάδα μετά τον Εμφύλιο Πόλεμοκαι κατέφυγαν στην Τσεχοσλοβακία, την ΕΣΣΔ και άλλα κράτη του Ανατολικού Μπλοκ. Αυτοί άρχισαν να επιστρέφουν στην Ελλάδα σταδιακά από τη δεκαετία του 1960. Πολλοί από αυτούς γνωρίζουν την ρωσική γλώσσα, ενώ ταυτόχρονα η ρωσική είναι μια από τις πιο γνωστές ξένες γλώσσες στην Ελλάδα.

Η Ρωσική, ομιλείται από την πλειονότητα των ομογενών Ελλήνων από την πρώην Σοβιετική Ένωση, καθώς και από τους μετανάστες από τη Ρωσία, την Ουκρανία, το Καζακστάν και τη Λευκορωσία.

Τουρκικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η τουρκική είναι μια από τις μεγαλύτερες μειονοτικές γλώσσες στην Ελλάδα, έχοντας στην Ελλάδα 50.000 με 60.000 ομιλητές. Τουρκικές πηγές υποστηρίζουν ότι υπάρχουν ακόμη και 128.000 άτομα οι οποίοι μιλούν την τουρκική γλώσσα ως μητρική, αλλά αυτό θεωρείται μάλλον απίθανο. Σύμφωνα με τον Εθνολόγο, το 2014 υπήρχαν 40.000 Τουρκόφωνοι στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένων 9.700 φυσικών ομιλητών της τουρκικής γλώσσας στην Ελλάδα.[6]

Οι περισσότεροι από αυτούς τους Τούρκους είναι Τούρκοι της Δυτικής Θράκης. Παραδοσιακά, υπήρχαν πολύ περισσότεροι τουρκόφωνοι στην Ελλάδα, λόγω της μακράς περιόδου της Τουρκοκρατίας. Αλλά μετά την ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, έχουν μείνει πολύ λιγότεροι τουρκόφωνοι στην Ελλάδα, αφού ακόμη και οι τουρκόφωνοι Έλληνες μουσουλμάνοι υποχρεώθηκαν να φύγουν από την Ελλάδα και να εγκατασταθούν στη Τουρκία το 1923. Ο τουρκόφωνος πληθυσμός της Ελλάδας συγκεντρώνεται κυρίως στην περιοχή της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης. Οι τουρκόφωνοι αποτελούν ένα μεγάλο μέρος της μουσουλμανικής μειονότητας της Ελλάδας, ενώ υπάρχουν και κάποιοι λίγοι Τούρκοι της Δυτικής Θράκης που ζουν σε άλλα μέρη της Ελλάδας, και πρόσφατοι οικονομικοί μετανάστες από τη Τουρκία.

Ουρούμ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Ουρούμ είναι μια πληθυσμιακή ομάδα που ομιλεί μια υβριδική ελληνοτουρκική γλώσσα. Οι Ουρούμ αυτοπροσδιορίζονται ως Έλληνες. Οι Ουρούμ κατοικούσαν παραδοσιακά στην περιοχή της Τσάλκας της κεντρικής Γεωργίας, ενώ οι Έλληνες της Ουκρανίας και της Κριμαίας μιλούν παραδοσιακά μια ελληνοταταρική διάλεκτο. Οι περισσότεροι ομιλητές της Ουρούμ ζουν στη Βόρεια Ελλάδα, έχοντας εγκαταλείψει τη Γεωργία στη δεκαετία του 1990 μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, και κατά τη διάρκεια ενός μεγάλου κύματος φυγής των κατοίκων λόγω του Εμφυλίυο. Πολλοί Έλληνες της Κριμαίας και της νοτιοανατολικής Ουκρανίας εξακολουθούν να ζουν σε αυτές τις περιοχές. 

