Γκέζα της Ουγγαρίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση


Γκέζα της Ουγγαρίας
Geza-ChroniconPictum.jpg
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Géza magyar fejedelem (Ουγγρικά)
Γέννηση940 (περίπου)[1]
Adelaide of Poland, the White[2]
Θάνατος1  Φεβρουαρίου 997 ή 997[3]
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταπολιτικός
Οικογένεια
ΣύζυγοςΣάρολτ
ΤέκναΙουδήθ της Ουγγαρίας
Στέφανος Α' της Ουγγαρίας[4]
Tuta of Ratisbona
Gizella of Hungary
Γκριμέλντα της Ουγγαρίας[5][4]
Sarolta[4]
ΓονείςΤάκσονυ της Ουγγαρίας
ΑδέλφιαΜιχαήλ της Ουγγαρίας
ΟικογένειαΟίκος των Άρπαντ
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ο Γκέζα, ουγγρ. Géza (π. 940- 997) από τον Οίκο των Αρπάντ ήταν μέγας πρίγκιπας των Ούγγρων (από τις αρχές της δεκαετίας τού 970 - 997). Ο Γκέζα, ουγγρ. Géza (περίπου 940 – 997), επίσης Γκέιζα, ήταν Μέγας Πρίγκιπας των Ούγγρων από τις αρχές της δεκαετίας του 970. Ήταν γιος του Μεγάλου Πρίγκιπα Τάκσονυ και της Ανατολίτισσας —Χαζάρας, Πετσενέγας ή από τη Βουλγαρία του Βόλγα— συζύγου του. Παντρεύτηκε τη Σάρολτ, κόρη ενός Ορθόδοξου Ούγγρου οπλαρχηγού. Οταν ανέβηκε στο θρόνο ο Γκέζα έκανε ειρήνη με την Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Εντός της Ουγγαρία, εδραίωσε την εξουσία του με εξαιρετική σκληρότητα, σύμφωνα με τις ομόφωνες αφηγήσεις πηγών σχεδόν της εποχής του. Ήταν ο πρώτος Ούγγρος μονάρχης που υποστήριξε χριστιανούς ιεραπόστολους από τη Δυτική Ευρώπη. Αν και βαφτίστηκε (ως Στέφανος), η χριστιανική του πίστη παρέμεινε ρηχή και συνέχισε να εκτελεί πράξεις ειδωλολατρικής λατρείας. Τον διαδέχθηκε ο γιος του Στέφανος, που στέφθηκε πρώτος βασιλιάς της Ουγγαρίας το 1000 ή το 1001.

Πρώτα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Γκέζα ήταν ο μεγαλύτερος γιος του Τάκσονυ, Μεγάλου Πρίγκιπα των Ούγγρων.[1] Η μητέρα του ήταν σύζυγος του πατέρα του «από τη χώρα των Κουμάνων»,[2] σύμφωνα με τον ανώνυμο συγγραφέα του Gesta Hungarorum.[3] Αυτή η αναχρονιστική αναφορά στους μεταγενέστερους Κουμάνους υποδηλώνει ότι ήταν καταγωγής Χαζαρικής, βουλγαρικής Χαζάρων, Πετσενεγικής ή από τη Βουλγαρία του Βόλγα.[4] Ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ζ' Πορφυρογέννητος, που απαρίθμησε τους απογόνους του Μεγάλου Πρίγκιπα Άρπαντ γύρω στο 950, δεν ανέφερε τον Γκέζα.[4] Ομως ο Γκιούλα Κρίστοέγραψε ότι ο Γκέζα γεννήθηκε γύρω στο 940 και ο αυτοκράτορας τον αγνόησε λόγω του νεαρού της ηλικίας του.[4] Η πραγματική μορφή του ονόματός του ήταν "Gyeücsa" ή "Gyeusa", που είναι πιθανώς μια υποκοριστική μορφή του τουρκικού τίτλου yabgu.[4] Ο πατέρας του Γκέζα κανόνισε το γάμο του με τη Σάρολτ—μια κόρη ενός Ούγγρου οπλαρχηγού που ονομαζόταν Γκιούλα, [4][5] που κυβερνούσε την Τρανσυλβανία ανεξάρτητα από το μεγάλο πρίγκιπα[5] και είχε προσηλυτιστεί στο Χριστιανισμό στην Κωνσταντινούπολη.[6] Η Σάρολτ φαίνεται ότι είχε επίσης προσχωρήσει στην Ορθόδοξη Εκκλησία, σύμφωνα με την παρατήρηση του Μπρούνο του Κβέρφουρτ για τον «άτονο και θολό χριστιανισμό» της.[6]

Βασιλεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Γκέζα διαδέχθηκε τον πατέρα του γύρω στο 972.[6][7][8] Υιοθέτησε μια συγκεντρωτική πολιτική, που προκάλεσε τη φήμη του ως ανελέητου ηγεμόνα.[9][7] Ακόμη και η μακροσκελέστερη εκδοχή του Βίου του γιου του αναφέρει ότι τα χέρια του Géza ήταν «βαμμένα με αίμα».Ο Παλ Ενγκελ έγραψε ότι ο Γκέζα πραγματοποίησε μια «εκκαθάριση μεγάλης κλίμακας» εναντίον των συγγενών του, γεγονός που εξηγεί την έλλειψη αναφοράς σε άλλα μέλη της δυναστείας του Αρπαντ από το 972 περίπου. Ο Κόπανι, που συνέχισε να κυβερνά την Υπερδουναβία, είναι η μόνη εξαίρεση σε αυτήν την έλλειψη πηγών.[7] Μια γαμήλια συμμαχία μεταξύ της Γερμανικής και της Βυζαντινής δυναστείας επέφερε μια προσέγγιση μεταξύ των δύο δυνάμεων που γειτονεύουν με την Ουγγαρία το 972.[10] Ο Γκέζα αποφάσισε να συνάψει ειρήνη με την Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.[9] Πρώτα, ένας μοναχός ονόματι Μπρούνο που στάλθηκε από τον Όθωνα Α', αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, έφτασε στην Ουγγαρία γύρω στο 972.[11] Ούγγροι «λεγάτοι»[12] ήταν παρόντες σε μια διάσκεψη που συγκλήθηκε από τον αυτοκράτορα στο Κβέντλινμπουργκ το 973.[7]

Ο Γκέιζα, αυστηρός και σκληρός, ενεργώντας με δεσποτικό τρόπο, σαν να λέγαμε, με τους δικούς του ανθρώπους, αλλά συμπονετικός και γενναιόδωρος με τους ξένους, ειδικά με τους χριστιανούς, αν και [ήταν] ακόμα μπλεγμένος στις ειδωλολατρικές ιεροτελεστίες. Όταν πλησίασε το φως της πνευματικής χάριτος, άρχισε να συζητά προσεκτικά για την ειρήνη με όλες τις γειτονικές επαρχίες... Επιπλέον έθεσε έναν κανόνα να επιδεικνύεται η εύνοια της φιλοξενίας και της ασφάλειας σε όλους τους Χριστιανούς που επιθυμούσαν να εισέλθουν στις περιοχές του. Έδινε άδεια σε κληρικούς και μοναχούς να παρουσιαστούν μπροστά του, τους πρόσφερε πρόθυμα ακρόαση και τους ευχαριστούσε με τη βλάστηση του σπόρου της αληθινής πίστης που σπάρθηκε στον κήπο της καρδιάς του.

— ——Χάρτβικ: Ο Βίος του Βασιλιά Στεφάνου της Ουγγαρίας[13]
Αγαλμα του Μεγάλου Πρίγκιπα στο Σέκεσφεχερβαρ

Μια πηγή για κάποιον επίσκοπο Προύνβαρστο Αβαείο του Αγίου Γάλλου αναφέρει την επιτυχία του να βαφτίσει πολλούς Ούγγρους, συμπεριλαμβανομένου του «βασιλιά» τους.[11] Ο σχεδόν σύγχρονός του Τίτμαρ του Μέρσεμπουργκ επιβεβαιώνει ότι ο εκχριστιανισμός των ειδωλολατρών Ούγγρων ξεκίνησε υπό τον Γκέζα,[14] που έγινε ο πρώτος χριστιανός ηγεμόνας της Ουγγαρίας.[10] Το βαπτιστικό του όνομα ήταν Στέφανος.[6] Ωστόσο ο Γκέζα συνέχισε να τηρεί παγανιστικές λατρείες, γεγονός που αποδεικνύει ότι η μεταστροφή του στο Χριστιανισμό δεν ήταν ποτέ πλήρης.[15] Ο Kρίστο και άλλοι ιστορικοί έχουν αναφέρει ότι η πρώτη ρωμαιοκαθολική επισκοπή στην Ουγγαρία, με έδρα το Βέσπρεμ, ιδρύθηκε την εποχή της βασιλείας του Γκέζα,[6] αλλά η άποψή τους δεν έγινε ομόφωνα αποδεκτή.[16][17] Ένας καταστατικός χάρτης που εκδόθηκε επί της βασιλείας του γιου του αναφέρει ότι ο Γκέζα ήταν ο ιδρυτής του Αρχιαβαείου Πανονχάλμα των Βενεδικτίνων.[18][19]

[Ο Γκέζα] ήταν πολύ σκληρός και σκότωσε πολλούς ανθρώπους λόγω της ευέξαπτης ιδιοσυγκρασίας του. Όταν όμως έγινε χριστιανός έστρεψε την οργή του εναντίον των απρόθυμων υπηκόων του, για να ενισχύσει αυτή την πίστη. Έτσι, λάμποντας από ζήλο για τον Θεό, ξέπλυνε τα παλιά του εγκλήματα. Θυσίαζε τόσο στον παντοδύναμο Θεό όσο και σε διάφορους ψεύτικους θεούς. Ωστόσο όταν τον επέπληξε ο ιερέας του επειδή το έκανε, υποστήριξε ότι η πρακτική αυτή του είχε φέρει πλούτο και μεγάλη δύναμη. — Τίτμαρ του Μέρσεμπουργκ : Chronicum[20]

