Γκέτο του Σοσνόβιετς

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Συντεταγμένες: 50°18′0.000″N 19°10′0.001″E / 50.30000000°N 19.16666694°E / 50.30000000; 19.16666694

Γκέτο του Σοσνόβιετς
Jewish children, the Ghetto
Απέλαση Εβραίων από το Γκέτο του Σοσνόβιετς.
The map
Η τοποθεσία του Σοσνόβιετς, βόρεια του Άουσβιτς, κατά τη διάρκεια του Ολοκαυτώματος.
ΤοποθεσίαΣοσνόβιετς, Γερμανοκρατούμενη Πολωνία
Κατατρεγμόςφυλάκιση, καταναγκαστική εργασία, λιμοκτονία, διέλευση σε στρατόπεδα εξόντωσης
ΟργανισμοίΣούτσσταφφελ (SS)
Στρατόπεδο εξόντωσηςΣτρατόπεδο συγκέντρωσης Άουσβιτς
Θύματα35.000 Πολωνοεβραίοι

Το Γκέτο του Σοσνόβιετς (πολωνικά: Getto w Sosnowcu, γερμανικά: Ghetto von Sosnowitz) ήταν γκέτο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου που δημιουργήθηκε από τις ναζιστικές γερμανικές αρχές για τους Πολωνοεβραίους στην περιοχή Σροντούλα (Środula) του Σοσνόβιετς στην Επαρχία της Άνω Σιλεσίας. Κατά τη διάρκεια του Ολοκαυτώματος στην κατεχόμενη Πολωνία, οι περισσότεροι κρατούμενοι, περίπου 35.000 Εβραίοι άνδρες, γυναίκες και παιδιά, απελάθηκαν στο στρατόπεδο θανάτου του Άουσβιτς με τα τρένα του Ολοκαυτώματος, μετά από συγκεντρώσεις διάρκειας από τον Ιούνιο έως τον Αύγουστο του 1943.[1] Το Γκέτο εκκαθαρίστηκε κατά τη διάρκεια μιας εξέγερσης, μιας τελευταία πράξη απείειας της υπόγειας Εβραϊκής Οργάνωσης Μάχης (ΕΟΜ) που αποτελούταν από τη νεολαία. Οι περισσότεροι Εβραίοι μαχητές σκοτώθηκαν.

Το Γκέτο του Σοσνόβιετς σχημάτισε μια ενιαία διοικητική μονάδα με το Γκέτο του Μπέντζιν,[2] επειδή και οι δύο πόλεις αποτελούν τμήμα της ίδιας μητροπολιτικής περιοχής στο Λεκανοπέδιο Ντονμπρόβα. Πριν από τις απελάσεις, οι Εβραίοι από τα δύο γκέτο μοιράζονταν τον λαχανόκηπο «Farma» που παραχωρήθηκε στους Σιωνιστές νέους από τη Γιούντενρατ.[3]

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πριν από τον πόλεμο, υπήρχαν περίπου 30.000 Εβραίοι στο Σοσνόβιετς, αποτελώντας περίπου το 20% του πληθυσμού της πόλης.[4] Τα επόμενα δύο χρόνια οι Γερμανοί μετεγκατέστησαν χιλιάδες Εβραίους από μικρότερες πόλεις στο Σοσνόβιετς, αυξάνοντας προσωρινά το μέγεθος της τοπικής εβραϊκής κοινότητας σε 45.000.[4] Στα τέλη του 1942, το Μπέντζιν και το κοντινό Σοσνόβιετς (που συνορεύει με το Μπέντζιν), έγιναν οι μόνες δύο πόλεις στο Λεκανοπέδιο Ντονμπρόβα που εξακολουθούσαν να κατοικούνται από Εβραίους.

