Γκούρα της δυτικής Νέας Γουινέας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Γκούρα της δυτικής Νέας Γουινέας
Γκούρα της δυτικής Νέας Γουινέας (φωτογραφία με διάκριση)
Γκούρα της δυτικής Νέας Γουινέας (φωτογραφία με διάκριση)
Κατάσταση διατήρησης
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Ομοταξία: Πτηνά (Aves)
Τάξη: Περιστερόμορφα (Columbiformes)
Οικογένεια: Περιστερίδες (Columbidae)
Υποοικογένεια: Γκουρίνες (Gurinae) [1]
Γένος: Γκούρα (Goura) Stephens, 1819 F
Είδος: G. cristata
Διώνυμο
Goura cristata (Γκούρα το λοφιοφόρο)
(Pallas, 1764)
Υποείδη

Goura cristata cristata
Goura cristata minor
Goura cristata pygmaea

Το Γκούρα της δυτικής Νέας Γουινέας είναι περιστερόμορφο πτηνό της οικογενείας των Περιστεριδών, που απαντά αποκλειστικά στην Νέα Γουινέα. [i] Η επιστημονική ονομασία του είδους είναι Goura cristata και περιλαμβάνει 3 υποείδη.[2][3]

Το γκούρα της δυτικής Νέας Γουινέας, αποτελεί ένα από τα τρία είδη του γένους Γκούρα, μοναδικά σε εμφάνιση πτηνά που ανήκουν στα περιστέρια, αλλά με χρώματα και δομές που δεν «θυμίζουν» με πρώτη ματιά τα μέλη της οικογένειας όπου ανήκουν.

Τάση πληθυσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Καθοδική ↓ [4]

Ονοματολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η επιστημονική ονομασία του γένους Goura είναι (νεο-)λατινικός λογισμός, άμεση απόδοση του ομώνυμου όρου, από ιθαγενή ονομασία που χρησιμοποιείται στη νήσο της Νέας Γουινέας, αγνώστου λοιπής ετυμολογίας.[5]

Ο λατινικός όρος cristata στην επιστημονική ονομασία του είδους, προέρχεται από το crista «τούφα, λοφίο» και σημαίνει «ο φέρων λοφίο, ο λοφωτός, ο λοφιοφόρος», με σαφή αναφορά στο χαρακτηριστικό λοφίο του πτηνού.[6]

Η αγγλική λαϊκή ονομασία του είδους, Western crowned pigeon «Δυτικό (ενν. τμήμα της Νέας Γουινέας) εστεμμένο περιστέρι», παραπέμπει στην περιοχή της Νέας Γουινέας όπου απαντά. Από την αγγλική, πήρε και την ελληνική του ονομασία το είδος.

Συστηματική Ταξινομική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Γκούρα (πτηνό)

Το είδος περιγράφηκε για πρώτη φορά από τον διάσημο Γερμανό ζωολόγο και βοτανικό Πέτερ Πάλας (Peter Simon Pallas, 1741-1811), το 1764 από την Χερσόνησο Ονίν της Νέας Γουινέας. Πιθανόν υβριδίζεται με το γκούρα της Βικτωρίας στην περιοχή του ποταμού Σιρίβο (Siriwo).[7]

Γεωγραφική κατανομή υποειδών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το γκούρα της δυτικής Νέας Γουινέας απαντά αποκλειστικά στη Νέα Γουινέα, [i] νησί που -από βιογεωγραφική άποψη- αποτελεί «ζωντανό μουσείο» Φυσικής Ιστορίας, με πολλά «περίεργα» είδη και υψηλότατο βαθμό ενδημισμού, δηλαδή τα taxa που βρίσκονται εκεί δεν υπάρχουν αλλού στην υφήλιο.

