Γκαζάν
| Γκαζάν | |
|---|---|
| Γενικές πληροφορίες | |
| Όνομα στη μητρική γλώσσα | غازان خان (Περσικά) και غازان پسر ارغون (Περσικά) |
| Γέννηση | 5 Νοεμβρίου 1271 Μαζανταράν |
| Θάνατος | 11 Μαΐου 1304 Καζβίν |
| Τόπος ταφής | Ghazan Mausoleum (Tabriz) και Ghazan Mausoleum (Bastam) |
| Χώρα πολιτογράφησης | Ιλχανάτο |
| Θρησκεία | Ισλάμ (από 1295) Βουδισμός (έως 1295) |
| Εκπαίδευση και γλώσσες | |
| Ομιλούμενες γλώσσες | Μογγολική γλώσσα |
| Πληροφορίες ασχολίας | |
| Ιδιότητα | μονάρχης |
| Οικογένεια | |
| Σύζυγος | Kököchin |
| Τέκνα | Uljay Qutlugh Khatun |
| Γονείς | Αργκούν |
| Θετοί γονείς | Buluqhan Khatun |
| Αδέλφια | Ολτζαϊτού |
| Οικογένεια | Τζενγκισίδες και Ilkhanids |
| Αξιώματα και βραβεύσεις | |
| Αξίωμα | Χαν (1295–1304) |
Ο Μαχμούντ Γκαζάν, Mahmud Ghazan [α], επίσης Γκαζάν Χαν, μερικές φορές δυτικοποιημένος ως Καζανός· (5 Νοεμβρίου 1271 – 11 Μαΐου 1304) ήταν ο 7ος ηγεμόνας του τμήματος Ιλχανάτου της Μογγολικής Αυτοκρατορίας στο σύγχρονο Ιράν από το 1295 έως το 1304. Ήταν γιος του Αργκούν, εγγονός του Αμπακά Χαν και δισεγγονός του Χουλεγκού Χαν, συνεχίζοντας μία μακρά σειρά ηγεμόνων που ήταν άμεσοι απόγονοι του Τζένγκις Χαν. Θεωρείται ο πιο εξέχων από τους Ιλχάν, και είναι ίσως περισσότερο γνωστός για τη στροφή του στο Ισλάμ, και τη συνάντησή του με τον ιμάμη Ιμπν Ταϊμιγιά το 1295, όταν ανέλαβε τον θρόνο, σηματοδοτώντας μία καμπή για την κυρίαρχη θρησκεία των Μογγόλων στη Δυτική Ασία.
Μία από τις πολλές κύριες συζύγους του ήταν η Κιοκοτσίν, μία Μογγόλα πριγκίπισσα (αρχικά αρραβωνιασμένη με τον πατέρα του Γκαζάν, τον Αργκούν, πριν από το τέλος του) που είχε σταλεί από τον θείο του, Κουμπλάι Χαν.
Οι στρατιωτικές συγκρούσεις κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Γκαζάν περιελάμβαναν πόλεμο με το σουλτανάτο των Μαμελούκων για τον έλεγχο της Συρίας, και μάχες με το Τουρκο-Μογγολικό χανάτο Τσαγκατάι. Ο Γκαζάν επιδίωξε επίσης διπλωματικές επαφές με την Ευρώπη, συνεχίζοντας τις ανεπιτυχείς προσπάθειες των προκατόχων του να σχηματίσουν μία Φραγκο-Μογγολική συμμαχία. Άνθρωπος υψηλού πολιτισμού, ο Γκαζάν μιλούσε πολλές γλώσσες, είχε πολλά ενδιαφέροντα, και αναμόρφωσε πολλά στοιχεία του Ιλχανάτου, ειδικά στο θέμα της τυποποίησης του νομίσματος και της δημοσιονομικής πολιτικής.
