Γλυκό νέο ύφος

Το Γλυκό νέο ύφος (ιταλικά: Dolce stil novo) ή Ντόλτσε Στιλ Νόβο είναι σημαντικό ποιητικό κίνημα που αναπτύχθηκε στην Ιταλική λογοτεχνία του 13ου αιώνα κατά το δεύτερο μισό του αιώνα και τις αρχές του 14ου. Το κύριο θέμα είναι ο έρωτας, εξιδανικευμένος σε πνευματικό επίπεδο: εστιάζει όχι μόνο στα βάσανα του ερωτευμένου - τυπικό της παλαιότερης ποίησης - αλλά επίσης, και κυρίως, στην εξύμνηση των ηθικών και πνευματικών χαρισμάτων της αγαπημένης. Ο όρος αναφέρθηκε για πρώτη φορά από τον Δάντη στη Θεία Κωμωδία. [1]
Η σημασία του στην ιταλική λογοτεχνία έγκειται στο ότι αποτελεί την εκδήλωση της πρώτης αξιόλογης λογοτεχνικής παράδοσης στην Ιταλική χερσόνησο, μετά τη Σικελική σχολή και την Τοσκανική ποίηση, από τις οποίες επηρεάστηκε. Επίσης, εμπλούτισε και εξευγένισε την τοσκανική γλώσσα, η οποία έμελλε να γίνει η βάση της εθνικής ιταλικής γλώσσας.[2]
Παρουσίαση
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Το Γλυκό νέο ύφος εμφανίστηκε γύρω στο 1250 στην Μπολόνια και στη συνέχεια αναπτύχθηκε κυρίως μεταξύ 1280 και 1310 στη Φλωρεντία. Αναδύθηκε υπό την επίδραση της Σικελικής σχολής ποίησης και της μεταβατικής ποίησης των Τοσκανών ποιητών - όλοι επηρεασμένοι από τους Οξιτανούς τροβαδούρους που ύμνησαν τον αυλικό έρωτα. Κύριο θέμα ήταν ο έρωτας, ο οποίος, σύμφωνα με τα πλατωνικά ιδανικά και την αυλική λογοτεχνία, εξυψώνεται και θεωρείται θεϊκή δύναμη ικανή να εξευγενίσει την ψυχή. Οι ποιητές έδωσαν ιδιαίτερη έμφαση στη γλωσσική λεπτότητα και περιέγραψαν τις εμπειρίες τους με ένα εκλεπτυσμένο σύστημα μεταφορών και συμβόλων, απομακρυνόμενοι από τις ρητορικές δυσκολίες και τον υπερβολικό στυλιστικό φορμαλισμό των Σικελών και Τοσκανών ποιητών.[3]
Μια νέα πτυχή είναι η ενδοσκόπηση του ποιητή, ο οποίος περιγράφει σχολαστικά την επίδραση της γυναικείας ομορφιάς στην ψυχή του: οι ποιητές δεν περιορίζονταν πλέον στο να τραγουδούν τα βάσανα του έρωτα ή τις χάρες της αγαπημένης τους, αλλά εστίασαν στην επίδραση που έχει η εμπειρία του έρωτα στην ψυχή του ποιητή και επικεντρώθηκαν στην πνευματοποίηση της γήινης εμπειρίας. Οι ποιητές του Γλυκού νέου ύφους χρησιμοποίησαν έναν πλούτο εικόνων για να περιγράψουν την ομορφιά, την αρετή και την ευγένεια της αγαπημένης τους, η οποία εμφανίζεται ως ένα ουράνιο πλάσμα του Παραδείσου, ένας άγγελος, μια θεϊκή νύμφη, και έτσι εξυψώνεται στο βασίλειο του υπερφυσικού. [4]
Σημαντική καινοτομία: η εστίαση μετατοπίζεται από την ευγένεια της αριστοκρατικής καταγωγής στην ευγένεια της καρδιάς, τον ευγενικό χαρακτήρα του ανθρώπου, την ικανότητα να σκέφτεται και να ενεργεί ευγενικά. Έτσι, το κίνημα σχετίζεται επίσης με τις απαρχές του Ουμανισμού της Αναγέννησης και τις προσπάθειες χειραφέτησης της αστικής τάξης, η οποία απέκτησε νωρίς τη δική της φωνή στις ιταλικές πόλεις-κράτη.
