Γκουγιούκ Χαν
| Γκουγιούκ Χαν | |
|---|---|
| Γενικές πληροφορίες | |
| Όνομα στη μητρική γλώσσα | ᠭᠦᠶᠦᠭ ᠬᠠᠭᠠᠨ (Μογγολικά) και Гүюг хаан (Μογγολικά) |
| Γέννηση | 19 Μαρτίου 1206 Khamag Mongol |
| Θάνατος | 20 Απριλίου 1248 Αυτοκρατορία των Μογγόλων |
| Χώρα πολιτογράφησης | Αυτοκρατορία των Μογγόλων |
| Θρησκεία | Τενγκρισμός |
| Πληροφορίες ασχολίας | |
| Ιδιότητα | μονάρχης |
| Οικογένεια | |
| Σύζυγος | Wuwuerheimishi Oghul Qaimish Naimanzhen |
| Τέκνα | Khoja[1] Naqu[1] Khokhoo[1] Babahaer[1] Yelimishi[1] |
| Γονείς | Ογκεντέι Χαν[1] και Töregene Khatun |
| Αδέλφια | Sürkhakhan Γκοντάν Χαν Καντάν Melik Khochu Khorachar Khashi |
| Οικογένεια | Τζενγκισίδες |
| Αξιώματα και βραβεύσεις | |
| Αξίωμα | Khagan of the Mongol Empire (1246–1248) |
Ο Γκουγιούκ Χαν ή Γκουγιούκ Χαγκάν, [α] επώνυμο Γκουγιούκ [β], Güyük Kha(ga)n (π. 19 Μαρτίου 1206 - 20 Απριλίου 1248), ήταν ο τρίτος χαγάνος της Μογγολικής Αυτοκρατορίας, ο μεγαλύτερος γιος του Ογκεντέι Χαν και εγγονός του Τζένγκις Χαν. Βασίλευσε από το 1246 έως το 1248. Ξεκίνησε τη στρατιωτική του σταδιοδρομία συμμετέχοντας στην κατάκτηση της Ανατολικής Ξία στην Κίνα, και αργότερα στην εισβολή στην Ευρώπη. Όταν απεβίωσε ο πατέρας του, ενθρονίστηκε ως χαγάνος το 1246. Κατά τη διάρκεια της σχεδόν διετούς βασιλείας του, ανέτρεψε ορισμένα από τα αντιδημοφιλή διατάγματα τής μητέρας του, και διέταξε απογραφή σε ολόκληρη την αυτοκρατορία. Επίσης, κατείχε κάποια εξουσία στην Ανατολική Ευρώπη, διορίζοντας τον Αντρέι Β΄ ως μεγάλο πρίγκιπα του Βλαντίμιρ και δίνοντας τον τίτλο του πρίγκιπα του Κιέβου στον Αλέξανδρο Νιέφσκι.
Πρώιμη ζωή
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο Γκουγιούκ έλαβε στρατιωτική εκπαίδευση, και υπηρέτησε ως αξιωματικός υπό τον παππού του Τζένγκις Χαν, και αργότερα υπό τον πατέρα του Ογκεντέι Χαν (μετά το τέλος του Τζένγκις το 1227). Νυμφεύτηκε την Ογκούλ Καϊμίς της φυλής Μερκίτ. Το 1233 ο Γκουγιούκ, μαζί με τον εξάδελφό του από την πλευρά της μητέρας του Αλχιντάι και τον Μογγόλο στρατηγό Τανγκχούντ, κατέκτησαν το βραχύβιο βασίλειο Ντονγκξία του Πουσιάν Βανού, ο οποίος ήταν ένας επαναστατικός αξιωματούχος των Τζιν, [2] μέσα σε λίγους μήνες. Μετά το τέλος τού θείου τού Γκουγιούκ, Τολούι, ο Ογκεντέι πρότεινε στη Σοργκαχτανί, χήρα του Τολούι, να παντρευτεί τον γιο του Γκουγιούκ. Η Σοργκαχτανί αρνήθηκε, λέγοντας ότι η κύρια ευθύνη της ήταν απέναντι στους δικούς της γιους. [3] Σύμφωνα με τον Ατά-Μαλίκ Τζουβεϊνί, ο Γκουγιούκ, γιος του Ογκεντέι, ήταν Χριστιανός, αλλά δεν διευκρινίζει σε ποιο δόγμα ανήκε.