Παιδική ηλικία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Οι γονείς του Γκαζάν ήταν ο Αργκούν και η παλλακίδα του, Κουλτάκ Εγεκί, από το Ντορμπόντ . Κατά τη στιγμή τού γάμου τους, ο Αργκούν ήταν 12 ετών. Η μεγαλύτερη αδελφή του Κουλτάκ, Ασλούν, ήταν σύζυγος του Τουμπσίν, γιου του Χουλεγκού και του προηγούμενου αντιβασιλιά στο Μεγάλο Χορασάν. Σύμφωνα με τον Ρασίντ αλ-Ντιν Χαμαντανί, ο γάμος έλαβε χώρα στο Μαζανταράν, όπου ο Αργκούν ήταν αντιβασιλιάς. [1]
Ο Γκαζάν γεννήθηκε στις 5 Νοεμβρίου 1271 στο Αμπασκούν (σημερινό κοντά στο Μπαντάρ Τορκαμάν), [2] [3] αν και μεγάλωσε στο νομαδικό παλάτι της φυλής της αγαπημένης συζύγου του παππού του Αμπακά, Μπουλουχάν Χατούν, η οποία ήταν και η ίδια άτεκνη. Ο Γκαζάν και ο Αργκούν δεν είδαν ο ένας τον άλλο, μέχρι την επίθεση του Αμπακά στον Καραουνάς το 1279, όταν συναντήθηκαν για λίγο.
Ο Γκαζάν ανατράφηκε ως Νεστοριανός Χριστιανός, όπως και ο αδελφός του Ολτζαϊτού. Οι Μογγόλοι ήταν παραδοσιακά ανεκτικοί σε πολλαπλές θρησκείες, και κατά τη διάρκεια της νεότητάς του, ο Γκαζάν εκπαιδεύτηκε από έναν Κινέζο βουδιστή μοναχό, ο οποίος του δίδαξε την παλαιά μανδαρινική γλώσσα και τον Βουδισμό, καθώς και τη μογγολική και την ουιγουρική γραφή.
Κάτω από τον Τεκουντέρ
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Έζησε μαζί με την Γκαϊχατού στον καταυλισμό της Μπουλουχάν Χατούν στη Βαγδάτη μετά το τέλος τού Αμπακά. Επανενώθηκε με τον πατέρα του, όταν η Μπουλουχάν Χατούν παντρεύτηκε τον Αργκούν, και έγινε η μητριά τού Γκαζάν.
Κυριαρχία στο Χορασάν
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Υπό τον Αργούν
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Μετά την ανατροπή του Τεκουντέρ το 1284, ο πατέρας του Γκαζάν, Αργκούν, ενθρονίστηκε ως Ιλχάν. Ο 11χρονος Γκαζάν έγινε αντιβασιλιάς και μετακόμισε στην πρωτεύουσα του Χορασάν, χωρίς να ξαναδεί ποτέ τον Αργκούν. Ο Εμίρ Τεγκενέ διορίστηκε ως αναπληρωτής του, τον οποίο δεν συμπαθούσε ιδιαίτερα. Το 1289 ακολούθησε σύγκρουση με άλλους Μογγόλους, όταν μία εξέγερση ηγήθηκε εναντίον του Αργκούν από τον Ναβρούζ, έναν νεαρό εμίρη της φυλής Οϊράτ, του οποίου ο πατέρας ήταν πολιτικός κυβερνήτης της Περσίας πριν από την άφιξη του Χουλεγκού. Ο αναπληρωτής του Γκαζάν, Τεγκενέ, ήταν μεταξύ των θυμάτων της επιδρομής του Ναβρούζ στις 20 Απριλίου 1289, κατά την οποία συνελήφθη και φυλακίστηκε. Ο προστατευόμενος του Ναβρούζ, πρίγκιπας Χουλαχού, συνελήφθη από τον διοικητή του Γκαζάν, Μουλάι, δέκα ημέρες αργότερα. [4] Όταν ο Ναβρούζ ηττήθηκε από τις ενισχύσεις του Αργκούν το 1290, [5] έφυγε από το Ιλχανάτο και εντάχθηκε στη συμμαχία του Καϊντού, ενός άλλου απογόνου του Τζένγκις Χαν, ο οποίος ήταν ηγεμόνας τόσο του Οίκου των Ογκεντέι όσο και του γειτονικού χανάτου Τσαγκατάι. Ο Γκαζάν πέρασε τα επόμενα δέκα χρόνια υπερασπιζόμενος τα σύνορα του Ιλχανάτου από τις εισβολές του χανάτου Τσαγκατάι της Κεντρικής Ασίας.