Η πόλη, που βρίσκεται στα προπολεμικά σύνορα Γερμανίας-Πολωνίας, καταλήφθηκε από τους Γερμανούς την πρώτη ημέρα της εισβολής στην Πολωνία.[5] Οι συλλήψεις και οι ξυλοδαρμοί μεταξύ πιο διακεκριμένων Εβραίων άρχισαν το επόμενο πρωί. Στις 9 Σεπτεμβρίου 1939 η Μεγάλη Συναγωγή στο Σοσνόβιετς κάηκε.[6] Οι ντόπιοι Εβραίοι εκδιώκονταν από καλύτερα σπίτια και τρομοκρατούνταν στους δρόμους. Οι εβραϊκές επιχειρήσεις λεηλατήθηκαν από μεμονωμένους στρατιώτες και έκλεισαν από τους Ναζί εν αναμονή της διαδικασίας δήμευσης. Αμέσως μετά ακολούθησαν πυροβολισμοί και οι πρώτες μαζικές εκτελέσεις. Οι αναγκαστικές μετακομίσεις σε συνωστισμένα σπίτια δημιούργησαν σιγά σιγά ένα γκέτο.[5][7]

Η Γιούντενρατ και η Εβραϊκή Αστυνομία σύντομα ιδρύθηκαν μετά από γερμανική εντολή. Επικεφαλής της Γιούντενρατ του Σοσνόβιετς ήταν ο Μόσε Μέριν.[8] Εισήχθη η διατροφή τροφίμων με δελτίο. Απαγορεύτηκε στους Εβραίους να αγοράζουν οτιδήποτε έξω από τη δική τους κοινότητα. Τους πρώτους μήνες του 1940 το Zentrale der Jüdischen Ältestenräte στο Oberschlesien (Κεντρικό Γραφείο των Εβραϊκών Συμβουλίων Πρεσβυτέρων στην Άνω Σιλεσία), με επικεφαλής τον Μέριν, δημιουργήθηκε στο Σοσνόβιετς, εκπροσωπώντας περίπου 45 κοινότητες. Για κάποιο χρονικό διάστημα, ο Μέριν έγινε διαβόητος ως δικτάτορας των Εβραίων της περιοχής Ζαγκουένμπιε, με τη δύναμη της ζωής και του θανάτου επί των Εβραίων της περιοχής.[9] Δημιουργήθηκε στρατόπεδο εργασίας για τους Εβραίους που απελάθηκαν στο Σοσνόβιετς από την Τσεχοσλοβακία για να εργαστούν στο εργοστάσιο των αδελφών Σίνε. Πολλές εγκαταστάσεις καταναγκαστικής εργασίας δημιουργήθηκαν για τους ντόπιους, στις οποίες έφτιαχναν στολές, εσώρουχα, κορσέδες, σάκους, δερμάτινες τσάντες και στρατιωτικές μπότες.[10] Το 1940 έφτασαν στην πόλη περίπου 2.592 Γερμανοί κερδοσκόποι πολέμου. Μέχρι το 1942, ο αριθμός τους ανήλθε σε 10.749 εποίκους, αποτελώντας το 10% του γενικού πληθυσμού.[11]

Από τότε που ιδρύθηκε το γκέτο, οργανώθηκαν πολυάριθμες δράσεις απέλασης από τους Γερμανούς με τη βοήθεια των Γιούντενρατ και Μέριν, επιλέγοντας υγιείς άνδρες για καταναγκαστική εργασία στα στρατόπεδα.[12] Μεγάλες μεταφορές Εβραίων έλαβαν μέρος τον Μάιο (1.500) και τον Ιούνιο του 1942 (2.000).[13] Γύρω στην περίοδο Οκτώβριος 1942 - Ιανουάριος 1943 το γκέτο μεταφέρθηκε στην περιοχή Σροντούλα,[14] η οποία συνορεύει επίσης με την τοποθεσία του Γκέτο του Μπέντζιν. Σε αυτό το σημείο περίπου 13.000 Εβραίοι ζούσαν ακόμη στο Σοσνόβιετς. Η δημιουργία του Γκέτο του Σοσνόβιετς τελείωσε στις 10 Μαρτίου 1943, όταν τελικά αποκλείστηκε από τον έξω κόσμο.