Ο Γκουγιούκ συμμετείχε στην εισβολή στην Ανατολική και Κεντρική Ευρώπη το 1236–1241 με άλλους Μογγόλους πρίγκιπες, συμπεριλαμβανομένου τού εξαδέλφου του Μπατού και τού ετεροθαλούς αδελφού του Καντάν. Ηγήθηκε του σώματός του στην Πολιορκία του Ριαζάν, και στη μακρά πολιορκία της πρωτεύουσας των Αλανών, Μαγκάς. Κατά τη διάρκεια της κατάκτησης, ο Γκουγιούκ διαπληκτίστηκε βίαια με τον Μπατού στο νικητήριο συμπόσιο, και του φώναξε: «Ο Μπατού είναι απλώς μία ηλικιωμένη γυναίκα με φαρέτρα». [4] [5] Ο Γκουγιούκ και ο Μπουρί, εγγονός του Τσαγκατάι, βγήκαν τρέχοντας από το συμπόσιο, και έφυγαν βρίζοντας Όταν η είδηση έφθασε στον Μεγάλο Χαν, ανακλήθηκαν για ένα διάστημα στη Μογγολία. Ο Ογκεντέι αρνήθηκε να τους δει, και απείλησε να εκτελέσει τον γιο του, τον Γκουγιούκ. Ο Ογκεντέι ηρέμησε, και τελικά δέχτηκε τον Γκουγιούκ στην οικογένειά του. Ο Ογκεντέι επέκρινε τον Γκουγιούκ: «πιστεύεις ότι οι Ρώσοι παραδόθηκαν, επειδή ήσουν τόσο κακός με τους δικούς σου άνδρες; Πιστεύεις ότι παραδόθηκαν επειδή σε φοβόντουσαν; Επειδή αιχμαλώτισες έναν ή δύο πολεμιστές, νομίζεις ότι κέρδισες τον πόλεμο. Αλλά δεν αιχμαλώτισες ούτε ένα κατσίκι». [5] Ο Ογκεντέι επέπληξε σκληρά τον γιο του για τις μάχες μέσα στην οικογένεια, και για την κακομεταχείριση των στρατιωτών του. Ο Γκιουγιούκ στάλθηκε ξανά στην Ευρώπη. [5]
Εν τω μεταξύ, ο Ογκεντέι είχε αποβιώσει (το 1241) και η χήρα του, η Τορεγκενέ, ανέλαβε ως αντιβασίλισσα, μία θέση μεγάλης επιρροής και εξουσίας, που συνήθιζε να υποστηρίζει για τον γιο της, Γκουγιούκ. Ο Μπατού αποσύρθηκε από την Ευρώπη, ώστε να έχει κάποια επιρροή στη διαδοχή, αλλά παρά τις καθυστερητικές του τακτικές, ο Τορεγκενέ κατάφερε να πείσει τον Γκουγιούκ να εκλεγεί Χαν το 1246. Όταν ο νεότερος αδελφός του Τζένγκις Χαν, ο Τεμουγκέ, απείλησε τον Μεγάλο Χατούν, τον Τορεγκενέ, σε μία προσπάθεια να καταλάβει τον θρόνο, ο Γκουγιούκ ήρθε στη Μογγολία από τον Εμίλ, για να εξασφαλίσει αμέσως τη θέση του.
