Γιώργος Τσόγκας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Γιώργος Τσόγκας
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση άγνωστο
Βόνιτσα Αιτωλοακαρνανίας
Θάνατος 1838/1839
Αιτωλικό
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότητα επαναστάτης οπλαρχηγός

Ο Γιώργος Τσόγκας ή Γιωργάκης Τσόγκας(άγνωστο-1838/1839) καταγόταν από Σαρακατσάνικη οικογένεια, ήταν οπλαρχηγός που έφτασε το αξίωμα του στρατηγού, μυημένος στην Φιλική Εταιρεία με μεγάλη προσφορά στην Ελληνική Επανάσταση του 1821 αφού μεταξύ άλλων έλαβε μέρος στη μάχη για την απελευθέρωση του Αγρινίου (11 Ιουνίου 1821) και στην πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου (1822). Απεβίωσε στο Αιτωλικό είτε το 1838 ή το 1839 ενώ το 1836 αναγνωρίσθηκε επίσημα η συμμετοχή του στον Αγώνα.[1]

Καταγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ήταν πρώτος ξάδελφος, συναγωνιστής και πρωτοπαλίκαρο του Κατσαντώνη και στη συνέχεια του αδελφού του, Λεπενιώτη. Σαρακατσάνος χωρίς καμία αμφιβολία, αφού χαρακτηριστικά τον αναφέρει ο Κασομούλης σαν συγγενή, βλάχο, που μιμήθηκε και ακολούθησε τον Κατσαντώνη και γι' αυτό τον αποκαλούσαν "Βλαχοτσόγκα" και ο Καραϊσκάκης υποτιμητικά "ξυνογαλά". Ξεκαλοκαίριαζε στα Άγραφα και ξεχείμαζε στη Ζάβιτσα(Αρχοντοχώρι) της Ακαρνανίας.

Ο Άνθιμος Γαζής γράφει πως «ήταν άνθρωπος χαρακτήρα γενναίου και ανδρείου. Στα επιχειρήματά του ήταν σκεπτικός και αργοκίνητος και στις αποφάσεις του σταθερός. Ήταν πλούσιος και άτεκνος, με όλο τούτο ήταν φιλάργυρος πολύ και πλούσιος και δια τούτο φιλοτιμία και ελευθεριότητα δεν κατοικούσαν εύκολα στην ψυχή του. Από τους πρώτους, που πήγε στον νταϊφά του Κατσαντώνη και τον είχε πρωτοπαλίκαρό του[2]

Κλεφταρματολίτικη Δράση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πήρε μέρος σε όλες τις μάχες και συγκρούσεις του Κατσαντωναίϊκου ασκερίου υπό τις διαταγές του Κατσαντώνη και του αδελφού του Κώστα Λεπενιώτη ενάντια στους δερβεναγάδες του Αλή Πασά με τα τουρκαλβανικά ασκέρια του. Όταν ο Κατσαντώνης σκοτώθηκε ακολούθησε τον αδερφό του Κατσαντώνη, Λεπενιώτη. Ύστερα από τη δολοφονία του Λεπενιώτη κατά τον Ανδρέα Καρκαβίτσα συνάχτηκαν καμιά εβδομηνταριά Κατσαντωναίοι στο βουνό του Ξηρόμερου Ζάλιανη ή Ζάλογγο για να κουβεντιάσουν τι θα κάνουν. Αποφάσισαν να προσκυνήσουν τον Αλή Πασά.

Χωρίς να ειδοποιήσουν το βεζίρη με κεφαλή τον Τσόγκα μπήκαν στα Ιωάννινα. Διέσχισαν πάνοπλοι την κεντρικότερη οδό υπό τους ήχους της σάλπιγγας του Παναγή Μπελογιάννη και ατρόμητοι μπήκαν στην αυλή του σεραγιού. Σάστισαν όλοι μα περισσότερο ο Αλή Πασάς για την απερισκεψία τους. Ο Τσόγκας παράταξε απ' έξω τους Κατσαντωναίους, άφησε το καριοφίλι του στον Θύμιο Μπαλάσκα και ξαρμάτωτος μπήκε στο σαλόνι, που τον περίμενε ο Αλή Πασάς. Τον ρώτησε "Τι θέλεις εδώ μέσα ωρέ Τσόγκα;" και εκείνος με θάρρος του απάντησε "Βεζίρη μου ήρθαμε να μείνουμε στη δούλεψή σου. Αν μας θελήσεις θα σε δουλέψουμε τιμημένα και με το αίμα μας σαν παλικάρια. Αν δε μας θελήσεις και βάνεις με το νου σου να μας σκοτώσεις, κάτω στην αυλή είναι εβδομήντα Κατσαντωναίοι, ένας κι ένας, που θα σε φάνε εσένα και όλη την γενιά σου πριν σκοτωθούν."