Χιλιάδες Εβραίοι απελάθηκαν από το Σοσνόβιετς στο Άουσβιτς τον Ιούνιο του 1943, κατά τη διάρκεια της μεγάλης δράσης απέλασης που επεκτάθηκε στο κοντινό Μπέντζιν.[15] Το Γκέτο εκκαθαρίστηκε δύο μήνες αργότερα, τον Αύγουστο, ενώ σχεδόν όλοι οι εναπομείναντες Εβραίοι απελάθηκαν επίσης στο Άουσβιτς.[16] Μερικές εκατοντάδες Εβραίοι παρέμειναν στο Γκέτο της Σροντούλα, το οποίο εκκαθαρίστηκε τον Ιανουάριο του 1944.[16]

Εξέγερση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Φρούμκα Πουοτνίτσκα, 29 ετών, ηγήθηκε της εξέγερσης στο Γκέτο του Μπέντζιν, δίπλα στο Σοσνόβιετς

Υπήρχε σημαντική υπόγεια δραστηριότητα μεταξύ των Εβραίων στο Σοσνόβιετς και στο Γκέτο του Μπέντζιν, που οργανώθηκε από τις οργανώσεις νεολαίας HaNoar HaTzioni, Gordonia και Hashomer Hatzair. Κατά τη διάρκεια της τελευταίας μεγάλης ενέργειας απέλασης τον Αύγουστο του 1943, η Εβραϊκή Οργάνωση Μάχης (πολωνικά: Żydowska Organizacja Bojowa, ŻOB) στο Μπέντζιν και στο Σοσνόβιετς πραγματοποίησαν εξέγερση εναντίον των Γερμανών.[17] Η εξέγερση, η οποία ξεκίνησε στις 3 Αυγούστου 1943, ηγήθηκε από τους Φρούμκα Πουοτνίτσκα και αδελφούς Κόζουχ. Ήταν η τελευταία πράξη ανυπακοής του ντόπιου πληθυσμού χωρίς πιθανότητες επιτυχίας. Οι περισσότεροι νεαροί Εβραίοι μαχητές χάθηκαν (400 σκοτώθηκαν σε δράση),[11] πολεμώντας τις συντριπτικές γερμανικές δυνάμεις.[18] Η τελευταία μεταφορά του Ολοκαυτώματος στο Άουσβιτς-Μπίρκεναου με τους Εβραίους να αναγκάζονται να θάψουν τους νεκρούς, έφυγε από το Σοσνόβιετς στις 15 Ιανουαρίου 1944.[11]

Η αντίσταση των κατοίκων του γκέτο τιμάται από έναν από τους δρόμους στο Σοσνόβιετς, που φέρει το όνομα «Οδός των Ηρώων του Γκέτο» (Ul. Bohaterów Getta). Υπάρχει επίσης η Πλατεία Αδελφών Κόζουχ (Plac Braci Kożuchów) με μνημείο του γκέτο.

Διάσωση από το Ολοκαύτωμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Καθολικό μοναστήρι των Καρμελιτών μοναχών με επικεφαλής τη Μητέρα Τερέσα Γιανίνα Κιεροτσίνσκα, βοήθησε τους Εβραίους του Γκέτο και τους έκρυψε. Στην Κιεροτσίνσκα μάλιστα, απονεμήθηκε το μετάλλιο του Δικαίων των Εθνών, 46 χρόνια μετά το θάνατό της. Ανακηρύχθηκε «ηρωική στην αρετή» από τον Πάπα Φραγκίσκο το 2013. Οι Καρμελίτες Αδελφές διατηρούσαν ορφανοτροφείο στο μοναστήρι, έδιναν δωρεάν ψωμί στους Εβραίους που κρύβονταν, έστελναν δέματα τροφίμων στο Άουσβιτς και έσωσαν παιδιά κρύβοντάς τα με ψεύτικα ονόματα μεταξύ των ορφανών Χριστιανών. Το μοναστήρι επιθεωρούνταν συχνά από τη Γκεστάπο ως ύποπτο για παράνομες δραστηριότητες.[19]

