Γκιγιώμ ντε Μοντρέιγ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Γκιγιώμ του Μοντρέιγ
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Guillaume de Montreuil (Γαλλικά)
Γέννηση11ος αιώνας
Δουκάτο της Νορμανδίας
Θάνατος11ος αιώνας
Ρώμη
Αιτία θανάτουελονοσία
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταστρατιωτικός
Γονφαλονιέρος
δούκας
Οικογένεια
ΓονείςWilliam fitz Giroie

Ο Γκιγιώμ ντε Μοντρέιγ (γαλλικά: Guillaume de Montreuil), (πέθανε πριν το 1068), ήταν Νορμανδός τυχοδιώχτης και Δούκας της Γκαέτα το 1064. Από τον Αμάτο του Μόντε Κασσίνο περιγράφεται ως «εξαιρετικός ιππότης, μικρός σε ανάστημα, που ήταν πολύ ισχυρός, δυνατός και γενναίος» και από τον Οδερκίκο Βιτάλι ως «ο καλός Νορμανδός» (Λατινικά: le bon Normand).

Η ζωή του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην Νορμανδία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ήταν γιος του Γκιγιώμ fitz Giroie, κύριος του Échauffour και του Montreuil-l'Argillé και της Έμμα του Τάννεϊ, κόρη του Βαλχελίν του Τάννεϊ[1]. Από δωρεά στο αβαείο του Αγίου Εβρούλ το 1050, ο Γκιγιόμ φαίνεται ότι ήταν ακόμα στη Νορμανδία εκείνη την εποχή [2]. Όπως και ο πατέρας και ο αδελφός του, έκαναν δωρεές στο μοναστήρι του Αγίου Εβρούλ[3]. Με τη συγκατάθεση του αδερφού του Άρνολντ, παραχώρησε στο μοναστήρι τους όλη την περιουσία του.[3]. Πριν φύγει από τη Νορμανδία, δωρίζει επίσης ένα αγρόκτημα ενός αρότρου, που βρίσκεται στο Verneuces, στο μοναστήρι του Αγίου Εβρούλ "για τη λύτρωση της ψυχής της μητέρας του Έμμα".[3].

Στην Ιταλια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Γκιγιώμ έφυγε από τη Νορμανδία για την Ιταλία πριν από το 1056[4]. Σε κάποιο σημείο ένωσε τις δυνάμεις του με τον Ριχάρδο Α΄ Ντρέγκοτ, ο οποίος έγινε πρίγκιπας της Κάπουα το 1058[5]. Ο Ριχάρδος υιοθέτησε τον Γκιγιόμ ως γιο του και του έδωσε την κόρη του σε γάμο[5]. Ο Ριχάρδος παραχώρησε στον γαμπρό του τις μη κατακτημένες κομητείες της Μαρσία, Καμπανίας και Ακουΐνο ως μέρος της προίκα της, δίνοντας στον Γκιγιόμ τον τίτλο του Δούκα της Γκαέτα[6]. Στη συνέχεια, ο πρίγκιπας παραχώρησε τον έλεγχο της Γκαέτα στον Γκιγιώμ ο οποίος σύντομα εξεγέρθηκε και προσπάθησε να χωρίσει τη σύζυγό του[7] και μετά σχεδίαζε να παντρευτεί τη Δούκισσα Μαρία, χήρα του Ατενούλφου Α΄, τον πρώην Δούκα της Γκαέτα[8][9]. Ένωσε τις δυνάμεις του μαζί με τον Κόμη Ατενούλφο του Ακίνο[10], Λάντο, Κόμη του Τραέττο και τον γιο του Λάντο, Πέτρο για να απελευθερωθούν από τον έλεγχο του Πρίγκιπα Ριχάρδου και να κρατήσουν τα κάστρα τους. Ο Γκιγιώμ έλαβε κάποια βοήθεια από φίλους στην Απουλία που αποτελούσαν δωρεές και ιππότες για να τον στηρίξουν και επέστρεψε για να κρατήσει τον Τραέττο εναντίον του πρίγκιπα[11]. Ο πρίγκιπας με τη σειρά του στρατοπέδευσε κοντά στο Τραέττο πέρα ​​από τον ποταμό Γκαριγκλιάνο και για μήνες οι δύο πλευρές ασχολήθηκαν με μικρές αψιμαχίες. Τελικά, χωρίς προμήθειες ο Γκιγιώμ και οι σύντροφοί του έφυγαν από το Τραέττο για το Ακουίνο, όπου χώρισαν κι επέστρεψαν στις βάσεις τους[11]. Ο Γκιγιώμ επέστρεψε στο κάστρο του Πιεντιμόντε προσπαθώντας να μαζέψει προμήθειες, αλλά με λίγη επιτυχία[11].