Κατά τον Καρκαβίτσα «ο Τσόγκας και οι μαχητές του ομοίαζαν με ένα δυσυπότακτο παλαιστή, ο οποίος απόκαμε πλέον και σκεπτόμενος ότι πρέπει να υποκύψει, φροντίζει μόνο πως να διαφυλάξει την αξιοπρέπειά του. Έκρινε ο Αλής σώφρων να τους δεχτεί σαν φίλους του.». Έτσι γύρω στα 1812 ο Τσόγκας διορίζεται αρματολός της Βόνιτσας και όπως σημειώνει και ο Κασομούλης «κατέστη άσειστος ως αρχηγός των όπλων της επαρχίας Βονίτσης και όλων των συρρεόντων βλαχοποιμένων εις την επαρχίαν ταύτην ως πατήρ».

Στον αρματολό Γιωργάκη Τσόγκα και τους συντρόφους του για την θαρραλέα είσοδό τους στο σεράι του Αλή Πασά αναφέρεται το παρακάτω κλέφτικο τραγούδι:

Ένα πουλάκι ξέβγαινε από την Άγια Μαύρα.

Μέρα και νύχτα περπατεί, μέρα και νύχτα ψάχνει.

Ψάχνει για τον Βρυκόλακα, τον Θύμιο τον Μπαλάσκα.

Επήγε και τους έβρηκε, στην Ζάλιανη στο ρέμα.

Αγνάντια τους χαιρέταγε κι αγνάντια του τους λέει.

- Γεια σας χαρά σας βρε παιδιά! - Καλώς το το πουλί μας.

Πες μας, πες μας πουλάκι μας κανά καλό χαμπέρι.

- Ο Τσόγκας και ο Βρυκόλακας στα Γιάννενα πααίνουν,

να προσκυνήσουν τον Πασά, στην πόρτα του Βεζίρη.

- Πολλά τα έτη Αλί Πασά! - Καλώς τον Τσόγκα που' ρθε!

Τσόγκα μ', σαπού' νε ο Κωνσταντής; σα πούνε ο Λεπενιώτης;

Άλλος μου λέει πέθανε, κι άλλος μου λέει εχάθη!

- Αλήθεια αφέντη μ' πέθανε, αλήθεια αφέντη μ' εχάθη

κι ήρθαμε στα ποδάρια σου για να μας συμπαθήσεις

και να μας δώσεις το ψωμί, Ξηρόμερο και Βάλτο.[3]

Η Δράση του στην Επανάσταση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μυήθηκε στην Φιλική Εταιρία στο σπίτι του Ζαμπέλιου με τους Γ. Καραϊσκάκη, Πανουργιά, Κατσικογιάννη κλπ. Στις 30 Ιανουαρίου 1821 με πρόσκληση του Ζαμπέλιου συμμετείχε στη σύσκεψη της Λευκάδας η οποία έγινε με υπόδειξη του Αλέξανδρου Υψηλάντη και συμμετείχαν πολλοί Φιλικοί οπλαρχηγοί της Ρούμελης: ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, ο Δημήτριος Μακρής, ο Γεώργιος Βαρνακιώτης καθώς και απεσταλμένοι των Πελοποννήσιων Ηλίας Μαυρομιχάλης και των Υδραίων Γιακουμάκης Τομπάζης. Εκεί ανατίθεται σε αυτόν και στο Γιάννη Βαρνακιώτη να κυρήξουν την επανάσταση στη δυτική Ρούμελη, ενώ στον Οδυσσέα Ανδρούτσο στην ανατολική Ρούμελη.

