Γκότφριντ Μπεν
| Γκότφριντ Μπεν | |
|---|---|
| Γενικές πληροφορίες | |
| Όνομα στη μητρική γλώσσα | Gottfried Benn (Γερμανικά) |
| Γέννηση | 2 Μαΐου 1886 Putlitz |
| Θάνατος | 7 Ιουλίου 1956 ή 7 Ιουνίου 1956 Δυτικό Βερολίνο |
| Αιτία θανάτου | καρκίνος |
| Συνθήκες θανάτου | φυσικά αίτια |
| Τόπος ταφής | Waldfriedhof Dahlem |
| Χώρα πολιτογράφησης | Γερμανία |
| Εκπαίδευση και γλώσσες | |
| Ομιλούμενες γλώσσες | Γερμανικά |
| Σπουδές | d:Q99196457 Πανεπιστήμιο της Βόννης Πανεπιστήμιο της Ιένας Πανεπιστήμιο του Μάρμπουργκ |
| Πληροφορίες ασχολίας | |
| Ιδιότητα | ποιητής ιατρός συγγραφέας δοκιμιογράφος μυθιστοριογράφος ιατρός δημιουργός γραπτών έργων |
| Αξιοσημείωτο έργο | Morgue and other poems Static poems |
| Περίοδος ακμής | 1886 |
| Οικογένεια | |
| Σύζυγος | Ilse Benn (έως 1956) |
| Σύντροφος | Έλζε Λάσκερ-Σύλερ |
| Τέκνα | Nele Poul Sørensen |
| Στρατιωτική σταδιοδρομία | |
| Πόλεμοι/μάχες | Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος |
| Αξιώματα και βραβεύσεις | |
| Βραβεύσεις | βραβείο Γκέοργκ Μπύχνερ (1951) Σταυρός Αξίας 1ης τάξεως του Τάγματος της Αξίας της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας |
| Ιστότοπος | |
| gottfriedbenn | |
| Υπογραφή | |
Ο Γκότφριντ Μπεν (γερμανικά: Gottfried Benn, 2 Μαΐου 1886 – 7 Ιουλίου 1956) ήταν Γερμανός εξπρεσιονιστής ποιητής, δοκιμιογράφος και γιατρός. Προτάθηκε πέντε φορές για το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Αρχικά ήταν υποστηρικτής και αργότερα επικριτής του ναζιστικού καθεστώτος. Το έργο του άσκησε σημαντική επιρροή στη γερμανική λογοτεχνία. Το 1951 τιμήθηκε με το βραβείο Γκέοργκ Μπύχνερ.[1]
Βιογραφικά στοιχεία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο Γκότφριντ Μπεν γεννήθηκε το 1886 σε λουθηρανικό επαρχιακό πρεσβυτέριο, λίγες ώρες από το Βερολίνο, και ήταν γιος και εγγονός παστόρων σε περιοχή του Βρανδεμβούργου. Φοίτησε σε σχολεία στο Ζέλιν και στη Φρανκφούρτη του Όντερ. Για να ευχαριστήσει τον πατέρα του, σπούδασε θεολογία στο Πανεπιστήμιο του Μάρμπουργκ και στη στρατιωτική ιατρική στην Ακαδημία Κάιζερ Βίλχελμ στο Βερολίνο, από όπου αποφοίτησε με δίπλωμα «Διδάκτωρ Ιατρικής και Χειρουργικής». Από το 1912 εργάστηκε ως ψυχίατρος, παθολόγος και χειρουργός. Πολλά από τα λογοτεχνικά του έργα αντανακλούν την εποχή που εργάστηκε ως γιατρός.[2]
Ο Γκότφριντ Μπεν ξεκίνησε τη λογοτεχνική του καριέρα ως ποιητής με τη συλλογή Το νεκροτομείο και άλλα ποιήματα το 1912, το οποίο περιείχε εξπρεσιονιστικά ποιήματα που αναφέρονταν στη φυσική φθορά της σάρκας, το αίμα, τον καρκίνο και τον θάνατο. Ποιήματα με τέτοια θέματα «έγιναν δεκτά από τους κριτικούς και το κοινό με σοκ, απογοήτευση, ακόμη και αποστροφή». Το 1913 κυκλοφόρησε μια δεύτερη ποιητική συλλογή με τίτλο Γιοί. Νέα Ποιήματα.