Εξαπλώνεται σε όλο, σχεδόν, το δυτικό τμήμα της νήσου, το οποίο ανήκει στον ινδονησιακό τομέα, [i] δυτικά των Κόλπων Χέιλβινκ (ολλανδ. Geelvink) και Ήτνα (αγγλ. Etna), που έχει την χαρακτηριστική ονομασία Φόχελκοπ (ολλ. Vogelkop) «κεφαλή των πτηνών», όπως το ονόμασαν οι Ολλανδοί αποικιοκράτες. Εκεί, απαντά ο κύριος όγκος του πληθυσμού. Επίσης, βρίσκεται στα νησιά Μισόολ (Misool), Βαϊγκέο (Waigeo), Σαλαβάτι (Salawati) και Μπατάντα (;) (Batanta), στην ίδια περιοχή.[8] Τέλος, είναι βέβαιο ότι έχει εισαχθεί στο νησί Σέραμ (Seram). [9][10][11]

Ήταν, ιστορικά, κοινό[12] σε πολλές περιοχές της Νέας Γουινέας και, ακόμη και σήμερα, παραμένει σε τοπικό επίπεδο αρκετά κοινά σε διάφορες τοποθεσίες στην ηπειρωτική Παπούα,[13][14][15] στο Σαλαβάτι[16][17][18] και στο Σέραμ.[19][20] Σήμερα, ωστόσο, έχει εκριζωθεί από πολλές περιοχές της Παπούα.[21][22]

Αρ. Υποείδος Περιοχές αναπαραγωγής (επιδημητικό ή/και καλοκαιρινός επισκέπτης) Περιοχές μετακίνησης ή/και διαχείμασης Σημειώσεις
1 Goura cristata cristata ΒΔ Νέα Γουινέα (Vogelkop) και Salawati Ενδημικό στην περιοχή
2 Goura cristata minor Δ Νέα Γουινέα (νησιά Δ Παπούα, εκτός από τα Salawati και Misool) Ενδημικό στα νησιά
3 Goura cristata pygmaea Δ Νέα Γουινέα (νησί Misool ) Ενδημικό στο νησί Εμφανίζει αρκετά μελανιστικά άτομα

Πηγές: [23][24][25]

Βιότοπος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το είδος απαντά στα ελώδη και εν μέρει πλημμυρισμένα δάση της Δ. και ΒΔ. Νέας Γουινέας, στα συνήθως αδιατάρακτα αλλουβιακά/προσχωσιγενή δάση, αλλά επίσης στα δάση των λόφων και την πυκνή δευτερογενή και μαγκρόβια βλάστηση, μέχρι τουλάχιστον τα 350 μ.[26][27][28]

Μορφολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το γκούρα της δυτικής Νέας Γουινέας, όπως όλα τα μέλη του γένους, είναι περιστέρι με μεγάλο μέγεθος και πολύ όμορφα χρώματα, που ζει στα δάση της Νέας Γουινέας. Μοιάζει αρκετά με τα συγγενικά γκούρα, αλλά μόνο με το γκούρα της Βικτωρίας επικαλύπτεται γεωγραφικά. Σε σύγκριση με εκείνο, έχει πιο απλό, σχετικά «αναμαλλιασμένο» λοφίο και δεν διαθέτει τις χαρακτηριστικές λευκές-μωβ άκρες, που υπάρχουν σε εκείνο. Επίσης, έχει μικρότερο μέγεθος ενώ διαφέρει στον χρωματισμό του στήθους και στο μοτίβο των πτερύγων.

Western Crowned Pigeon.jpg
Το βενταλωτό λοφίο του γκούρα της δυτικής Νέας Γουινέας, είναι πιο απλό και λιγότερο όμορφο από εκείνο του γκούρα της Βικτωρίας

Βιομετρικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Μήκος σώματος: 66 έως 75 εκατοστά
  • Βάρος: 1,8 έως 2,4 κιλά [29]

Τροφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το γκούρα της Δυτικής Νέας Γουινέας τρώει κυρίως σωροκάρπια (berries), σπέρματα έντομα και προνύμφες εντόμων.[30]

Ηθολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όπως και τα άλλα γκούρα, το γκούρα της Δυτικής Νέας Γουινέας είναι αγελαίο είδος που, συνήθως, απαντά σε ζεύγη ή μικρές ομάδες 2-10 ατόμων όταν ψάχνει για τροφή. Στο φυσικό του περιβάλλον, το είδος τείνει να είναι λιγότερο «ντροπαλό» από το γκούρα της Βικτωρίας.[31]

Τα αρσενικά συχνά εμπλέκονται σε επιθετικές επιδείξεις, προκειμένου να καταδείξουν την δεσπόζουσα θέση τους στην ομάδα. Σε αυτές τις αντιπαραθέσεις, τα περιστέρια φουσκώνουν το στήθος και ανοίγουν επανειλημμένα τις φτερούγες τους, σαν να ετοιμάζονται να κτυπήσουν τον αντίπαλο. Επίσης, κάνουν μικρές «επιθέσεις», αλλά σπάνια μπορεί να κτυπηθούν πραγματικά μεταξύ τους και, αυτό, μόνο κατά την εποχή του ζευγαρώματος.

Φωνή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • φωνής (εξωτερικός σύνδεσμος)

Αναπαραγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρακτικά, τίποτε δεν είναι σαφώς καθορισμένο για την αναπαραγωγή του είδους, λόγω ελλιπών στοιχείων. Συνήθως οι καταγεγραμμένες αναφορές προέρχονται από άτομα που ζούν σε αιχμαλωσία, στους διάφορους ζωολογικούς κήπους.

Απειλές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το είδος θηρεύεται σε μεγάλο βαθμό για το κρέας και τα φτερά του λοφίου του (αν και λιγότερο από τα άλλα δύο είδη γκούρα, επειδή η οπλοκατοχή είναι χαμηλότερη από ό, τι στην Παπούα Νέα Γουϊνέα.[32].

Υπόκειται επίσης σε αυξημένη πίεση λόγω του εμπορίου, επειδή «εκτιμάται» ως σημαντικό τρόπαιο ανάμεσα στα κατοικίδια πτηνά.[33] Εκτεταμένες άδειες υλοτομίας έχουν χορηγηθεί εντός της επικρατείας του και μεγάλο μέρος των οικοτόπων του έχει ήδη χαθεί.[34]Επίσης, οι δρόμοι που διανοίγονται για την υλοτομία και την εξόρυξη πετρελαίου, προσφέρουν εύκολη πρόσβαση στους κυνηγούς.[35]

Κατάσταση πληθυσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γκούρα της δυτικής Νέας Γουινέας

Το είδος έχει χαρακτηριστεί ως Ευάλωτο/Τρωτό (VU), στην λίστα της IUCN, εξαιτίας της συνεχούς καθοδικής πορείας του πληθυσμού -με ταχείς ρυθμούς-, λόγω της απώλειας των ενδιαιτημάτων και του κυνηγιού. Ωστόσο, το συνολικό μέγεθος του πληθυσμού, η επίδραση και έκταση της υποβάθμισης του φυσικού περιβάλλοντος και οι επιπτώσεις του κυνηγιού και του εμπορίου πάνω στο είδος είναι, όλα, ελάχιστα γνωστά, και περαιτέρω έρευνα μπορεί να οδηγήσει σε αναταξινόμησή του.[36]

Μέτρα διαχείρισης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Το είδος συμπεριλαμβάνεται στο Παράρτημα ΙΙ της CITES, ενώ αποτελεί μέρος του προγράμματος από την Ευρωπαϊκή Ένωση Ζωολογικών Κήπων και Ενυδρείων για τα Είδη που Απειλούνται με Εξαφάνιση. Επίσης, παρέχεται κάποια προστασία στην Ινδονησία από τις εμπορικές συναλλαγές και την χρήση ως κατοικιδίου πτηνού.[37] Υπάρχουν απλές προστατευόμενες περιοχές σε όλα τα νησιά της Δυτικής Παπούας, ενώ έχουν προταθεί 3 πολύ μεγάλα Εθνικά Καταφύγια στην ορεινή ηπειρωτική Παπούα Νέα Γουινέα.[38]

Προτείνονται:

  • Αξιολόγηση των επιπέδων κυνηγιού και διερεύνηση των τάσεων πληθυσμού μέσω συζήτησης με τους ντόπιους κυνηγούς.
  • Προσδιορισμός ανοχής των πληθυσμών σε σχέση με την υλοτομία.
  • Υποστήριξη για επίσημο χαρακτηρισμό των προτεινόμενων Εθνικών Δρυμών στην ηπειρωτική Παπούα και επιβολή προστασία σε αυτές τις προστατευόμενες περιοχές.[39]

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

i. ^  Παρόλο που, τυπικά, το δυτικό τμήμα του νησιού ανήκει στην Ινδονησία, η βιογεωγραφική/οικογεωγραφική ζώνη αναφοράς είναι η νήσος της Νέας Γουινέας εν συνόλω, επειδή τα taxa που απαντούν εκεί, είναι ιδιαίτερα από κάθε άποψη.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Wikispecies logo
Τα Βικιείδη έχουν πληροφορίες για το θέμα:
Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
  • Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα, εκδ. 1996 (ΠΛΜ)
  • Beehler, B. 1985. Conservation of New Guinea rainforest birds. In: Diamond, A.W.; Lovejoy, T.E. (ed.), Conservation of tropical forest birds, pp. 233-247. International Council for Bird Preservation, Cambridge, U.K.
  • Beehler, B. M.; Pratt, T. K.; Zimmerman, D. A. 1986. Birds of New Guinea. Princeton University Press, Princeton.
  • Bishop, K. D. 1982. Endemic birds of Biak Island.
  • Coates, B. J.; Bishop, K. D. 1997. A guide to the birds of Wallacea. Dove, Alderley, Australia.
  • Collar, N. J.; Butchart, S. H. M. 2013. Conservation breeding and avian diversity: chances and challenges. International Zoo Yearbook.
  • Collins, N. M.; Sayer, J. A.; Whitmore, T. C. 1991. The conservation atlas of tropical forests: Asia and the Pacific. Macmillan, London.
  • Eastwood, C. 1996. A trip to Irian Jaya. Muruk 8(1): 12-23.
  • Erftemeijer, P.; Allen, G.; Kosamah, Z.; Kosamah, S. 1991. Birds of the Bintuni Bay region, Irian Jaya. Kukila 5(2): 85-98.
  • European Association of Zoos and Aquaria. EEPs and ESBs. Available at: http://www.eaza.net/activities/cp/Pages/EEPs.aspx.
  • Gibbs, D. 1993. Irian Jaya, Indonesia, 21 January--12 March 1991: a site guide for birdwatchers, with brief notes from 1992.
  • IUCN. 2013. IUCN Red List of Threatened Species (ver. 2013.2). Available at: http://www.iucnredlist.org.
  • King, C. E.; Nijboer, J. 1994. Conservation considerations for crowned pigeons, genus Goura. Oryx 28: 22-30.
  • Kitchener, A. C.; Macdonald, A. A.; Howard, A. 1993. First record of the Blue Crowned Pigeon Goura cristata on Seram. Bulletin of the British Ornithologists' Club 113: 42-43.
  • Macdonald, A. A. 1995. Distribution of Blue Crowned Pigeon Goura cristata on north Seram. Bulletin of the British Ornithologists' Club 115: 33-35.
  • Nichols, D. G.; Fuller, K. S.; McShane-Caluzi, E.; Klerner-Ecknrode, E. 1991. Wildlife trade laws of Asia and Oceania. TRAFFIC USA/WWF, Washington, DC.
  • Poulsen, B. O.; Frolander, A. 1994. Birding Irian Jaya, Indonesian New Guinea.
  • Rand, A. L.; Gilliard, E. T. 1967. Handbook of New Guinea birds. Weidenfeld and Nicolson, London.
  • Sujatnika; Jepson, P.; Soehartono, T. R.; Crosby, M. J.; Mardiastuti, A. 1995. Conserving Indonesian biodiversity: the Endemic Bird Area approach. BirdLife International Indonesia Programme, Bogor.
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα western crowned pigeon της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).