Έτσι το Μάιο του 1821, κυρήσσει την Επανάσταση μαζί με τον Αλεξάκη Βλαχόπουλο και τους άλλους Ακαρνάνες οπλαρχηγούς, πολιορκούν το Βραχώρι(Αγρίνιο) στις 26 Μαΐου και το απελευθερώνουν στις 11 Ιουνίου.[4]

Μάχη Βόνιτσας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παράλληλα κινείται προς τη βορειοδυτική Ακαρνανία και χτυπά αλύπητα τους Τούρκους που κατέφυγαν στα φρούρια Τεκέ και Πλαγιάς. Στη συνέχεια ενισχύεται με 800 Λευκαδίους, απελευθερώνει τη Βόνιτσα και οι Τούρκοι καταφεύγουν στο Φρούριο.[4]

Στις 26-27 Μαΐου 1821 οι ελληνικές δυνάμεις επιτίθενται και καταλαμβάνουν τα φρούρια της Πλαγιάς και του Τεκέ έξω από την Βόνιτσα. Επικεφαλής των ελληνικών δυνάμεων ήταν οι εκ Πλαγιάς καταγόμενοι οπλαρχηγοί Κώστας Λεπενιώτης και Γιάννης Μπουρδάρας καθώς και ο Δήμος Τσέλιος από τη Ζάβιτσα (Αρχοντοχώρι) αμφότεροι οπλαρχηγοί και πρωτοπαλίκαρα του Κατσαντώνη ως το θάνατό του, αλλά και μετέπειτα πρωτοπαλίκαρα του οπλαρχηγού Γεωργίου Τσόγκα καπετάνιου τότε στο αρματολίκι της Βόνιτσας. Οι 700 και πλέον ένοπλοι Ξηρομερίτες–Βονιτσάνοι των Δήμου Τσέλιου, Λεπενιώτη και Μπουρδάρα, υπό τις οδηγίες και την αρχηγία του οπλαρχηγού Γεωργίου Τσόγκα, αλλά και μαζί με αρκετή δύναμη ανδρών από τη Λευκάδα που έφτανε τους 150 και πλέον άνδρες, όπως οι Σπύρος Μεταξάς, Στάθης Κατσαρός, Π. Σικελιανός, Γεώργιος Βρετός, Μ. Γίλης, Βερύκιος, Παύλος Λαμπρινός, Χρήστος Καββαδάς, Ιωάννης Μανωλάτος. Όλοι τους Λευκαδίτες οπλαρχηγοί και μυημένοι στην Φιλική Εταιρεία, ζήτησαν στην αρχή από τους Τούρκους να παραδοθούν. Αυτοί όμως αρνήθηκαν. Τότε άρχισε συνδυασμένη επίθεση απ’ όλες τις μεριές και οι ένοπλοι στρατιώτες του Γεωργίου Τσόγκα μπήκαν μέσα στα περιτοιχίσματα των Τούρκων στα φρούρια της Πλαγιάς και του Τεκέ και σε πάλη σώμα με σώμα εξουδετερώσανε όλους τους αμυνόμενους με πείσμα Τούρκους. Από τους Τούρκους οι περισσότεροι σφαγιάσθηκαν επί τόπου και οι υπόλοιποι ανταλλάχτηκαν με αιχμαλώτους Έλληνες που κρατούσαν οι Τούρκοι στην Άρτα. Ο Ιωάννης Ζαμπέλιος γράφει: «ότι ομού μετά των άλλων Φιλικών της Λευκάδος με αγαλλίασιν ψυχής ήκουον εις την ησυχίαν της νυκτός κραυγάς των φονευομένων Τούρκων».

Στις 29 Μαΐου 1821 οι Ελληνικές δυνάμεις, με αρχηγό τον Γεώργιο Τσόγκα ο οποίος ενισχύεται με 800 Λευκαδίους[4], μπαίνουν στην πόλη της Βόνιτσας αναγκάζοντας τους Τούρκους αξιωματούχους της να περιοριστούν εντός των τειχών του φρουρίου και τον Πασά της Πρέβεζας Μπεκήρ Τζογαδόρο που είχε επισπεύσει για βοήθεια, να επιστρέψει στη βάση του στην Πρέβεζα με σημαντικές απώλειες. Ο Γεώργιος Τσόγκας καταλαμβάνει μεν τη Βόνιτσα, αλλά οι Τούρκοι αξιωματούχοι με σημαντική φρουρά καταφεύγουν στο ασφαλές φρούριο της Βόνιτσας το οποίο ήταν απόρθητο και ο Γεώργιος Τσόγκας μη διαθέτων τα απαραίτητα μέσα για την εκπόρθησή του, περιορίζεται σε ασήμαντους ακροβολισμούς, οι οποίοι ουδεμία ανησυχία προκάλεσαν στη φρουρά, που σε μια επιστολή του για τη μη γόνιμη έκβαση της κατάληψης της Βόνιτσας, επιρρίπτει ευθύνες στους κατοίκους της αναφέροντας τα ακόλουθα: «Οι Βονιτζάνοι αφ’ ου έγραψα διό και τρις να ενεργήσουν να κυριεύσωμεν το Κάστρον χωρίς χύσιν αίματος, μια νύκτα έξαφνα και ούτω έλαβαν άδειαν οι Τούρκοι και εγκλείσθησαν, έφεραν και τις σιαλούπες από Πρέβεζαν και ένα ομπρίκιον και μας εμπόδισαν την κυρίευσιν του Κάστρου».