Στη συνέχεια ο Ριχάρδος ξεκίνησε για να διαλύσει τον συνασπισμό μεταξύ Γκιγιώμ, Ατενούλφου, Λάντο και της Δούκισσας Μαρίας[12]. Έπεισε τη Μαρία να παντρευτεί τον γιο του, Ζουρντέν, ο οποίος προσφέρει στη δούκισσα κι εκείνη το έκανε εύκολα αποδεκτό[12]. Στη συνέχεια, ο πρίγκιπας προσέφερε στον Λάντο το χέρι μιας άλλης κόρης του, την οποία ο Λάντο δέχτηκε ταπεινά[12]. Στη συνέχεια τον έκανε δούκα στη θέση του Γκιγιώμ[8]. Ο Γκιγιόμ ήταν ακόμα παντρεμένος με την κόρη του πρίγκιπα και με τη μεσολάβηση των φίλων του, ζήτησε τη συγχώρεση του πρίγκιπα.[12]. Ο πρίγκιπας επέστρεψε τη σύζυγο του Γκιγιόμ και του έδωσε πλούτη χωρίς να υπάρχει καμία περαιτέρω αναφορά ότι έγινε ξανά δούκας[12]. Επίσης οι αγρότες του κάστρου του Πιεδημόντε εξεγέρθηκαν και σκότωσαν την φρουρά που είχε αφήσει εκεί ο Γκιγιώμ[12].

Ο Γκιγιώμ επαναστάτησε εναντίον του Πρίγκιπα Ριχάρδου για δεύτερη φορά[13]. Υπέθεσε ότι μπορούσε να βασιστεί στον πάπα που αντιτίθεται στον Ριχάρδο, οπότε άρχισε να λεηλατεί τις πόλεις του Ριχάρδου[13]. Ο Ριχάρδος τότε έστειλε τον γιο του Ζουρντέν εναντίον του Γκιγιόμ με διακόσια εξήντα ιππότες[14]. Χωρίς να μπορέσει να εντοπίσει τον Γκιγιώμ ή τα στρατεύματά του, ο Ζουρντέν και οι ιππότες του έκαναν επιδρομές στα εδάφη του Γκιγιώμ και πραγματοποίησαν πολλές λεηλασίες. Εν τω μεταξύ ο Γκιγιόμ έλειπε στη Ρώμη και κατά την επιστροφή του ζήτησε να του επιστραφούν τα ζώα που είχαν πάρει κατά τις λεηλασίες και ότι δεν ήταν λεηλασία αλλά ληστεία . Ο Ζουρντέν αρνήθηκε να και ισχυρίστηκε ότι ο Γκιγιώμ παραβίασε τον όρκο του. Ο Γκιγιόμ εξαγριωμένος με αυτή την απάντηση πήρε οκτακόσιους ιππότες και τριακόσιους πεζικό και επιτέθηκε στον Ζουρντέν[14]. Σύμφωνα με τον Αμάτο, ο Ζουρντέν και οι ιππότες του έφυγαν από τη μάχη μετά από απώλειες και στις δύο πλευρές[14]. Ο Γκιγιώμ επέστρεψε στη συνέχεια στο Ακουίνο[14]. Στη συνέχεια, ο πρίγκιπας Ριχάρδος ζήτησε βοήθεια από τον Δούκα Ροβέρτο για να αντιμετωπίσει τον Γκιγιόμ, αλλά προτού οργανωθεί κάτι, έμαθε ότι ο Γκιγιώμ είχε πεθάνει.

Παπική υπηρεσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Γκιγιώμ ανέλαβε υπηρεσία υπό τον Πάπα Αλέξανδρο Β΄ ως διοικητής (Γονφαλονιέρος) των παπικών δυνάμεών του[15] . Ήταν διοικητής των ρωμαϊκών στρατευμάτων, με το έμβλημα του Αγίου Πέτρου κατά την κατάκτηση των εύφορων πεδιάδων της Καμπανίας[16]. Οι κάτοικοι ήταν σχισματικοί, και είχαν αποκοπεί από την Καθολική Εκκλησία[17]. Ο Γκιγιώμ, με τα όπλα, τους ανάγκασε να αποδεχτούν την εξουσία του Πάπα[17]. Ο Γκιγιώμ συμμετείχε στην Σταυροφορία για την Ανακατάληψη της Ισπανίας, στην Τζιρόνα στην Καταλονία της Ισπανίας, υπεύθυνος για στρατεύματα που στρατολογήθηκαν από την Ιταλία και το νότο της Γαλλίας[18]. Ένας ισλαμιστής ιστορικός ονόμασε τον Γκιγιώμ "καπετάνιο του ιππικού της Ρώμης" στην πολιορκία του Μπαρμπάστρο το 1063[19] .