Σύμφωνα με τον Τζιοβάνι ντα Πιάν ντελ Καρπίνε, ο Γκουγιούκ ήταν «μέτριου αναστήματος, πολύ συνετός και εξαιρετικά οξυδερκής, και σοβαρός και ήρεμος στους τρόπους του». [6]
Ενθρόνιση (1246)
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Στην ενθρόνιση του Γκουγιούκ στις 24 Αυγούστου 1246, κοντά στην πρωτεύουσα των Μογγόλων στο Καρακορούμ, παρευρέθηκαν μεγάλος αριθμός ξένων πρεσβευτών: ο Φραγκισκανός μοναχός και απεσταλμένος του πάπα Ιννοκέντιου Δ΄, Τζιοβάνι ντα Πιάν ντελ Καρπίνε και ο Βενέδικτος της Πολωνίας, ο μέγας πρίγκιπας Γιαροσλάβ Β΄ του Βλαντίμιρ, οι εν ενεργεία θρόνοι της Γεωργίας, Δαβίδ ΣΤ΄ Ναρίν και Δαβίδ Ζ΄ Ουλού, ο αδελφός του βασιλιά της Αρμενίας και ιστορικού, Σεμπάντ ο Κονστάβλος, ο μελλοντικός Σελτζούκος σουλτάνος του Ρουμ, Κιλίτζ Αρσλάν Δ΄, και πρεσβευτές του Αββασίδη χαλίφη Αλ-Μουστασίμ και Αλά ουντ ντιν Μασούντ του σουλτανάτου του Δελχί. [7] Σύμφωνα με τον Ιωάννη του Πιάν Καρπίνε, η επίσημη εκλογή του Γκουγιούκ σε μία μεγάλη κουρουλτάι (συνέλευση των φυλών) έλαβε χώρα, ενώ η συνοδεία του βρισκόταν σε ένα στρατόπεδο που ονομαζόταν Σιρά Ορντά, ή «Κίτρινο Περίπτερο», μαζί με 3.000 έως 4.000 επισκέπτες από όλα τα μέρη της Ασίας και της ανατολικής Ευρώπης, οι οποίοι απέτισαν φόρο υποτέλειας, φόρο προσφοράς και δώρα. Στη συνέχεια, παρακολούθησαν την επίσημη ενθρόνιση σε ένα άλλο στρατόπεδο, στην περιοχή που ονομαζόταν «Χρυσό Ορντό», μετά την οποία παρουσιάστηκαν στον αυτοκράτορα. Η Μοσούλη υποτάχθηκε σε αυτόν, στέλνοντας απεσταλμένους σε αυτή τη συνέλευση. Σύμφωνα με τον ιστορικό του 13ου αι. Τζουβέινι: Όταν ο παπικός απεσταλμένος Τζιοβάνι ντα Πιάν ντελ Καρπίνε διαμαρτυρήθηκε για τις μογγολικές επιθέσεις στα καθολικά βασίλεια της Ευρώπης, ο Γκουγιούκ δήλωσε ότι αυτοί οι άνθρωποι είχαν σκοτώσει μογγόλους απεσταλμένους την εποχή του Τζένγκις Χαν και του Ογκεντέι Χαν. Ισχυρίστηκε επίσης ότι «από την ανατολή του ήλιου μέχρι τη δύση του, όλες οι χώρες έχουν υποταχθεί στον Μεγάλο Χαν», διακηρύσσοντας μία σαφή ιδεολογία κατάκτησης του κόσμου. [8] Ο χαγάνος έγραψε μία επιστολή στον πάπα Ιννοκέντιο Δ΄ σχετικά με τις σχέσεις μεταξύ της Εκκλησίας και των Μογγόλων. «Πρέπει να πείτε με ειλικρινή καρδιά: "θα είμαστε υπήκοοί σας· θα σας δώσουμε τη δύναμή μας". Πρέπει να έρθετε αυτοπροσώπως με τους βασιλείς σας, όλοι μαζί, χωρίς εξαίρεση, για να μας προσφέρετε υπηρεσίες, και να μας αποτίσετε φόρο υποτέλειας. Μόνο τότε θα αναγνωρίσουμε την υποταγή σας. Και αν δεν ακολουθήσετε την εντολή του Θεού και πάτε ενάντια στις εντολές μας, θα σας αναγνωρίσουμε ως εχθρό μας».