Κατάληψη λοιπόν της Βόνιτσας στις 29 Μαΐου 1821 και έλεγχος των φρουρίων Πλαγιάς και Τεκέ που δέσποζαν στο στενό ανάμεσα της Λευκάδας και της Ακαρνανίας, σημαντικοί σταθμοί τότε για το διαμετακομιστικό εμπόριο και τον έλεγχο αυτού. Οι Τούρκοι τις επόμενες ημέρες, εξαγριωμένοι από τα αλλεπάλληλα πλήγματα που υπέστησαν, κρέμασαν στην Άρτα, με διαταγή του Χασάν Πασά της Άρτας, όσους ομήρους από την περιοχή της Βόνιτσας, είχαν από την προηγούμενη χρονιά κρατημένους για την εγγύηση της τάξεως. Για τον λόγο αυτό οι κάτοικοι της Βόνιτσας εγκατέλειψαν τα σπίτια τους και φύγανε για να γλιτώσουν από τη σφαγή. Οι άνδρες του Γεωργίου Τσόγκα, μόλις μπήκανε στη Βόνιτσα, αντίκρισαν μια πόλη παντέρημη. Οι Τούρκοι είχαν περιχαρακωθεί στο μεγάλο Βενετσάνικο φρούριο της πόλης, που βρίσκεται σε δεσπόζουσα θέση και ανεφοδιαζότανε από τη θάλασσα με τροφές αλλά και με συνεχώς και κατά τακτά χρονικά διαστήματα με στρατιωτική και ναυτική δύναμη από την Πρέβεζα.

Η πολιορκία του φρουρίου της Βόνιτσας δεν είχε ευνοϊκά αποτελέσματα, γι' αυτό ο Τσόγκας με τις δυνάμεις του που ήταν χρήσιμες για άλλες πιο αποτελεσματικές επιχειρήσεις, προτίμησε να φύγει από τη Βόνιτσα, σταθεροποιώντας τις θέσεις του στα ενδότερα, στρατοπεδεύοντας στην θέση Λιβάδι στο Βάτο του Ξηρομέρου, καθαρίζοντας όλη την περιοχή από κάθε τουρκική εστία, εκτός βέβαια από τους κλεισμένους Τούρκους στο φρούριο της Βόνιτσας, οι οποίοι ως Διοίκηση, παρέμειναν θεσμικά ως τις 15 Μαρτίου 1829 που επισήμως η Βόνιτσα παραχωρήθηκε στο ελληνικό κράτος, πλην της περιοχής του Ακτίου, το οποίο Άκτιο και αυτό τελικά παραχωρήθηκε στο ελληνικό κράτος το 1865.[5]

Η μάχη στο Κατάκωλον Βονίτσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μάχη αυτή διεξήχθη στην θέση Κατάκωλον Βονίτσης (περιοχή δυτικά της Βόνιτσας και πλησίον προς το Άκτιο) αρχές Σεπτεμβρίου 1821, μεταξύ των ελληνικών δυνάμεων με επικεφαλής τους: Γεώργιο Τσόγκα, Θεόδωρο Γρίβα και Στάθη Κατσικογιάννη. Σύμφωνα με το στρατηγό Στάθη Κατσικογιάννη: «Τον Σεπτέμβριο του ιδίου έτους εις την μάχην εις το Κατάκωλον της Βόνιτσας έχων υπό την οδηγίαν μου τότε υπέρ τους εκατόν όπου ήτον και ο Τσόγκας με τον Τσέλιο και τον Γρίβα, και που επικεφαλής του εχθρού ήταν ο Μαζούτ Σκρόπολης και ο Μπεκήρ Τζογαδόρος. Τον Νοέμβριον ιδίου έτους παρευρέθην ομοίως με τους υπό την οδηγίαν μου εις την κατά της Άρτης έφοδον, όπου ήτο επικεφαλής των εχθρών ο Χασάν πασάς, ο Ισμαήλ Πασάς και ο Κεχαγιάς του Ρεσίτ Πασά και μετά τούτο ετοποθετήθην εις Μπαλήμπεη». Στη μάχη αυτή σκοτώθηκε ο καπετάν Νίκος Μπουρδάρας απ’ την Πλαγιά Βονίτσης, άλλοτε πρωτοπαλίκαρο του Κατσαντώνη και μετά την επανάσταση του ’21 πρωτοπαλίκαρο του Γεωργίου Τσόγκα. Με δεδομένο ότι σ’ αυτήν τη μάχη οι Ελληνικές δυνάμεις υπέστησαν ήττα, ο δε αρχηγός τους, Τσόγκας, μόλις διεσώθη χάριν της επέμβασης την τελευταία στιγμή των Θοδωράκη Γρίβα και Στάθη Κατσικογιάννη.[6]