Υπό τον Γκαϊκατού
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Όταν ο πατέρας του, Αργκούν, απεβίωσε το 1291, ο Γκαζάν εμποδίστηκε να διεκδικήσει την ηγεσία στην πρωτεύουσα, επειδή συμμετείχε τόσο στις επιδρομές του Ναβρούζ, όσο και στην αντιμετώπιση της εξέγερσης και του λιμού στο Χορασάν και τη Νισαπούρ. Ο Ταγκαχάρ, διοικητής του στρατού που είχε υπηρετήσει τις τρεις προηγούμενες γενιές Ιλχάν, πιθανότατα βρισκόταν πίσω από το τέλος του Αργκούν, και υποστήριξε τον θείο του Γκαζάν, Γκαϊχατού, ως τον νέο Ιλχάν. Παρά το γεγονός ότι ήταν αντίπαλοι στην παιδική τους ηλικία, ο Γκαϊχατού έστειλε βοήθεια στον αγώνα του Γκαζάν εναντίον του Ναβρούζ στο Χορασάν υπό την ηγεσία του πρίγκιπα Ανμπαρτσί (γιο του Μενγκέ Τεμούρ) και των εμίρηδων Τουλαντάι, Κουνκουκμπάλ και Ελ Τεμούρ. Ο ίδιος πήγε στη Μ. Ασία για να καταστείλει τις εξεγέρσεις των Τουρκομάνων. Ωστόσο, ο λιμός έφθασε και στην αυλή του την άνοιξη και ο Ανμπαρτσί, ανίκανος να θρέψει τούς στρατιώτες του, αναγκάστηκε να φύγει σύντομα ξανά για το Αζερμπαϊτζάν. Προσπάθησε ξανά να επισκεφτεί το Γκαϊχατού, αλλά μετά την άρνησή του, αναγκάστηκε να επιστρέψει. Ο Γκαζάν υποδέχτηκε την Κιοκοχίν, μία Μογγόλα πριγκίπισσα από τη δυναστεία Γιουάν στην Κίνα, στο δρόμο της επιστροφής της από την Ταμπρίζ στο Χορασάν. Την είχαν φέρει από την ανατολή με ένα καραβάνι, που περιλάμβανε τον Μάρκο Πόλο μεταξύ εκατοντάδων άλλων ταξιδιωτών. Αρχικά είχε αρραβωνιαστεί τον πατέρα τού Γκαζάν, Ιλχάν Αργκούν, αλλά επειδή αυτός είχε αποβιώσει κατά τη διάρκεια του πολύμηνου ταξιδιού της, αυτή παντρεύτηκε τον γιο εκείνου Γκαζάν.
Το 1294 ο Γκαζάν ανάγκασε τον Ναβρούζ να παραδοθεί στη Νισαπούρ και ο Ναβρούζ έγινε στη συνέχεια ένας από τους υποδιοικητές του Γκαζάν. Ο Γκαζάν ήταν πιστός στον θείο του, αν και αρνήθηκε να ακολουθήσει το παράδειγμα του Γκαϊχατού στην εισαγωγή χαρτονομισμάτων στην επαρχία του, εξηγώντας ότι ο καιρός του Χορασάν ήταν πολύ υγρός, για να χειριστεί χαρτί.
Ενάντια στον Μπαϊντού
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Το 1295 ο Ταγκαχάρ και οι συνωμότες του, οι οποίοι πιθανότατα βρίσκονταν πίσω από τον τέλος του Αργκούν, σκότωσαν και τον διάδοχό του Γκαϊχατού. Στη συνέχεια, τοποθέτησαν στον θρόνο τον ευεπίφορο Μπαϊντού, εξάδελφο του Γκαζάν. Ο Μπαϊντού ήταν κυρίως αρχηγός, επιτρέποντας στους συνωμότες να διαιρέσουν το Ιλχανάτο μεταξύ τους. Ακούγοντας για τη δολοφονία του Γκαϊχατού, ο Γκαζάν βάδισε κατά του Μπαϊντού. Ο Μπαϊντού εξήγησε ότι ο Γκαζάν έλειπε κατά τη διάρκεια των γεγονότων που οδήγησαν στην πτώση του Γκαϊχατού, επομένως οι ευγενείς δεν είχαν άλλη επιλογή από το να τον ανεβάσουν στο θρόνο. [6] Παρ' όλα αυτά, ο Αμίρ Νορούζ ενθάρρυνε τον Γκαζάν να λάβει μέτρα εναντίον