Μέχρι τότε, η σχέση μεταξύ του Γκουγιούκ και του Τορεγκέν είχε επιδεινωθεί σημαντικά, παρά τον ρόλο του Τορεγκέν στην άνοδο του Γκουγιούκ στον θρόνο. Ενάντια στις επιθυμίες του Τορεγκέν, ο Γκουγιούκ διέταξε τη σύλληψη, βασανισμό και εκτέλεση της αγαπημένης του Τορεγκέν, Φατιμά, επειδή μάγεψε τον αδελφό του Κοντέν (Χουντέν), και ο Αμπντ-ουρ-Ραχμάν αποκεφαλίστηκε επίσης για διαφθορά. Από τους επαρχιακούς αξιωματούχους που διορίστηκαν υπό τον Τορεγκέν, παρέμεινε μόνο ο αξιωματούχος των Οϊράτ, Αργκούν Ακά. Η ίδια η Τορεγκέν απεβίωσε αργότερα, πιθανώς με εντολή του Γκουγιούκ. [9] Ο Γκουγιούκ διέταξε τον Ορντά Χαν και τον Μενγκέ να διερευνήσουν την υπόθεση της Τεμουγκέ, και εκείνοι τον εκτέλεσαν. [10] Ο Γκουγιούκ αντικατέστησε τον ανήλικο χαν Καρά Χουλεγκού του χανάτου Τσαγκατάι με τον αγαπημένο του εξάδελφο, Γιεσού Μενγκέ, για να εξασφαλίσει τη θέση του. Επίσης, αποκατέστησε τους αξιωματούχους τού πατέρα του, Μαχμούντ Γιαλαβάχ, Μασούντ Μπεγκ και Τσινκάι, σε θέσεις στις επαρχίες.
Βασιλεία (1246–1248)
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Ο Γκουγιούκ ανέτρεψε αρκετά αντιδημοφιλή διατάγματα της μητέρας του, της αντιβασίλισσας, και έκανε έναν εκπληκτικά ικανό χαν, διορίζοντας τον Ελτζιγκεντέι στην Περσία ως προετοιμασία για επίθεση στη Βαγδάτη και τους Ισμαηλίτες, και συνεχίζοντας τον πόλεμο κατά της δυναστείας Σονγκ. Παρ' όλα αυτά ήταν ανασφαλής, και κέρδισε την αποδοκιμασία των υπηκόων του, εκτελώντας αρκετούς υψηλόβαθμους αξιωματούχους τού προηγούμενου καθεστώτος για προδοσία. Οι Σελτζούκοι πρίγκιπες αγωνίζονταν αδιάκοπα για τον θρόνο του σουλτανάτου του Ρουμ. Περιφρονημένος από τον Καϊκαούς Β', ο Κιλίτζ Αρσλάν Δ' ήρθε στη Μογγολία. Ο Γκουγιούκ διέταξε την ενθρόνιση του Κιλίτζ Αρσλάν Δ΄ στη θέση του Καϊκαούς Β', και στάλθηκε ένα darugkhachi με 2.000 Μογγόλους στρατιώτες, για να επιβάλει αυτήν την απόφαση.