Κατά τη διάρκεια της εκκαθάρισης του Γκέτο, η Ντανούτα Σφάρτσμπαουμ-Μπάχμαγερ διέφυγε με το νεογέννητο μωρό της και διασώθηκε από το ζεύγος Χαβίνσκι.[20] Ο Σλόμα Σπρίνγκερ με τον 5χρονο γιο του, Βολφ, διασώθηκε από την Πελάγκια Χούτσακ, μια άλλη αποδέκτρια του Βραβείου Δίκαιοι των Εθνών.[21][22] Η Αντέλα Ζαβάντζκα με το 3χρονο παιδί της και την αδελφή της, Ρόζια Ζαβάντζκα, διέφυγαν από την απέλαση του 1943 και διασώθηκαν από την Γιουζέφα Χάνκους και την αδελφή της, Ροζάλια Πορέμπσκα, που τους έβγαλαν πλαστά χαρτιά από το Πολωνικό Υπόγειο Κράτος. Η Ρόζια χρησιμοποίησε την πλαστή Kennkarte (ταυτότητα) της για να βγάλει τον αρραβωνιαστικό της, Έλεκ Γιακουμπόβιτς, από το στρατόπεδο, με τη βοήθεια του Γιόχαν Μπρις, υπάλληλου σιδηροδρόμου. Η Ροζάλια Πορέμπσκα τους προφύλαξε και τους δύο και βοήθησε επίσης πολλούς άλλους Εβραίους από το Σοσνόβιετς. Η οικογένεια και οι φίλοι της Πορέμπσκα, συνολικά επτά άτομα, έλαβαν το βραβείο Δίκαιοι των Εθνών το 1982.[23] Ο Μόσε Κοκότεκ, του οποίου η γυναίκα, Μπράντλα, σκοτώθηκε από τους Γερμανούς, διέφυγε από το γκέτο με την 9χρονη κόρη του, Φελίτσια και έμεινε με τους Πολωνούς στην Άρια πλευρά μέχρι το 1944. Έφυγαν από την πόλη μαζί αφού το Σοσνόβιετς έγινε Γιούντενφραϊ. Η μικρή Φελίτσια μεταφέρθηκε από την Λεοκάντια Στάτνικ στο Οχόγετς, κοντά στο Κατοβίτσε. Ο Μόσε τους άφησε εκεί και χάθηκε, αλλά η κόρη του μεγάλωσε υπό τη φροντίδα της Λεοκάντια και το 1957 μετανάστευσε στο Ισραήλ.[24] Ένα άλλο παιδί, η Ζόφια Γκόλντμαν, που διασώθηκε από τη Μάρια Σουστσέβιτς, ενώθηκε με τον πατέρα της, Χένρικ, που επέζησε και πήγε μαζί του στην Αυστραλία.[25]

