Γκεόργκε Μπιμπέσκου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Γκεόργκε Μπιμπέσκου
Paulus Petrovitz - Domnitorul Gheorghe Bibescu.jpg
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Gheorghe Bibescu (Ρουμανικά)
Γέννηση1804[1][2][3] ή 26  Απριλίου 1802[4] ή 26  Απριλίου 1804
Κραϊόβα
Θάνατος1  Ιουνίου 1873[4]
Παρίσι
Τόπος ταφήςΚοιμητήριο του Περ-Λασαίζ
Χώρα πολιτογράφησηςΒλαχία
ΘρησκείαΟρθόδοξος Χριστιανισμός
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταπολιτικός[5]
Οικογένεια
ΤέκναAlexandre Bibesco
Grégoire Bibesco
Prince Georges Bibesco
Nicolas Bibesco
Maria Bibescu
ΓονείςDémètre Bibesco
ΑδέλφιαΜπάρμπου Ντιμίτριε Στιρμπέι
Αξιώματα και βραβεύσεις
Αξίωμαμονάρχης
ΒραβεύσειςΤάγμα της Αγίας Άννης
Order of the Imperial portrait
Order of Glory
Τάγμα του Ερυθρού Αετού
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ο Γκεόργκε Μπιμπέσκου, ρουμαν.: Gheorghe Bibescu (26 Απριλίου 1804 – 1 Ιουνίου 1873) ήταν πρίγκιπας (hospodar) της Βλαχίας μεταξύ 1843 και 1848. Η ejoysία του συνέπεσε με την επαναστατικό κύμα που κορυφώθηκε με την επανάσταση της Βλαχίας το 1848.

Πρώιμη πολιτική καριέρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γενν'ηθηκε στην Κραϊόβα ως πρώτος γιος του Ντιμίτριε Μπιμπέσκου, μέλους της οικογένειας βογιάρων Μπιμπέσκου καισπούδασε Νομικά στο Παρίσι. Μετά την επιστροφή του στη Βλαχία, εξελέγη βουλευτής στην Έκτακτη Δημόσια Συνέλευση, το νομοθετικό φόρουμ που ιδρύθηκε από τους Αυτοκρατορικούς Ρώσους επόπτες στο τέλος του Ρωσο-Τουρκικού Πολέμου του 1828–1829, εκπροσωπώντας την κομητεία Ντολζ κατά τη διάρκεια της διοίκησης του Πάβελ Κίσελεφ. Στη συνέχεια ανέλαβε διάφορα αξιώματα, συμπεριλαμβανομένου του υπουργού Εξωτερικών.  Πριν από την εκλογή του ως πρίγκιπα (hospodar), θεωρήθηκε ως αντίπαλος του προκατόχου του, Aλεξάνδρου Β΄ Γκίκα. [6]

Πρίγκιπας της Βλαχίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εκλογή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Συνέλευση της Βλαχίας το 1837.

Την 1η Ιανουαρίου 1843 έγιναν οι πρώτες (και μοναδικές) εκλογές, που πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με το Οργανικό Καταστατικό, στη Βλαχία. Αυτές πραγματοποιήθηκαν από μία αντιπροσωπευτική συνέλευση και είχαν υποκινηθεί από την κατάχρηση του Γκίκα. [7] Από πολλούς υποψηφίους, ο Μπιμπέσκου και ο μεγαλύτερος αδελφός του, Μπάρμπου Στίρμπεϊ, ήταν οι πιο δημοφιλείς επιλογές με την Αυτοκρατορική Ρωσία. Ο Μπιμπέσκου εξελέγη πρίγκιπας υποστηριζόμενος τόσο από τους συντηρητικούς βογιάρους, όσο και από τους νεότερους φιλελεύθερους . Μία από τις πρώτες χειρονομίες του στο αξίωμα ήταν να δώσει χάρη σε ριζοσπάστες, που είχαν συνωμοτήσει εναντίον του Γκίκα (συμπεριλαμβανομένων των Μιτίτσα Φιλιπέσκου και Νικολάε Μπαλτσέσκου).