Η ποίηση του Μπεν προβάλλει έναν εσωστρεφή μηδενισμό, μια υπαρξιστική άποψη που θεωρεί την καλλιτεχνική έκφραση ως τη μόνη σκόπιμη πράξη. Στα πρώτα του ποιήματα, ο Μπεν χρησιμοποίησε την ιατρική του εμπειρία, συχνά χρησιμοποιώντας ιατρική ορολογία, για να απεικονίσει την ανθρωπότητα με νοσηρό τρόπο ως απλώς ένα ακόμη είδος ζώου που μαστίζεται από ασθένειες. [3]
Α' Παγκόσμιος Πόλεμος και Δημοκρατία της Βαϊμάρης
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Μετά το ξέσπασμα του Α' Παγκοσμίου Πολέμου κατατάχθηκε το 1914 και πέρασε σύντομο χρονικό διάστημα στο βελγικό μέτωπο, στη συνέχεια υπηρέτησε ως στρατιωτικός γιατρός στις Βρυξέλλες. Ήταν επίσημα υποχρεωμένος να παρευρίσκεται στις εκτελέσεις και ήταν παρών στην εκτέλεση της Βρετανίδας νοσοκόμας και κατασκόπου Έντιθ Κάβελ, η οποία προκάλεσε αίσθηση σε όλο τον κόσμο, και ως επίσημος γιατρός του γερμανικού στρατού επιβεβαίωσε τον θάνατό της. Εργάστηκε επίσης ως γιατρός σε νοσοκομείο για πόρνες. Μετά τον πόλεμο, επέστρεψε στο Βερολίνο και άσκησε το επάγγελμα του δερματολόγου και ειδικού σε αφροδίσια νοσήματα.
Μετά τον πόλεμο, ποιήματά του συμπεριλήφθηκαν στην εξπρεσιονιστική ανθολογία Το Λυκόφως της Ανθρωπότητας (1919).
Το καλοκαίρι του 1912, ο Μπεν είχε αρχίσει μια ρομαντική σχέση με την Εβραία ποιήτρια Έλζε Λάσκερ-Σύλερ. Κατά τη δεκαετία του 1920, συνέχισε να έχει στενή σχέση μαζί της, η οποία του αφιέρωνε ερωτικά ποιήματα. Η σχέση τους αποτελεί το θέμα της ταινίας Η καρδιά μου είναι μόνο δική μου (Mein Herz-niemandem, 1997) της Χέλμα Ζάντερς-Μπραμς.[4]
Ο Μπεν ήταν εχθρικός προς τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης και απέρριπτε τον μαρξισμό αλλά και την αμερικανοποίηση.