Έξι Εβραίοι είχαν κρυφτεί για δύο χρόνια, από το 1943 μέχρι την άφιξη των Σοβιετικών το 1945, από τη Μάρια Σίτκο και την κόρη της, Βάντα Σίτκο-Γκέλμπχαρτ, συμπεριλαμβανομένης της Φέλα Κάτς και της θείας της, Φρίντα, του Χένιεκ Μάντελμπαουμ, του Γέζι Φέντερ, καθώς και των Φελίτσα και Λέον Βάιντραουμπ. Μοιράστηκαν ένα μικροσκοπικό διαμέρισμα αποτελούμενο από ένα δωμάτιο με κουζίνα και έναν προθάλαμο με την πόρτα στο διάδρομο. Η Φρίντα με τη Φέλα διέφυγαν από το τρένο του Ολοκαυτώματος. Κατά τη διάρκεια των αστυνομικών ερευνών, οι Εβραίοι κατέβαιναν σε δύο σκάμματα που είχαν κατασκευαστεί από τους άνδρες κάτω από τα πατώματα, έτσι ώστε οι αδερφές Σίτκο μπορούσαν να προσποιηθούν ότι δεν φιλοξενούσαν φυγάδες, κάτι που επέβαλε θανατική ποινή εκείνες τις μέρες. Η Βάντα Σίτκο έκλεψε ένα δελτίο ταυτότητας κατά την επίσκεψή της στο αστυνομικό τμήμα και το έδωσε στον Γέζι Φέντερ, το οποίο του επέτρεψε να βγει έξω μαζί της για να αποκτήσει τα απαραίτητα για τη ζωή στην Άρια πλευρά της πόλης. Όλοι οι Εβραίοι επέζησαν του Ολοκαυτώματος. Τριάντα χρόνια αργότερα, το 1986 - μετά το θάνατο της μητέρας της - η Βάντα Σίτκο-Γκέλμπχαρτ έλαβε ένα γράμμα από τους επιζώντες που έλεγε: «Εσύ και η μητέρα σου με κίνδυνο της ζωής σου έκανες πράγματα αδύνατα και υπέροχα, όλα αυτά χωρίς συμφέρον, ενεργώντας μόνο από καρδιάς, που εκείνη την εποχή ήταν πραγματικά ηρωικό».[26]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. H.E.A.R.T (2007). «Fourth Deportation: Sunday 1 August 1943». The Extermination of the Jews of Sosnowiec, Bendzin and Vicinity: 2nd June 1945. Holocaust Education & Archive Research Team. Ανακτήθηκε στις 14 Μαρτίου 2015. 
  2. Dawid Fischer. «The Ghetto of Sosnowiec (Srodula)». Holocaust Testimonies. PolishJews.org. Ανακτήθηκε στις 28 Μαρτίου 2016. 
  3. «Jewish youth at the "Farma" collective». Ουάσινγκτον: United States Holocaust Memorial Museum. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 10 Δεκεμβρίου 2012. Ανακτήθηκε στις 28 Μαρτίου 2016. The "Farma" was a plot of land between Bedzin and Sosnowiec that was allocated to the local Zionist youth movements by the Jewish Council for the growing of vegetables. 
  4. 4,0 4,1 Χάρματς 2003, Google Print, σελ. 28.
  5. 5,0 5,1 Χάρματς 2003, Google Print, σελ. 14.
  6. Χάρματς 2003, Google Print, σελ. 15.
  7. Χάρματς 2003, Google Print, σελ. 16.
  8. Χάρματς 2003, Google Print, σελ. 20.
  9. Χάρματς 2003, Google Print, σελ. 22.
  10. Χάρματς 2003, Google Print, pp.28-30.
  11. 11,0 11,1 11,2 Άνταμ Μαρτσέφσκι (21 Ιανουαρίου 2011). «Jewish history of Sosnowiec». Virtual Shtetl. 
  12. Χάρματς 2003, Google Print, σελ. 32.
  13. Χάρματς 2003, Google Print, σελ. 38.
  14. Χάρματς 2003, Google Print, σελ. 46.
  15. Michael Fleming (2014). Auschwitz, the Allies and Censorship of the Holocaust. Cambridge University Press. σελ. 184. ISBN 978-1107062795. 
  16. 16,0 16,1 Χάρματς, Google Print, σελ. 53.
  17. Abraham J. Edelheit, A World in Turmoil: An Integrated Chronology of the Holocaust and World War II, Greenwood Publishing Group, 1991, (ISBN 0-313-28218-8), Google Print, σελ. 284.
  18. Adam Marczewski, Martyna Sypniewska, Zofia Sochańska, Adam Dylewski (ed.). «Jewish history of Będzin». Virtual Shtetl. page 9 of 10. Ανακτήθηκε στις 18 Ιανουαρίου 2015. CS1 maint: Πολλαπλές ονομασίες: authors list (link) CS1 maint: Extra text: authors list (link)
  19. Polish Righteous (2016). «Kierocińska Janina». Archiwum Matki Teresy Kierocińskiej w Sosnowcu, Dokumenty i wspomnienia świadków życia M. Teresy Kierocińskiej. Μουσείο Ιστορίας των Πολωνοεβραίων. 
  20. Michał Grynberg (1993). Ksiȩga sprawiedliwych. Wydawn. Nauk. PWN. σελ. 74. ISBN 978-83-01-11186-1. 
  21. Israel Gutman· Lucien Lazare (2004). The Encyclopedia of the Righteous Among the Nations: Rescuers of Jews During the Holocaust. Yad Vashem. σελ. 791. 
  22. «Springer Pelagia (1918 - 2007)». db.yadvashem.org. Ανακτήθηκε στις 25 Νοεμβρίου 2018. 
  23. «Porębska FAMILY». db.yadvashem.org. Ανακτήθηκε στις 25 Νοεμβρίου 2018. 
  24. Lucien Lazare· Israel Gutman (2004). The Encyclopedia of the Righteous Among the Nations: Poland. Yad Vashem. σελ. 749. 
  25. Israel Gutman· Lucien Lazare (2004). The Encyclopedia of the Righteous Among the Nations: Rescuers of Jews During the Holocaust. Yad Vashem. σελ. 766. 
  26. Israel Gutman· Lucien Lazare (2004). The Encyclopedia of the Righteous Among the Nations: Rescuers of Jews During the Holocaust. Yad Vashem. σελίδες 711–712. 

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]