Ο Μπιμπέσκου δεν άλλαξε την κυβέρνηση αμέσως μετά τις εκλογές, καθώς αποτελούνταν κυρίως από πολιτικούς αντιπάλους του Γκίκα. Ωστόσο οι σχέσεις του με τη Δημόσια Συνέλευση άρχισαν να επιδεινώνονται, λόγω διαφωνιών σε αρκετά νομοθετικά έργα.

Η υπόθεση Tρανταφίλοφ και η διάλυση της Συνέλευσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μία βραδιά στο πριγκιπικό ανάκτορο, 1843.

Την άνοιξη του 1844 η κυβέρνηση της Βλαχίας ενέκρινε το αίτημα του Ρώσου μηχανικού Aλεξάντερ Τρανταφίλοφ, να του επιτραπεί να διαχειρίζεται τα ορυχεία της χώρας (τα οποία υπόκεινται σε ιδιωτική ιδιοκτησία). [8] Επιπλέον, εάν κάποιος ιδιοκτήτης ορυχείων δεν άρχιζε την εξόρυξη από τα ορυχεία του εντός 18 μηνών, η ρωσική εταιρεία επρόκειτο να αναλάβει τη διαχείριση των ορυχείων για 12 χρόνια, καταβάλλοντας το 10% του εισοδήματος στον ιδιοκτήτη και το 10% στο κράτος της Βλαχίας.

Ο Μπιμπέσκου ενέκρινε τη σύμβαση, αλλά η Δημόσια Συνέλευση διαμαρτυρήθηκε εναντίον της: οι βουλευτές την είδαν ως παρέμβαση της προστάτιδας δύναμης στην τοπική πολιτική. Το συμβόλαιο τελικά ακυρώθηκε, αλλά, παγιδευμένος μεταξύ της θέσης της Συνέλευσης και των ρωσικών αρχών, στις 4 Μαρτίου 1844 ο Μπιμπέσκου διέλυσε τη Δημόσια Συνέλευση με την έγκριση του Ρώσου Αυτοκράτορα Νικολάου Α΄. [7] Όταν συγκλήθηκαν οι εκλογές για το σώμα τον Νοέμβριο του 1846, χρησιμοποίησε πολλά μέσα για να φιμώσει την αντιπολίτευση, απονέμοντας έτσι στον εαυτό του ένα υποτελές νομοθετικό σώμα. [9] Ένας σαφής διαχωρισμός μεταξύ αυτού και των ρομαντικών εθνικιστών προέκυψε, όταν διέταξε την επανίδρυση του κολλεγίου του Αγίου Σάββα ως γαλλόφωνου σχολείου, με βάση την άποψή του ότι τα ρουμανικά ήταν ασυμβίβαστα με τον εκσυγχρονισμό. [10]

Δυόμιση χρόνια μετά, ο Μπιμπέσκου ψήφισε νόμους για τα δημόσια έργα και τη δημόσια διοίκηση. Το καλοκαίρι του 1844 έκανε ένα μακρύ ταξίδι στη χώρα, για να επιθεωρήσει τα δημόσια ιδρύματα και τις τοπικές αρχές στις μεγάλες πόλεις.

Στις παραμονές της Επανάστασης του 1848[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Διακήρυξη του Ισλάζ.

Τον Δεκέμβριο του 1846 τον συμβούλεψε ο Κίσελεφ να προκηρύξει νέες εκλογές για τη Δημόσια Συνέλευση. Οι εκλογές έφεραν μια νέα Συνέλευση, στην οποία κυριαρχούσαν πολιτικοί πιστοί στον πρίγκιπα. Με αυτό το νομοθετικό σώμα ο Μπιμπέσκου ψήφισε αρκετούς σημαντικούς νόμους, όπως έναν νέο νόμο για τον ανατολικό ορθόδοξο κλήρο, που επέτρεπε στον πρίγκιπα να εγκρίνει τον προϋπολογισμό της Εκκλησίας και έναν νόμο, που απελευθέρωσε όλους τους τσιγγάνους σκλάβους που ανήκαν στην Εκκλησία και στις δημόσιες αρχές.