του Μπαϊντού, επειδή δεν ήταν τίποτε άλλο παρά αρχηγός υπό την κυριαρχία των ευγενών. Οι δυνάμεις του Μπαϊντού, υπό τη διοίκηση του Ιλντάρ (εξάδελφός του και γιος του πρίγκιπα Ατζάι), του Ελτζιντέι και του Τσιτσάκ, τον συνάντησαν κοντά στο Καζβίν. Ο στρατός του Γκαζάν διοικούνταν από τον πρίγκιπα Σογκάι (γιο του Γιοσμούτ), τον Μπουραλγκί, τον Νορούζ, τον Κουτλούκσαχ και τον Νουρίν Άκα. Η πρώτη μάχη κερδήθηκε από τον Γκαζάν, αλλά αναγκάστηκε να υποχωρήσει όταν συνειδητοποίησε ότι το απόσπασμα του Ιλντάρ ήταν μόνο ένα κλάσμα ολόκληρου του στρατού που αντιμετώπιζε, αφήνοντας πίσω του το Νορούζ. Παρ' όλα αυτά, συνέλαβε τον Αρσλάν, έναν απόγονο του Τζότσι Κασάρ. [7]
Μετά από μια σύντομη εκεχειρία, ο Μπαϊντού πρόσφερε στον Γκαζάν τη συμβασιλεία του Ιλχανάτου και στον Νορούζ τη θέση του σαχίμπ-ι ντιβάν, έναντι της οποίας ο Γκαζάν απαίτησε ως αντιστάθμισμα τα έσοδα από τις κληρονομικές γαίες του πατέρα του στη Φαρς, το Περσικό Ιράκ και το Κερμάν. Ο Νορούζ αρνήθηκε αυτούς τους όρους, γεγονός που οδήγησε στη σύλληψή του. Σύμφωνα με μια ιστορία, υποσχέθηκε να φέρει πίσω τον Γκαζάν δεμένο, με την προϋπόθεση της απελευθέρωσής του. Μόλις έφθασε στον Γκαζάν, έστειλε πίσω ένα καζάνι στο Μπαϊντού. Ένα λογοπαίγνιο με την τουρκική λέξη καζάν. Ο Νορούζ του υποσχέθηκε τον θρόνο και τη βοήθειά του, με την προϋπόθεση ότι ο Γκαζάν θα ασπαζόταν το Ισλάμ. Ο Γκαζάν ασπάστηκε το Σουνιστικό Ισλάμ στις 16 Ιουνίου 1295, [8] [9] στα χέρια του Ιμπραχίμ ιμπν Μουχαμάντ ιμπν αλ-Μουαγίντ ιμπν Χαμαγουέιχ αλ-Χουρασανί αλ-Τζουεϊνί ως προϋπόθεση για τη στρατιωτική υποστήριξη του Νορούζ. Ο Νορούζ εισήλθε στο Καζβίν με 4.000 στρατιώτες, και διεκδίκησε έναν επιπλέον αριθμό 120.000 στρατιωτών υπό τη διοίκηση του Εμπουγκέν (σε άλλες πηγές, 30.000) [10] – απόγονος του Τζότσι Κασάρ– καθ' οδόν προς το Αζερμπαϊτζάν, γεγονός που προκάλεσε πανικό στις μάζες, ακολουθούμενο από λιποταξίες υφισταμένων του Ταγκαχάρ (χάρη στον βεζίρη του Ταγκαχάρ, Σαντρ αλ-Ντιν Ζαντζανί) και άλλων ισχυρών εμίρηδων όπως ο Κουρουμισί και ο Τσουπάν στις 28 Αυγούστου 1295.
Βλέποντας την επικείμενη ήττα, ο Μπαϊντού ζήτησε την υποστήριξη του Ταγκαχάρ, αγνοώντας την αποστασία του. Αφού συνειδητοποίησε την υποχώρηση του Ταγκαχάρ, κατέφυγε στον Εμίρη Τουκάλ στη Γεωργία στις 26 Σεπτεμβρίου 1295. Οι διοικητές τού Γκαζάν τον βρήκαν κοντά στο Ναχιτσεβάν και τον συνέλαβαν, τον οδήγησαν πίσω στο Ταμπρίζ, όπου και τον εκτέλεσαν στις 4 Οκτωβρίου 1295.
Πρώιμη βασιλεία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]




Οικογένεια
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Είχε εννέα συζύγους μεταξύ αυτών την Ειρήνη Παλαιολογίνα (παντρεύτηκαν το 1302), νόθη κόρη του Ανδρόνικου Β΄ Αυτοκράτορα των Ρωμαίων.