Ο Γκιγιώμ ήταν, όπως πολλοί από τους συγγενείς του, ευεργέτης της Μονής του Σαίντ Εβρούλ στη Νορμανδί[20]. Όταν τον επισκέφτηκε ο πατέρας του, έστειλε πολλά δώρα και χρήματα στην μονή με τον πατέρα του και τους συντρόφους του. Ο Γκιγιόμ έδωσε στον ξάδερφό του, τον Ρόμπερτ ντε Γκράντσενιλ, πρώην ηγούμενο του Αγίου Εβρούλ, τη μισή πόλη του Ακίνο για να τον στηρίξει με τα έσοδα που θα είχε[17]. Τον Σεπτέμβριο του 1068, παραχώρησε δύο εκκλησίες στο μοναστήρι του Μόντε Κασσίνο, που είναι η τελευταία δωρεά του[21] Σύμφωνα με τον χρονογράφο Αμάτο του Μόντε Κασσίνο, ο Γκιγιώμ πέθανε στη Ρώμη από ελονοσία[14].

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ordericus Vitalis, The Ecclesiastical History of England and Normandy, trans. Thomas Forester, Vol. I (London: Henry G. Bohn, 1853), p. 393
  2. Einar Joranson, 'The Inception of the Career of the Normans in Italy: Legend and History', Speculum, Vol. 23, No. 3 (Jul., 1948), p. 390
  3. 3,0 3,1 3,2 Ordericus Vitalis, The Ecclesiastical History of England and Normandy, trans. Thomas Forester, Vol. I (London: Henry G. Bohn, 1853), p. 398
  4. Charles H. Haskins, 'Knight-Service in Normandy in the Eleventh Century', The English Historical Review, Vol. 22, No. 88 (Oct., 1907), p. 640
  5. 5,0 5,1 Einar Joranson, 'The Inception of the Career of the Normans in Italy: Legend and History', Speculum, Vol. 23, No. 3 (Jul., 1948), p. 389
  6. The History of the Normans by Amatus of Montecassino, trans. Prescott N. Dunbar, ed. Graham A Loud (Woodbridge: Boydell Press, 2004), p. 120 & n. 37
  7. History of the Normans by Amatus (2004), 148 n. 6.
  8. 8,0 8,1 The Society of Norman Italy, eds. G. A. Loud, A. Metcalfe (Leiden; Boston: Brill, 2002), p. 78
  9. Patricia Skinner, '‘Halt! Be Men!’: Sikelgaita of Salerno, Gender and the Norman Conquest of Southern Italy', Gender & History, Volume 12, Issue 3 (Nov, 2000), pp. 622–641
  10. 'History of the Normans by Amatus' (2004), 148 notes 7 & 8.
  11. 11,0 11,1 11,2 The History of the Normans by Amatus of Montecassino, trans. Prescott N. Dunbar, ed. Graham A Loud (Woodbridge: Boydell Press, 2004), p. 148
  12. 12,0 12,1 12,2 12,3 12,4 12,5 The History of the Normans by Amatus of Montecassino, trans. Prescott N. Dunbar, ed. Graham A Loud (Woodbridge: Boydell Press, 2004), p. 149
  13. 13,0 13,1 chronicle The History of the Normans (λατινικά: L'Ystoire de li Normant‎) follows William's career in Italy. See: Hist. Normans by Amatus(2004), pp. 150 n. 11, 154-5 & ns. 27-29.
  14. 14,0 14,1 14,2 14,3 14,4 The History of the Normans by Amatus of Montecassino, trans. Prescott N. Dunbar, ed. Graham A Loud (Woodbridge: Boydell Press, 2004), p. 155
  15. Marjorie Chibnall, The world of Orderic Vitalis: Norman monks and Norman knights (Woodbridge: Boydell Press, 2001), pp. 21, 255
  16. Ordericus Vitalis, The Ecclesiastical History of England and Normandy, trans. Thomas Forester, Vol. I (London: Henry G. Bohn, 1853), p. 413
  17. 17,0 17,1 17,2 The Normans in Europe, ed & trans. Elisabeth van Houts (Manchester; New York: Manchester University Press, 2000), p. 246
  18. H. J. Chaytor, A History of Aragon and Catalonia (London: Methuen & Co., 1933), pp. 36-7 Also available at The Library of Iberian Resources Online
  19. Andrew Sinclair, Jerusalem: the Endless Crusade (New York: Crown Publishers, Inc., 1995), p. 42
  20. Antonia Gransden, Historical Writing in England: c.550-c.1307 (Ithaca, NY: Cornell University Press, 1973), p. 138
  21. The History of the Normans by Amatus of Montecassino, trans. Prescott N. Dunbar, ed. Graham A Loud (Woodbridge: Boydell Press, 2004), p. 155, n. 29