Ο Γκεόργκε Μπιμπέσκου εργάστηκε για καλύτερες σχέσεις με τη Μολδαβία (το άλλο πριγκιπάτο του Δούναβη υπό τη ρωσική επίβλεψη) και, από το 1847, οι δύο χώρες δημιούργησαν μία τελωνειακή ένωση, μετά από συμφωνία με τον Μιχαήλ Στούρτζα, τον Μολδαβό πρίγκιπα. [7] Αυτό ήταν το αποκορύφωμα της προσπάθειάς του: να απομακρύνει τους εμπόρους και τις συντεχνίες της Βλαχίας από τον ξένο ανταγωνισμό (βλέπε υπήκοοι (sudiţi)), που πρωτοεμφανίστηκε στο σχέδιό του να αυξήσει τους φόρους στα ξένα αγαθά. [7]

Ο Μπιμπέσκου έπεισε επίσης τη ρωσική κυβέρνηση να του επιτρέψει να επιβάλει ορισμένους φόρους σε εκείνα τα μοναστήρια, που είχαν αφιερωθεί (ως μετόχια) σε διάφορα ορθόδοξα κέντρα λατρείας έξω από τα εδάφη των Παραδουνάβιων πριγκηπάτων (το ιδιοκτησιακό ζήτημα, ακανθώδες από το τέλος της εποχής των Φαναριωτών, υπονοούσε, ότι η Εκκλησιαστική ιδιοκτησία διέφευγε της κρατικής παρέμβασης, διοχετεύοντας εισόδημα σε μέρη όπως το Άγιο Όρος· επρόκειτο να διευθετηθεί μέσω της εκκοσμίκευσης υπό την κυριαρχία του Aλεξάντρου-Ιοάν Κούζα). 

Το καλοκαίρι του 1848 ξέσπασε η επανάσταση. Αρχικά, οι ριζοσπάστες της Βλαχίας είχαν προσπαθήσει ανεπιτυχώς να προσελκύσουν τον Μπιμπέσκου στο πλευρό τους. Στη συνέχεια εξέδωσαν τη Διακήρυξη του Ισλάζ της 9ης Ιουνίου 1848. Στις 11 Ιουνίου ο Γκεόργκε Μπιμπέσκου αποδέχτηκε τη διακήρυξη. Δύο μέρες αργότερα παραιτήθηκε από τον θρόνο και εγκατέλειψε τη χώρα, αφήνοντάς τη να διοικείται από μία Προσωρινή Κυβέρνηση, που υπέκυψε στην οθωμανική επέμβαση τον Σεπτέμβριο. Το 1859 ο Μπιμπέσκου παρουσιάστηκε ως υποψήφιος για τον θρόνο από τους συντηρητικούς, που αντιτάχθηκαν στην ένωση της Βλαχίας με τη Μολδαβία. 

Απεβίωσε στο Παρίσι. 

Προσωπική ζωή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Γκεόργκε Μπιμπέσκου ήταν νυμφευμένος με τη Ζωή Μπρανκοβεάνου, την τελευταία της οικογένειας Μπρανκοβεάνου, κληρονομώντας έτσι όλους τους τίτλους και τον πλούτο. Ο γάμος ήταν ανεπιτυχής, καθώς η Ζωή αρρώστησε ψυχικά. Ο Μπιμπέσκου μπήκε σε σύγκρουση με την Ορθόδοξη Εκκλησία, καθώς ήθελε να χωρίσει τη Ζωή. Τελικά κατάφερε να πάρει διαζύγιο το 1845 και τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, νυμφεύτηκε τη Μαρία Βακαρέσκου, στο Φοτσάνι.

Η κληρονομιά της Μπρανκοβεάνου πέρασε στον γιο τού Γκεόργκε και της Ζωής, τον Γκρεγκουάρ Μπιμπέσκο-Μπασαράμπα (τον πατέρα της Άννας ντε Νοάιγ).

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προκάτοχος
Αλέξανδρος Β΄ Γκίκας
πρίγκιπας της Βλαχίας
1842–1848
Διάδοχος
Μπάρμπου Ντιμίτριε Στίρμπεϊ