Πρώτη Μάχη στο Μοναστηράκι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη θέση Πλατάνια (ανάμεσα Μοναστηρακίου – Βονίτσης) οι αδελφοί Γιαννάκης, Γιώργος και Αναστάσιος Σουλτάνης αντιμετώπισαν σημαντικό στρατιωτικό σώμα τουρκικών δυνάμεων. Τη μάχη αυτή χρονικά ο Διονύσης Μιτάκης την προσδιορίζει μέσα Ιουνίου 1821. Δυστυχώς οι ιστορικοί της εποχής έρριψαν στη σιωπή τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στο Κατάκωλο και στα Πλατάνια Μοναστηρακίου, συμπαρασύροντας και τους συντελεστές αυτών των μαχών (Γεώργιος Τσόγκας, Θεοδωρος Γρίβας, Παλιογιώργος Γιάννης, Δημ. Παλιογιάννης, Στ. Κατσικογιάννης, Γιαννάκης Σουλτάνης) στην λήθη. Χρονικά η μάχη αυτή προσδιορίζεται ότι πρέπει να έγινε μετά τη μάχη της Λαγκάδας αρχές προς μέσα Ιουνίου του 1821.

Στο Μοναστηράκι Βονίτσης, αόριστα δίχως να προσδιορίζεται η τοποθεσία, αναφέρονται αρκετοί μαχητές στις αιτήσεις που έκαναν προς την Επιτροπή των στρατιωτικών εκδουλεύσεων του 1846 όσο και αυτής κυρίως της του 1865. Η μάχη του Μοναστηρακίου χρονικά προσδιορίζεται μέσα προς το τέλος Ιουλίου του 1821 όπου οι ελληνικές δυνάμεις με επικεφαλής το στρατηγό Γεώργιο Νικολού Βαρνακιώτη, αλλά και τους οπλαρχηγούς Γεώργιο Τσόγκα, Θεόδωρο Γρίβα, Αλεξάκη Βλαχόπουλο και Δημήτρη Μακρή, αντιμετώπισαν δίκην κλεφτοπολέμου τις τουρκικές δυνάμεις του Πασά της Πρέβεζας Μπεκήρ Τζογαδόρου. Στη μάχη αυτή ο Γεώργιος Βαρνακιώτης είχε καταστρώσει ένα στρατιωτικό σχέδιο που έφερε θετικά αποτελέσματα. «εβγήκαν λοιπόν οι Τούρκοι εις τον κάμπον κι ο Καπετάν Τσόγκας εις το Μύλο του Βροχοτίνου. Επήγαν 200 πεζοί Τούρκοι εις τον Καπετάν Τσόγκαν και 50 καβαλαρέοι. Επήγε και ο καπετάν Αλέξης Βλαχόπουλος εις βοήθειαν του καπετάν Τσόγκα οι δε λοιποί τούρκοι ήλθαν εις το στρατηγόν πεζοί και εις το Σώμα του Μακρή. Αυτήν την ώραν ήλθεν και ο καπετάν Θοδοράκης Γρίβας από τον Μπαλήμπεη εκινήγησαν τους Τούρκους και τους έμπασαν εις τη Βόνιτσα» [7]