Όταν τόσο ο Δαυίδ ΣΤ΄ Ναρίν όσο και ο Δαυίδ Ζ΄ Ουλού κλήθηκαν ενώπιον του Γκουγιούκ στο Καρακορούμ, αυτός έκανε τον Δαυίδ Ουλού ανώτερο βασιλιά, και μοίρασε το βασίλειο της Γεωργίας μεταξύ τους. Μετά τη συνθήκη που υπέγραψαν οι Μογγόλοι και η Αρμενία της Κιλικίας το 1243, ο βασιλιάς Χετούμ Α΄ έστειλε τον αδελφό του Σεμπάντ στην μογγολική αυλή στο Καρακορούμ, και σύναψε επίσημη συμφωνία το 1247, στην οποία η Αρμενία της Κιλικίας θα θεωρούνταν υποτελές κράτος της Μογγολικής αυτοκρατορίας. Λόγω της εθελοντικής παράδοσης της Αρμενίας, ο Σεμπάντ έλαβε μία Μογγόλα σύζυγο, και το βασίλειό του γλίτωσε τη Μογγολική επίβλεψη και τους φόρους. Ο Γκουγιούκ απαίτησε πλήρη υποταγή των Αββασιδών και των Ισμαηλιτών. Ο Γκουγιούκ Χαν κατηγόρησε τον Μπαϊτζού για την ενοχλημένη αντίσταση του χαλιφάτου των Αββασιδών.
Ο Γκουγιούκ διέταξε απογραφή σε ολόκληρη την αυτοκρατορία. Το 1246, με διάταγμα του Γκουγιούκ, φόροι που ανέρχονταν μεταξύ 1/30 έως 1/10 επιβλήθηκαν σε όλα, και εισπράχθηκε βαρύς κεφαλικός φόρος 60 αργυρών ντραμ από τους άνδρες στη Γεωργία και την Αρμενία. [11] Ο Τζιοβάνι ντα Πιάν ντελ Καρπίνε ανέφερε την παρουσία Σαρακηνών στη νοτιοδυτική Ρωσία, οι οποίοι στρατολογούσαν άτομα, και κατέγραφαν τον πληθυσμό όσων παρέμεναν. [12] Ο Μέγας Χαν διαχώρισε τη θέση του μεγάλου νταρουγκάτσι από αυτή του αρχιγραφέα. Ο Γκουγιούκ πήρε για τον εαυτό του το μισό χεσίγκ τού πατέρα του. Υπό την κυριαρχία του, οι Ουιγούροι αξιωματούχοι αύξησαν την κυριαρχία τους, παραγκωνίζοντας τους Βόρειους Κινέζους και τους Μουσουλμάνους. Ο Γκουγιούκ ήταν ένα αυστηρό και έξυπνο άτομο, αν και μάλλον σκυθρωπός και άρρωστος, και η κακή του συνήθεια να πίνει, επιδείνωσε την υγεία του.
Ο Γκουγιούκ έστειλε τον Αμουκάν στην Κορέα, και οι Μογγόλοι στρατοπέδευσαν κοντά στο Γιόμ-τζου τον Ιούλιο του 1247. Όταν ο βασιλιάς Γκοτζόνγκ του Γκοργιέο αρνήθηκε να μεταφέρει την πρωτεύουσά του από το νησί Γκάνγκβα στο Σόνγκντο, ο στρατός του Αμουκάν λεηλάτησε την Κορεατική Χερσόνησο μέχρι το 1250.