Κατά τη διάρκεια του Τρίτου Ράιχ
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Για ένα σύντομο διάστημα, αναστατωμένος από τη συνεχιζόμενη οικονομική και πολιτική αστάθεια, πλησίασε τον Εθνικοσοσιαλισμό, θεωρώντας τον τη μόνη ελπίδα για τη σωτηρία της ανθρωπότητας. Ήλπιζε ότι ο Εξπρεσιονισμός θα γινόταν η επίσημη τέχνη της Γερμανίας, όπως είχε γίνει ο Φουτουρισμός στην Ιταλία. Ο Μπεν τοποθετήθηκε επικεφαλής του τμήματος ποίησης της Πρωσικής Ακαδημίας τον Φεβρουάριο του 1933. Τον Μάιο, υπερασπίστηκε το νέο καθεστώς σε ραδιοφωνική εκπομπή, λέγοντας ότι «οι Γερμανοί εργάτες είναι σε καλύτερη θέση από ποτέ». Η πολιτιστική πολιτική του νέου Κράτους δεν εξελίχθηκε όπως ήλπιζε και σύντομα αναγνώρισε τον παραλογισμό της ιδέας του και άρχισε να γράφει αντιναζιστικά άρθρα για γερμανικές εφημερίδες, στα οποία απαγορεύτηκε η δημοσίευση, τον Ιούνιο του 1933 αποβλήθηκε από την Ακαδημία. Απογοητευμένος από τη Νύχτα των Μεγάλων Μαχαιριών το 1934, απομακρύνθηκε από τους Ναζί. Ταυτόχρονα ωστόσο, επιδοκίμασε το βιβλίο Εξέγερση ενάντια στον Σύγχρονο Κόσμο (1934) του Ιταλού φασίστα στοχαστή Ιούλιο Έβολα (ωστόσο, αργότερα, η αλληλογραφία μαζί του διακόπηκε με πρωτοβουλία του Μπεν). Τον Μάιο του 1936, η επίσημη εφημερίδα των SS Der Schwarz αναγνώρισε την εξπρεσιονιστική και πειραματική ποίησή του ως «εκφυλισμένη, εβραϊκή και ομοφυλοφιλική». Το 1938, η Ένωση εθνικοσοσιαλιστών συγγραφέων απαγόρευσε στον Μπεν να συνεχίσει να γράφει.[5]
Κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, ο Μπεν τοποθετήθηκε σε φρουρές στην ανατολική Γερμανία, όπου έγραφε ποίηση και δοκίμια. Μετά τον πόλεμο, τα έργα του απαγορεύτηκαν από τις Συμμαχικές δυνάμεις επειδή ο ποιητής αρνήθηκε να εγκαταλείψει τη ναζιστική Γερμανία μετά την κατάληψη της εξουσίας από τους Ναζί και λόγω της αρχικής του υποστήριξης προς τον Χίτλερ, αν και ο Μπεν ήταν μέλος του κόμματος μόνο για λίγους μήνες, δεν παρευρέθηκε σε συναντήσεις και δεν ενδιαφερόταν για τη ναζιστική ιδεολογία. Στις αρχές της δεκαετίας του 1950, τα ποιήματά του επιτράπηκε και πάλι να εκδοθούν. Το 1951, ο ποιητής έλαβε το βραβείο Γκέοργκ Μπύχνερ. Πέθανε από καρκίνο στο Δυτικό Βερολίνο το 1956.[6]
Έργα (επιλογή)
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Morgue und andere Gedichte (1912) - Νεκροτομείο και άλλα ποιήματα
- Söhne. Neue Gedichte (1913) - Γιοι. Νέα Ποιήματα
- Gehirne. Novellen (1916): Gehirne, Die Eroberung, Die Reise, Die Insel, Der Geburtstag. - Εγκέφαλοι. Νουβέλες, περιέχει τις 5 νουβέλες: Εγκέφαλοι, Η κατάκτηση, Το ταξίδι, Το νησί καιΤα γενέθλια
- Fleisch (1917) -Σάρκα
- Die Gesammelten Schriften (1922)
- Schutt (1924)
- Betäubung (1925) - Αναισθησία
- Spaltung (1925)
- Nach dem Nihilismus (1932) - Μετά τον Μηδενισμό
- Der Neue Staat und die Intellektuellen (1933) - Το Νέο Κράτος και οι Διανοούμενοι
- Kunst und Macht (1935) - Τέχνη και Δύναμη
- Ausgewählte Gedichte (1936) - Επιλεγμένα ποιήματα
- Statische Gedichte (1948) - Στατικά ποιήματα
- Ptolemäer (1949) - Πτολεμαίοι
- Doppelleben (1950) - Διπλή ζωή αυτοβιογραφία
- Stimme hinter dem Vorhang (1952) - Φωνή πίσω από την κουρτίνα
- Altern als Problem für Künstler (1954) - Η γήρανση ως πρόβλημα για τους καλλιτέχνες
Παραπομπές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]