Δυστυχώς κανένας ιστορικός της εποχής δεν αναφέρει για την μάχη αυτή και ως εκ τούτου ακριβή ημερομηνία αυτής δεν μπορεί να προσδιορισθεί. Αναφέρεται μόνο στα πιστοποιητικά των αγωνιστών που απηύθυναν προς την Επιτροπή των στρατιωτικών εκδουλεύσεων του 1846 και της Επιτροπής του 1865, στις οποίες ζητούσαν ή καλύτερα απαιτούσαν από το ελληνικό κράτος μισθολογική και βαθμολογική αποκατάσταση, την οποία δικαιούταν ή τους την είχαν στερήσει με διάφορα πολιτικά τερτίπια εκείνης της εποχής. Ένα τέτοιο πιστοποιητικό υπογεγραμμένο από τον ίδιο τον Γεώργιο Βαρνακιώτη (αρχηγό της μάχης του Μοναστηρακίου στα 1821) είναι και το ακόλουθο και που αφορά τον πενήνταρχο αξιωματικό Νικόλαο Τζούνη ή Ρούπα, καταγόμενο απ΄ τη Ζάβιτσα (Αρχοντοχώρι) Ξηρομέρου, το οποίο και μας αναφέρει λεπτομερώς τη μάχη αυτή.[8]

Απελευθέρωση της Άρτας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Νοέμβριο του 1821 μαζί με το Βαρνακιώτη και τους Σαρακατσάνους οπλαρχηγούς Ανδρέα Ίσκο και Δημήτρη Μακρή ενισχύει τους Σουλιώτες του Νότη και απελευθερώνει την Άρτα.[4]

Δεύτερη Μάχη στο Μοναστηράκι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Άλλη μάχη στο Μοναστηράκι είναι αυτή που διεξήχθη στις 20-21 Ιουλίου 1822 από τον Πασά Ρεσίτ Κιουταχή, ο οποίος βρίσκοντας αφύλακτο το χωριό, μιας και ο Γεώργιος Τσόγκας είχε πιάσει τα ορεινά στο Λιβάδι του Βάτου και ο Βαρνακιώτης βρισκόταν στα μέρη της Κατούνας στρατολογώντας νέους άνδρες καθότι είχε μείνει με 50 στρατιώτες. Ο Κιουταχής σ’ αυτή τη μάχη κατέστρεψε το Μοναστηράκι Βονίτσης προβαίνοντας σε βιαιοπραγίες, σφαγές (20 νεκροί), αιχμαλωσίες των κατοίκων του χωριού και αρπαγές ζώων (5.000 γιδοπρόβατα).[9]

Η Μάχη του Αετού Ξηρόμερου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την καταστροφή των, υπό τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, ελληνικών στρατευμάτων στο Πέτα (4 Ιουλίου 1822), οι τουρκικές δυνάμεις με τους πασάδες Ομέρ Βρυώνη και Ρεσίτ Κιουταχή και στρατιωτική δύναμη κοντά στους 10.000 τουρκαλβανούς αποφάσισαν να κατευθυνθούν προς κατάληψη του Μεσολογγίου. Όμως αυτό το σχέδιο των Τούρκων, βρήκε σθεναρή αντίσταση από τους Ξηρομερίτες, στις 9 Αυγούστου 1822 στον Προφήτη Ηλία στον Αετό Ξηρομέρου.

Οι οπλαρχηγοί που βρίσκονταν στον Πέρσεβο Ξηρομέρου (και κατ΄ άλλους στον Τρύφου του Ξηρομέρου), τραβήχτηκαν προς τα υψώματα του Αετού Ξηρομέρου, στον λόφο που βρίσκονταν ο Προφήτης Ηλίας. Αντιθέτως ο Γεώργιος Τσόγκας έκρινε σκόπιμο να αποσυρθεί απ΄ την θέση του Προφήτη Ηλία που είχαν αρχικά συνεκτιμήσει οι τρεις οπλαρχηγοί (Βαρνακιώτης, Γρίβας και Τσόγκας) και αποφασίζει να περιοριστεί μέσα στον μαντρόκλειστο του μοναστηριού του Αγίου Νικολάου Αετού Ξηρομέρου με τους 420 άνδρες του, έχοντας μαζί του και τον οπλαρχηγό Μάρκο Μπότσαρη που είχε τότε υπό την οδηγία του μόλις 15 Σουλιώτες.[10]

Μετά τη νίκη του Βαρνακιώτη στη μάχη του Αετού στις 10 Αυγούστου, μια νίκη που ανάγκασε τους Τούρκους να συμπτυχθούν, ο Βαρνακιώτης αντιμετώπιζε με καχυποψία ορισμένες ενέργειες του Μαυροκορδάτου. Αλλά και δυσπιστούσε στη στάση άλλων οπλαρχηγών, όπως του Μάρκου Μπότσαρη και του Γεωργίου Τσόγκα, επειδή δεν το βοήθησαν στη μάχη του Αετού αλλά έμειναν απλοί θεατές.[11]