Ο όρος προέρχεται από τον Δάντη: Στο Καθαρτήριο της Θείας Κωμωδίας ο Δάντης συναντά τον ποιητή Μπονατσούντα Ορμπιτσιάνι, ο οποίος του λέει ότι γνωρίζει πως ο ίδιος ο Δάντης και άλλοι ποιητές διαφοροποιήθηκαν από τον Τζάκομο ντα Λεντίνι και τον Γκουιτόνε ντ' Αρέτσο και κατάφεραν να δημιουργήσουν αυτό το Γλυκό νέο ύφος.
Οι λογοτεχνικές μορφές έκφρασης είναι κυρίως σονέτα και καντσόνι.
Συγγραφείς
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Ο πρώτος σημαντικός εκπρόσωπος του νέου ύφους είναι ο Γκουίντο Γκουινιτσέλι με το ποίημά του Η αγάπη πάντα εμφανίζεται στην ευγενική καρδιά (Al cor gentil rempaira sempre amore) στο οποίο η γυναικεία μορφή εξελίσσεται στη μορφή μιας «αγγελικής γυναίκας», ενός ενδιάμεσου μεταξύ ανθρώπου και Θεού, ικανού να εξιδανικεύσει την ανδρική επιθυμία, εφόσον ο άνδρας επιδεικνύει μια ευγενική και αγνή καρδιά. Άλλοι ποιητές που συνδέονται με το κίνημα περιλαμβάνουν τους Γκουίντο Καβαλκάντι, Τσίνο ντα Πιστόια, Ντίνο Φρεσκομπάλντι, Λάπο Τζάνι και Τζάνι Αλφάνι. Το στυλ έφτασε στο απόγειό του με τον νεαρό Ντάντε Αλιγκιέρι, ο οποίος, αρχικά εξέφρασε τον έρωτά του για τη Βεατρίκη στη Νέα ζωή (1295), όπου η Βεατρίκη επαινείται όχι μόνο για τη σωματική της ομορφιά, αλλά και για την αρετή της και την ικανότητά της να ανυψώνει την ψυχή του εραστή της. [5]
Το ύφος άσκησε μεγάλη επιρροή στην ιταλική ποίηση, σε τέτοιο βαθμό ώστε οι απόηχοί του φτάνουν στον Πετράρχη, του οποίου τα ποιήματα για το άσβεστο πάθος του για τη Λάουρα, εξακολουθούν να επηρεάζονται από το ύφος. Η περαιτέρω ανάπτυξη της ερωτικής ποίησης από τον Πετράρχη, γνωστή ως Πετραρχισμός, καθιέρωσε την τεχνοτροπία που άσκησε ισχυρή επιρροή στην ανάπτυξη της ευρωπαϊκής ποίησης.[6]
Παρωδία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Οι υπερβολές του ύφους σατιρίστηκαν συχνά από σύγχρονους ποιητές της κωμικο-ρεαλιστικής ποίησης, οι οποίοι παρουσίαζαν τη γυναίκα ως γήινο πλάσμα με όλα της τα ελαττώματα σε αντίθεση με τη γυναίκα-άγγελο. [7]
Παραπομπές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ . «britannica.com/art/dolce-stil-nuovo».
- ↑ . «de.scribd.com/document/Ιταλική λογοτεχνία».
- ↑ . «sapere.virgilio.it/scuola/superiori/letteratura-storia-filosofia/letteratura-del-trecento/le-caratteristiche-del-dolce-stil-novo-la-corrente-italiana».
- ↑ . «library.weschool.com/lezioni/letteratura/letteratura-italiana/duecento/dolce-stil-novo».
- ↑ . «skuola.net/appunti-italiano/letteratura-medievale/contesto-storico-medioevo/dolce-stil-novo».
- ↑ . «ital3550slu.wordpress.com/portfolio/dolce-stil-novo-the-sweet-new-poetic-style-in-the-13th-century».
- ↑ . «studiarapido.it/la-poesia-comico-realistica-nel-duecento/».