Γλώσσες μοντελοποίησης λογισμικού

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
UML logo.svg

Στο γνωστικό πεδίο της μηχανικής λογισμικού γλώσσες μοντελοποίησης λογισμικού ονομάζονται τυποποιημένες γλώσσες συμβολικής αναπαράστασης με τις οποίες δημιουργούνται αφηρημένα πρότυπα της δομής και της λειτουργίας ενός συστήματος λογισμικού. Η ευρύτερα διαδεδομένη τέτοια γλώσσα είναι η Ενοποιημένη Γλώσσα Σχεδίασης Προτύπων (αγγλ. Unified Modeling Language (UML)).

Ιστορικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την ευρεία εξάπλωση του αντικειμενοστραφούς προγραμματισμού τη δεκαετία του 1990, το αντικειμενοστραφές μοντέλο σχεδίασης (με κλάσεις, κληρονομικότητα, αντικείμενα και τυποποιημένες αλληλεπιδράσεις μεταξύ τους) επικράτησε ακόμη και για τη δημιουργία υποδειγμάτων που δεν σχετίζονταν με τον προγραμματισμό (π.χ. σχήματα βάσεων δεδομένων). Έτσι αναπτύχθηκαν διάφορες πρότυπες γλώσσες μοντελοποίησης λογισμικού οι οποίες τυποποιούσαν σύμβολα και συμπεριφορές με στόχο την αφηρημένη περιγραφή της λειτουργίας και της δομής ενός υπολογιστικού συστήματος. Οι γλώσσες αυτές είχαν εξαρχής έναν εμφανή αντικειμενοστραφή προσανατολισμό. Τελικά οι πιο δημοφιλείς από αυτές ενσωματώθηκαν σε ένα κοινό πρότυπο, την Ενοποιημένη Γλώσσα Σχεδίασης Προτύπων (αγγλ. (UML)), η πρώτη του έκδοση της οποίας οριστικοποιήθηκε το 1997.