Α' Πολιορκία του Μεσολογγίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Οκτώβριο του 1822 πήρε μέρος στη μάχη του Κεφαλόβρυσου μαζί με τους άλλους Αιτωλοακαρνάνες οπλαρχηγούς. Κατά την πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου από τον Ομέρ Βρυώνη βρίσκεται μέσα στην φρουρά. Μετά την πετυχημένη απόκρουση της επίθεσης των Τούρκων το βράδυ των Χριστουγέννων του 1822 και την υποχώρησή τους, ο Τσόγκας με τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη επιτέθηκαν εναντίον των Τούρκων, που ήταν στρατοπεδευμένοι στην Κατοχή της Βόνιτσας, ολοκληρώνοντας την επιτυχία τους με την επιστροφή των Τούρκων στην Ήπειρο.[4]

Η Μάχη με το Γρίβα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Χασαπαίοι ήταν αξιωματικοί του Τσόγκα και πολυάριθμη οικογένεια του Δραγαμέστου. Στη συνέχεια ο Γ. Τσόγκας, ο Δ. Μακρής και οι Χασαπαίοι κυνήγησαν το Γρίβα και τον ανάγκασαν να καταφύγει στη Κατοχή και να κλειστεί στον πύργο του Γουλίμη. Μετά από το αποτρόπαιο αυτό έγκλημα αλλά και από τις διαμάχες που ακολούθησαν αναστατώθηκε το Ξηρόμερο. Αυτό συνέβη σε μια δύσκολη στιγμή για την Επανάσταση και μάλιστα την εποχή που επέκειτο η εκστρατεία του Μουσταή της Σκόνδρας. Ο Βασίλης Χασάπης και οι άλλοι διώκτες του περικύκλωσαν το Γρίβα (Μάιος 1823), ο Γρίβας όμως κατάφερε να διαφύγει χάρις στη βοήθεια του Δημοτσέλιου. Ο Δημοτσέλιος ήταν πολύ διαλλακτικός και συγκαταβατικός, φυσικά δε συμφωνούσε με την ενέργεια του Γρίβα, αλλά θεωρούσε ό,τι χειρότερο για αυτή τη στιγμή την αλληλοσφαγή. Μετά τη διαφυγή του Γρίβα στην περιοχή του Βάλτου ο Τσόγκας και ο Μπότσαρης κατέλαβαν το Μεσολόγγι και δήλωσαν ότι για κανέναν λόγο δεν θα έβγαιναν να πολεμήσουν εναντίον των Τούρκων του Μουσταή όσο ο Γρίβας ήταν στη Δυτική Στερεά. Μετά την απαίτηση τους, αλλά και άλλων οπλαρχηγών, η Διοίκηση έστειλε το Γρίβα στην Πελοπόννησο, όπου έμεινε μέχρι το τέλος του Αγώνα.[12]

Τραγούδι για τη Μάχη με το Γρίβα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένα τραγούδι που αναφέρεται στο Γιώργο Τσόγκα προέρχεται από τη μάχη ανάμεσα στον Θωδοράκη Γρίβα και στους άλλους καπετάνιους που έγινε στην Κατοχή Μεσολογγίου το 1823 είναι το εξής:

Τ' ειν' το κακό που γίνεται κι η ταραχή μεγάλη,

στη μέση στο Ξηρόμερο, στην Κατοχή στη χώρα;

Τον Θωδοράκη κλείσανε τα πέντε βιλαέρτια,

ήρθε ο Μακρής απ' το Ζυγό κι ο Πισλής ακόμα,

ήρθε κι από τα Άγραφα ο Καραϊσκάκης

ήρθε και από τη Βόνιτσα αυτός ο ΒλαχοΤσόγκας

ήρθε κι ο Μάρκος Μπότσαρης με χίλιους πεντακόσιους.

Τον Θοδωράκη πολεμούν τα πέντε βιλαέρτια.

Κι έλεγε και ξανάλεγε: είχα ταϊφά αυτούς τους Βαρνακιώτες!

Κι αυτόν τον παρατήσανε με δεκαεπτά νομάτους.

Τρεις μέρες κάνει πόλεμο τρεις μέρες και τρεις νύχτες,

και ο ΒλαχοΤσόγκας φώναξε από το μοναστήρι:

-Βάλτε φωτιά και κάψτε τον, τον Θοδωράκη Γρίβα

μπας και τον επιάσουμ' ζωντανό, κομμάτια να τον φάμε.