Αν και ο Μπατού δεν υποστήριξε την εκλογή του Γκουγιούκ, σεβάστηκε τον Μεγάλο Χαν ως υποστηρικτή της παράδοσης, και έστειλε τον Αντρέι και τον Αλέξανδρο Νιέφσκι στο Καρακορούμ της Μογγολίας το 1247, μετά το τέλος τού πατέρα τους. Ο Γκουγιούκ διόρισε τον Αντρέι ως μεγάλο πρίγκιπα του Βλαντιμίρ, και έδωσε στον Αλέξανδρο τον πριγκιπικό τίτλο του Κιέβου. [13] Διόρισε επίσης τους δικούς του κυβερνήτες, για να επιβλέπουν τα ρωσικά πριγκιπάτα. [14] Ο φόρος υποτέλειας ήταν γνωστός ως dan (νταν) από τους Ρώσους. Ο κύριος σκοπός του δεν ήταν μόνο η φορολόγηση των υπηκόων, αλλά και η στρατολόγηση νέων ανδρών στους μογγολικούς στρατούς. [14] Οι πρίγκιπες του Βλαντίμιρ-Σούζνταλ τελικά ανέλαβαν την ευθύνη για την παράδοση του ρωσικού φόρου υποτέλειας στον χαν. [12] Οι Τζοτσίδες θεώρησαν τον διορισμό των δικών του κυβερνητών από τον Γκουγιούκ ως άμεση παρέμβαση στην εξουσία τους. [14] Οι εντάσεις μεταξύ Μπατού και Γκουγιούκ έφθασαν σε νέα ύψη, και το 1248 ο Γκουγιούκ ξεκίνησε μία στρατιωτική εκστρατεία, για να καταλάβει το ulus (επικράτεια) του Τζότσι, που αργότερα ήταν γνωστή ως Χρυσή Ορδή. [14]
Ο Γκουγιούκ δεν έφθασε ποτέ στον κάτω Βόλγα. Αντίθετα, απεβίωσε στα περίχωρα της Σαμαρκάνδης. [14] Ορισμένες πηγές αναφέρουν ότι ο Γκουγιούκ μπορεί να δηλητηριάστηκε από τους Τζοτσίδες. [14] Ωστόσο, ορισμένοι σύγχρονοι ιστορικοί πιστεύουν ότι πέθανε από φυσικά αίτια, επειδή η υγεία του επιδεινώθηκε. [15] Σύμφωνα με τον Γουλιέλμο του Ρούμπρουκ, σκοτώθηκε σε μία βίαιη συμπλοκή με τον Σιμπάν. Η χήρα του, Ογκούλ Καιμίς, ανέλαβε αντιβασίλισσα, αλλά δεν θα μπορούσε να διατηρήσει τη διαδοχή εντός του κλάδου τής οικογένειάς της. Ο Μονγκέ διαδέχθηκε ως μεγάλος χαν το 1251, αφού διορίστηκε από τον Μπατού. [16]
Οικογένεια
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ήταν σύνηθες για τους ισχυρούς Μογγόλους άνδρες να έχουν πολλές συζύγους και παλλακίδες, αλλά είναι άγνωστο πόσες συζύγους ή παλλακίδες είχε ο Γκουγιούκ. [17] [18]
- βασική σύζυγος Βουβουερχεϊμίσι (元妃烏兀儿黑迷失), της φυλής Μερκίτ (蔑兒乞氏)
- αυτοκράτειρα Nαϊμανζέν (乃蠻真皇后), της φυλής Nαμαϊζέν (乃蠻真氏)
- αυτοκράτειρα Κινσού (欽淑皇后, π. 1251), της φυλής Mερκίτ (蔑兒乞氏)
- Χοτζά (忽察), πρώτος γιος
- Nακού (腦忽), δεύτερος γιος
- άγνωστη σύζυγος ή παλλακίδα:
- Χοχοό, τρίτος γιος
- Μπαμπαχαέρ (公主 巴巴哈爾), πρώτη κόρη
- Γιελιμίσι (趙國公主 葉里迷失), δεύτερη κόρη
- παντρεύτηκε τον Τζουνμπουχούα (君不花) και είχε τρεις γιους.
Υστεροφημία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Το τέλος του Γκουγιούκ είχε βαθύ αντίκτυπο στην παγκόσμια ιστορία. Ο Γκουγιούκ ήθελε να στρέψει τη μογγολική δύναμη εναντίον της Ευρώπης, αλλά το πρόωρο τέλος του εμπόδισε τις μογγολικές δυνάμεις να προσπαθήσουν να κινηθούν δυτικότερα, στην Ευρώπη. Μετά το τέλος του Γκουγιούκ, η πολιτική της οικογένειας των Μογγόλων οδήγησε τις προσπάθειες των Μογγόλων να στραφούν κατά της νότιας Κίνας, η οποία τελικά κατακτήθηκε κατά τη διάρκεια της κυριαρχίας του Κουμπλάι Χαν.
Όταν ο Κουμπλάι Χαν ίδρυσε τη δυναστεία Γιουάν το 1271, καταχώρισε τον Γκουγιούκ Χαν στα επίσημα αρχεία ως Ντινγκζόνγκ (κινεζικά: 定宗).