Εκμεταλλευόμενος τις εσωτερικές συγκρούσεις που προέκυψαν στην Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία μετά το θάνατο του Αυτοκράτορα Όθωνα Β', ο Γκέζα εισέβαλε στη Βαυαρία και κατέλαβε το φρούριο του Μελκ το 983.[21] Το 991 οι Βαυαροί εξαπέλυσαν μια αντεπίθεση που ανάγκασε τον Γκέζα να αποσύρει τις ουγγρικές δυνάμεις από τα εδάφη ανατολικά των Δασών της Βιέννης.[21] Επιπλέον αποκήρυξε τα εδάφη ανατολικά του ποταμού Λέιθα στη συνθήκη ειρήνης του 996 με τον Ερρίκο Δ' της Βαυαρίας.[7] Ο Γκέζα κανόνισε επίσης τον γάμο του γιου και διαδόχου του Στέφανου με την αδερφή του Ερρίκου Δ', Γκίζελα.[7][6] Πριν από αυτή τη γαμήλια συμμαχία ο Γκέζα κάλεσε τους Ούγγρους ηγέτες σε μια συνέλευση και τους ανάγκασε να ορκιστούν, επιβεβαιώνοντας το δικαίωμα του γιου του να τον διαδεχθεί.[22]

Οικογένεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Νυμφεύτηκε τη Σάρολτ, κόρη τού Γκυούλα Β΄ της Τρανσυλβανίας, Ορθόδοξου αρχηγού φυλής των Ούγγρων. Είχε τέκνα:

Η Σάρολτ γέννησε τουλάχιστον τρία από τα παιδιά του Γκέζα: τον Στέφανο, που διαδέχθηκε τον πατέρα του στο θρόνο, και δύο κόρες που δεν κατονομάζονται.[23] Η Σάρολτ επέζησε του Γκέζα, γεγονός που υποδηλώνει ότι ήταν επίσης η μητέρα των θυγατέρων του.[23] Με βάση το Πολωνο-Ουγγρικό Χρονικό[23][24] Ο Σάμπολκς ντι Βάγιαϊ έγραψε ότι μητέρα των θυγατέρων ήταν η υποτιθέμενη δεύτερη σύζυγος του Γκέζα Αδελαΐδα της Πολωνίας, αλλά αυτό δεν έχει γίνει ευρέως αποδεκτό.[6] Η Αδελαΐδα αναφέρεται μόνο στο Πολωνο-Ουγγρικό Χρονικό, που την περιγράφει ως αδελφή του Μιέσκο Α΄ της Πολωνίας, αλλά οι ειδικοί αμφισβήτησαν συχνά την ύπαρξή της.[25] Το χρονικό αποδίδει τον προσηλυτισμό του Γκέζα στην επιρροή της Αδελαΐδας.[26]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Hartvic, Life of King Stephen of Hungary (Translated by Nora Berend) (2001). In: Head, Thomas (2001); Medieval Hagiography: An Anthology; Routledge; ISBN 0-415-93753-1.
  • Ottonian Germany: The Chronicon of Thietmar of Merseburg (Translated and annotated by David A. Warner) (2001). Manchester University Press. ISBN 0-7190-4926-1.

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 Faceted Application of Subject Terminology. 423799. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  2. www.wikidata.org/wiki/Q9140796.
  3. p11287.htm#i112865.
  4. 4,0 4,1 4,2 Darryl Roger Lundy: (Αγγλικά) The Peerage.
  5. Ανακτήθηκε στις 3  Οκτωβρίου 2016.
  6. 6,0 6,1 6,2 6,3 6,4 Kristó 1994, σελ. 235.
  7. 7,0 7,1 7,2 7,3 7,4 7,5 Engel 2001, σελ. 26.
  8. Molnár 2001, σελ. 26.
  9. 9,0 9,1 Kirschbaum 1995, σελ. 41.
  10. 10,0 10,1 Kontler 1999, σελ. 51.
  11. 11,0 11,1 Berend, Laszlovszky & Szakács 2007, σελ. 329.
  12. The Chronicon of Thietmar of Merseburg (ch. 2.31), p. 115.
  13. Hartvic, Life of King Stephen of Hungary (ch. 2), pp. 379–380.
  14. Berend, Laszlovszky & Szakács 2007, σελ. 331.
  15. Engel 2001, σελ. 27.
  16. Berend, Laszlovszky & Szakács 2007, σελίδες 350–351.
  17. Engel 2001, σελ. 42.
  18. Berend, Laszlovszky & Szakács 2007, σελ. 352.
  19. Engel 2001, σελ. 43.
  20. The Chronicon of Thietmar of Merseburg (ch. 8.4), p. 364.
  21. 21,0 21,1 Kristó & Makk 1996, σελ. 30.
  22. Kristó & Makk 1996, σελ. 33.
  23. 23,0 23,1 23,2 Kristó & Makk 1996, σελ. 29.
  24. Macartney 1953, σελ. 175.
  25. Homza 2017, σελίδες 22–25.
  26. Homza 2017, σελίδες 22–24.