Γκουαλγκάνο Ριντέλ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Γκουαλγκάνο Ριντέλ
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση11ος αιώνας
Θάνατος12ος αιώνας[1]
Χώρα πολιτογράφησηςΔουκάτο της Γκαέτα
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταστρατιωτικός
κόμης
δούκας
Οικογένεια
ΓονείςΡενώ Ριντέλ

Ο Γκουαλγκάνο Ριντέλ (γαλλικά: Gualganus Ridelle), ήταν ο τρίτος και τελευταίος κόμης του[2] του Ποντεκόρβο, και δούκας της Γκαέτα από, περίπου, το 1091 έως περίπου το 1103. Ήταν γιος και διάδοχος του Ρενώ Ριντέλ[3][4].

Μετά το θάνατο του πρίγκιπα Ζοτρντέν Α΄ της Κάπουα, ο Γκουαλγκάνο, οι Καπουάνοι και οι Γκαέτες εξεγέρθηκαν και ο νέος πρίγκιπας, ο Ριχάρδος Β΄, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Κάπουα για το οικογενειακό προπύργιο της Αβέρσα, ενώ ο Δούκας Ρενώ της Γκαέτα έπρεπε να εγκαταλείψει την Γκαέτα για το αγροτικό προπύργιο της οικογένειάς του στο Ποντεκόρβο[4].

Το 1092 ή το 1093, ένας άντρας σκοτεινού υποβάθρου, ο Λανδόλφος, εγκαταστάθηκε ως δούκας στη Γκαέτα[3]. Μετά τον θάνατο του Ρενώ, ο Γκουαλγκάνο συνέχισε να διεκδικεί την Γκαέτα από το κάστρο του Ποντεκόρβο μέχρι το θάνατό του, περίπου το 1103 ή λίγο μετά. Ίσως να έχει ανακτήσει τον έλεγχο σε κάποιο σημείο[4][5][6][7].

Λίγο πριν από το 1100, ο Γκουαλγκάνο παντρεύτηκε τη Καρότα[8], κόρη του Κόμη Ράνουλφ Α΄ του Καϊάτζο και της συζύγου του Σίμπιλας[6][9]. Δεν είχαν παιδιά και με το θάνατο του Γκουαλγκάνο ο Ιταλικός κλάδος της οικογένειας Ριντέλ εξαφανίστηκε[5]. Η Γκαέτα βρίσκεται στη συνέχεια στα χέρια ενός άλλου Νορμανδού, του Γκιγιώμ ντε Μπλοσεβίλ, ο οποίος ίσως και να είχει εκδιώξει τον Γκουαλγκάνο αντί να περιμένει τον θάνατό του. Το Ποντεκόρβο πέρασε στη χήρα του, την αδερφή του Κόμη Ροβέρτου του Καΐζαζο και τον ξάδελφό του Πρίγκιπα Ριχάρδου Β΄. Υποτίθεται ότι συνωμότησε με τους εχθρούς του Ριχάρδου και έτσι έχασε τον Ποντεκόρβο και το έδωσε στον αδερφό της, ο οποίος στη συνέχεια εν μέρει στο Αβαείο του Μόντε Κασσίνο στις 13 Ιανουαρίου 1105[6][7].

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ανακτήθηκε στις 27  Νοεμβρίου 2018.
  2. Bloch 1986, σελ. 872.
  3. 3,0 3,1 Skinner 1995, σελ. 158.
  4. 4,0 4,1 4,2 Falkenhausen 1989.
  5. 5,0 5,1 Loud 1981, σελίδες 21–22.
  6. 6,0 6,1 6,2 Bloch 1986, σελ. 396.
  7. 7,0 7,1 Gambella 2007, σελ. 80.
  8. Gambella 2007, σελ. 88.
  9. Loud 2000, σελ. 205.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Bloch, Herbert (1986). Monte Cassino in the Middle Ages. Volume I (Parts I–II). Cambridge, MA: Harvard University Press. 
  • Falkenhausen, Vera von (1989). «Dell'Aquila, Riccardo». Dizionario Biografico degli Italiani. 37. Rome: Istituto dell'Enciclopedia Italian. http://www.treccani.it/enciclopedia/riccardo-dell-aquila_res-2b2ca53a-87ec-11dc-8e9d-0016357eee51_%28Dizionario-Biografico%29/. 
  • Gambella, Angelo (2007). Medioevo Alifano: Potere e popolo nello stato normanno di Alife. Rome: Drengo. 
  • Loud, Graham A. (1981). «How ‘Norman’ was the Norman Conquest of Southern Italy?». Nottingham Medieval Studies 25 (13): 13–34. 
  • Loud, Graham A. (1985). Church and Society in the Norman Principality of Capua, 1058–1197. Oxford: Clarendon Press. 
  • Loud, Graham A. (2000). «The Norman Counts of Caiazzo and the Abbey of Montecassino». Montecassino and Benevento in the Middle Ages: Essays in South Italian Church History. Aldershot: Ashgate. σελίδες 199–217. 
  • Skinner, Patricia (1995). Family Power in Southern Italy: The Duchy of Gaeta and its Neighbours, 850–1139. Cambridge: Cambridge University Press.