Σημειώσεις
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ Middle Mongol: ᠭᠦᠶᠦᠭΠρότυπο:Transliteration [mn]
- ↑ Πρότυπο:Langx, [mn]; κινεζικά:
Αναφορές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- 1 2 3 4 5 6 (Αγγλικά, Κινεζικά) China Biographical Database.
- ↑ Nyíri, Pál (2007). Chinese in Eastern Europe and Russia. London: Routledge. σελ. 4. ISBN 978-0-415-54106-0.
- ↑ Man, John (2007). Kublai Khan. London: Bantam Press. σελ. 19. ISBN 978-0-553-81718-8.
- ↑ Christian, David (1998). Inner Eurasia from Prehistory to the Mongol Empire. Oxford: Blackwell. σελ. 412. ISBN 0-631-18321-3.
- 1 2 3 Weatherford, Jack (2004). Genghis Khan and the Making of the Modern World. New York: Crown. σελ. 162. ISBN 0-609-61062-7.
- ↑ Rockhill 1967.
- ↑ Roux, Jean-Paul (2003). L'Asie Centrale. Paris: Fayard. σελ. 312. ISBN 2-213-59894-0.
- ↑ Jolly, Karen Louise (1996). Tradition and Diversity : Christianity in a World Context to 1500. London: M. E. Sharpe. σελ. 459. ISBN 1-56324-468-3.
- ↑ Weatherford, Jack (2011). The Secret History of the Mongol Queens. New York: Broadway. σελίδες 99–100. ISBN 978-0-307-40716-0.
- ↑ Weatherford, Jack (2004). Genghis Khan and the Making of the Modern World. New York: Crown. σελ. 165. ISBN 0-609-61062-7.
- ↑ Hovannisian, Richard G. (2004). The Armenian People from Ancient to Modern Times. New York: St. Martin's Press. σελ. 259. ISBN 1-4039-6421-1.
- 1 2 Martin 2004.
- ↑ Martin 2011, σελ. 152.
- 1 2 3 4 5 6 Favereau & Pochekaev 2023, σελ. 250.
- ↑ Atwood, C. P. (2004). Encyclopedia of Mongolia and the Mongol Empire. New York: Facts On File. σελ. 213. ISBN 0-8160-4671-9.
- ↑ Favereau & Pochekaev 2023.
- ↑ McLynn, Frank (14 Ιουλίου 2015). Genghis Khan: His Conquests, His Empire, His Legacy (στα Αγγλικά). Hachette Books. σελ. 169. ISBN 978-0-306-82395-4.
- ↑ Broadbridge, Anne F. (18 Ιουλίου 2018). Women and the Making of the Mongol Empire (στα Αγγλικά). Cambridge University Press. σελίδες 74, 92. ISBN 978-1-108-63662-9.
Πηγές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Favereau, Marie· Pochekaev, Roman Yu. (2023). «The Golden Horde, c. 1260–1502». The Cambridge History of the Mongol Empire. Cambridge University Press. σελίδες 243–318. ISBN 978-1-107-11648-1.
- Martin, Janet L. B. (7 Ιουνίου 2004). Treasure of the Land of Darkness: The Fur Trade and Its Significance for Medieval Russia (στα Αγγλικά). Cambridge University Press. σελίδες 87–88. ISBN 978-0-521-54811-3.
- Martin, Janet (2011). Medieval Russia, 980–1584. Cambridge: Cambridge University Press. ISBN 978-0-521-67636-6.
- Roux, Jean-Paul (1997). L'Asie Centrale. Paris. (ISBN 978-2-213-59894-9).
- Rockhill, William Woodville (1967), The Journey of William of Rubruck to The Eastern Parts of the World, 1253-55, As Narrated by Himself, With Two Accounts of the Earlier Journey of John of Pian de Carpine.
Εξωτερικοί σύνδεσμοι
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