Γεωργιανά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα γεωργιανά ομιλούνται από σημαντικούς πληθυσμούς στην Θεσσαλονίκη και σε άλλα μέρη της ελληνικής Μακεδονίας. Οι ομιλητές της γεωργιανής γλώσσας στην Ελλάδα είναι κατά κύριο λόγο οικονομικοί μετανάστες που εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα τη δεκαετία του 1990 και αργότερα. Εκτός από τους Γεωργιανούς, στους ομιλητές των γεωργιανών περιλαμβάνονται Έλληνες του Καυκάσου και Έλληνες της Γεωργίας. Οι περισσότεροι Έλληνες στη Γεωργία ζούσαν στη περιοχή της Τσάλκας στο κέντρο της χώρας. 

Άλλες γλώσσες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπάρχουν επίσης μετανάστες που μιλούν άλλες γλώσσες, αλλά σε μικρότερους αριθμούς.[7] Κάποιες απ' αυτές είναι τα Κουρδικά, Φαρσί, Παστού, Σομάλι, Βεγγαλικά, και Φιλιππινέζικα, για τους Φιλιππινέζους. Υπάρχουν επίσης μετανάστες από λατινοαμερικάνικες χώρες που γνωρίζουν Ισπανικά. Επίσης σε ακόμη πολύ μικρότερους αριθμούς, υπάρχουν και Κινέζοι μετανάστες, οι οποίοι μιλάνε την Κινέζικη, καθώς και μετανάστες από την Κεντρική και Νότια Αμερική οι οποίοι μιλάνε κυρίως Ισπανικά και σε μικρότερο βαθμό τα Πορτογαλικά.

Η Αραβική ομιλείται από μετανάστες από την Αίγυπτο, την Αλγερία, τον Λίβανο, και άλλες χώρες της περιοχής της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής. Είναι θρησκευτική γλώσσα των μουσουλμάνων στην Ελλάδα.

Η Παντζάμπι ομιλείται από μετανάστες από το Πακιστάν, το Αφγανιστάν και την Ινδία, και άλλες χώρες της Δυτικής και Νότιας Ασίας, όπου ομιλείται η Παντζάμπι, ως μειονοτική γλώσσα.

Στατιστικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 2001 η εταιρία δημοσκοπήσεων VPRC [1] πραγματοποίησε δημοσκόπηση σχετικά με τις γλώσσες, τις διαλέκτους και τα ιδιώματα που ομιλούνται στην Ελλάδα.

Η έρευνα έγινε σε δείγμα 1095 ατόμων, αριθμός μικρός για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων. Για παράδειγμα, ερωτήματα σχετικά με την αξιοπιστία της έρευνας εγείρονται από τον μεγάλο αριθμό ομιλητών Ιταλικών πανελλαδικά (1,4%), από την ανυπαρξία ομιλητών Ποντιακών στην Αττική, από την ανυπαρξία ομιλητών Τσιγγάνικων σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, από ένα μικρό αριθμό Πομάκων της Ροδόπης (Δυτική Θράκη) που ομιλούν και την Τουρκική κ.ά.

Τα αποτελέσματα της έρευνας ήταν:

Όλοι σχεδόν οι ερωτηθέντες (98%) απάντησαν ότι θεωρούν ως μητρική τους γλώσσα την επίσημη ελληνική γλώσσα.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. cia.gov
  2. etchnologue.com Euromosaic, Le (slavo)macédonien / bulgare en Grèce, L'arvanite / albanais en Grèce, Le valaque/aromoune-aroumane en Grèce, and Mercator-Education: European Network for Regional or Minority Languages and Education, The Turkish language in education in Greece. cf. also P. Trudgill, "Greece and European Turkey: From Religious to Linguistic Identity", in S Barbour, C Carmichael (eds.
  3. Ιωαννίδου, Αλεξάνδρα (1997). «Τα σλαβικά ιδιώματα στην Ελλάδα: Γλωσσολογικές προσεγγίσεις και πολιτικές αποκλίσεις». Στο: Γούναρης, Βασίλης. Ταυτότητες στη Μακεδονία. Αθήνα: Παπαζήσης. σελ. 89, 97-8. 
  4. ethnologue.com
  5. romani.uni-graz.at
  6. Greece - Languages, Ethnologue
  7. ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΟΙ ΚΑΙ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΟΙ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΙ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΛΟΓΩ ΤΟΥ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΥ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ - Δημογραφικά στοιχεία από την απογραφή του 2001