Αναφορές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ Hamadani 1998, σελ. 590
- ↑ Magill, Frank Northen· Aves, Alison (1998). «Mahmud Ghazan». Dictionary of World Biography: The Middle Ages (στα Αγγλικά). Routledge. σελ. 381. ISBN 978-1-57958-041-4.
- ↑ Aigle, Denise (2024). Iran under the Mongols: Ilkhanid Administrators and Persian Notables in Fars (στα Αγγλικά). Bloomsbury Publishing. ISBN 978-0-7556-4575-6.
- ↑ Hamadani 1998, σελ. 596
- ↑ Hope, Michael (October 2015). «The "Nawrūz King": the rebellion of Amir Nawrūz in Khurasan (688–694/1289–94) and its implications for the Ilkhan polity at the end of the thirteenth century» (στα αγγλικά). Bulletin of the School of Oriental and African Studies 78 (3): 451–473. doi:. ISSN 0041-977X. https://www.cambridge.org/core/journals/bulletin-of-the-school-of-oriental-and-african-studies/article/nawruz-king-the-rebellion-of-amir-nawruz-in-khurasan-688694128994-and-its-implications-for-the-ilkhan-polity-at-the-end-of-the-thirteenth-century/EC5BF98103E488850438BE1AD7D8E8C6.
- ↑ Hope 2016, σελ. 148
- ↑ Hamadani 1998, σελ. 614
- ↑ A. S. Atiya (Ιανουαρίου 1965). The Crusade in the Later Middle Ages. Brill. σελ. 195. ISBN 9780527037000.
- ↑ Dashdondog, Bayarsaikhan (2010). The Mongols and the Armenians (1220-1335). BRILL. σελ. 34. ISBN 978-9004186354.
- ↑ Hamadani 1998, σελ. 623
Σημειώσεις
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Αναφορές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Πηγές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Adh-Dhababi, Record of the Destruction of Damascus by the Mongols in 1299–1301 Translated by Joseph Somogyi. From: Ignace Goldziher Memorial Volume, Part 1, Online (English translation).
- Amitai, Reuven (1987). «Mongol Raids into Palestine (AD 1260 and 1300)». Journal of the Royal Asiatic Society: 236–255.
- Barber, Malcolm (2001). The Trial of the Templars (2nd έκδοση). University Press, Cambridge. ISBN 978-0-521-67236-8.
- Encyclopædia Iranica, Article on Franco-Persian relations
- Fisher, William Bayne (1998), The Cambridge History of Iran, 5
- Foltz, Richard, Religions of the Silk Road, Palgrave Macmillan, 2nd edition, 2010 (ISBN 978-0-230-62125-1)
- Demurger, Alain (2007). Jacques de Molay (στα Γαλλικά). Editions Payot&Rivages. ISBN 978-2-228-90235-9.
- Jackson, Peter (2005). The Mongols and the West: 1221–1410. Longman. ISBN 978-0-582-36896-5.
- Hamadani, Rashidaddin (1998), Compendium of Chronicles, Harvard University, Dept. of Near Eastern Languages and Civilizations, OCLC 41120851
- Hope, Michael (2016), Power, politics, and tradition in the Mongol Empire and the Ilkhanate of Iran, Oxford University Press, ISBN 978-0-19-108107-1, OCLC 959277759
- Michaud, Yahia (Oxford Centre for Islamic Studies) (2002). Ibn Taymiyya, Textes Spirituels I-XVI (PDF) (στα Γαλλικά). "Le Musulman", Oxford-Le Chebec.
- Nicolle, David (2001). The Crusades
. Essential Histories. Osprey Publishing. ISBN 978-1-84176-179-4. - Richard, Jean (1996). Histoire des Croisades. Fayard. ISBN 2-213-59787-1.
- Runciman, Steven (1987). A history of the Crusades 3. Penguin Books. ISBN 978-0-14-013705-7. Unknown parameter
|orig-date=ignored (βοήθεια) - Schein, Sylvia (October 1979). «Gesta Dei per Mongolos 1300. The Genesis of a Non-Event». The English Historical Review 94 (373): 805–819. doi:. https://archive.org/details/sim_english-historical-review_1979-10_94_373/page/804.
- Roux, Jean-Paul (1993). Histoire de l'Empire Mongol (στα Γαλλικά). Fayard. ISBN 2-213-03164-9.