Και ο Θοδωράκης φώναξε με το σπαθί στα χέρια:

-Τι λες αυτού μωρέ παλιόβλαχε, μωρέ παλιογουρνάρη;

Εμένα με λένε Θοδωρή, με λένε γιο του Γρίβα.

Έβγα με δεκατέσερες και γω με τον Αράπη.

Και ο Τσόγκας του αποκρίθηκε και ο Τσόγκας του φωνάζει:

Δεν βγαίνω εγώ στον πόλεμο με σένα Θωδοράκη,

μα θα σε κάψω ζωντανό με το πολύ τ' ασκέρι.[13]

Στρατηγός Γεώργιος Τσόγκας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ήταν φιλομαυροκορδατικός και μετά την προαγωγή του Μάρκου Μπότσαρη και τις αντιζηλίες των οπλαρχηγών ονομάστηκε Στρατηγός. Ως οπαδός του κόμματος του Μαυροκορδάτου ήταν φανατικός εχθρός του Βαρνακιώτη και των Γριβαίων. Αιτία της εχθρότητάς του με το Βαρνακιώτη ήταν και οι διαφορές τους για το κόλι της Κατούνας, ενώ για τους Γριβαίους ήταν η δολοφονία από αυτούς του Τ. Μαγγίνα των Χασαπαίων στον Αστακό (Απρίλιος 1823).

Στη δίκη του Γεώργιου Καραϊσκάκη στο Αιτωλικό τον Απρίλιο του 1824 ήταν πρόεδρος της δικαστικής επιτροπής. Στα τέλη Μαΐου του 1824 συμμετείχε στη σύσκεψη των οπλαρχηγών που έγινε στη Μεγάλη Φτέρη της επαρχίας Βάλτου. Ακολούθως επιτέθηκε εναντίον των Τούρκων στο Ραδοβύζι μαζί με τους Γιαννάκη Ράγκο, Νικόλαο Στορνάρη, Γρηγόρη Λιακατά, Δήμο Τσέλιο και Αναγνώστη Καραγιάννη.

Μάχη στο Ξοδάκτυλο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά στρατοπεδεύει στο Ξοδάκτυλο και περιμένει ενισχύσεις και τρόφιμα. Εκεί στις 9 Ιουνίου 1824 επιτίθενται οι Τούρκοι με επικεφαλής τον Ταχήρ Αμπάζη. Ο Τσόγκας δίνει εντολή να μην επιτεθούν μέχρι να έρθουν ενισχύσεις από τον Γιαννάκη Ράγκο. Τα 700 παλικάρια του όμως «μην υποφέροντας να βλέπουν τη νίκη να αργοπορεί να τους στεφανώσει» αντεπιτίθενται και καταττροπώνουν τετραπλάσιο αριθμό Τούρκων, αφηνώντας στο πεδίο της μάχης 100 νεκρούς και τρέποντας σε φυγή τους υπόλοιπους μέχρι την Σκουληκαριά της Άρτας.

Στον Εμφύλιο του 1824-1825[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη δεύτερη φάση του εμφυλίου το 1824, όταν η Κυβέρνηση Κουντουριώτη και ο Μαυροκορδάτος κυνηγούσαν μεταξύ των άλλων και τον Νικηταρά μαζί με το γραμματικό του Γεώργιο Αθανασιάδη, που κατέφυγε στο Μεσολόγγι, ο Τσόγκας τους έθεσε υπό την προστασία του. Παρά τις πιέσεις του Εκτελεστικού αρνήθηκε να συγκατανεύσει στις απαιτήσεις τους και να τον παραδώσει για να δικαστεί λέγοντας: «Εγώ δεν γίνομαι άπιστος. δεν έκαμα χάρη στον Αλή Πασά και θα κάμω του Μαυροκορδάτου;».

Ένωση με το Μπότσαρη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Οκτώβριο-Νοέμβριο του 1825 κατέβηκε στο Βάλτο, ενώθηκε με τον Κώστα Μπότσαρη και του αναγνώρισε την αρχηγία του στρατοπέδου με 4000 περίπου άνδρες, που συγκρότησε για να αντιμετωπίσει τα κατερχόμενα προς το Μεσολόγγι στρατεύματα του Κιουταχή.

Β' Πολιορκία του Μεσολογγίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην Β' Πολιορκία του Μεσολογγίου βρίσκεται αρχικά μέσα ως αρχηγός της Φρουράς και στη συνέχεια βγήκε απ' έξω και παρενοχλούσε τους πολιορκητές. Μετά την Έξοδο του Μεσολογγίου ο Κιουταχής κινήθηκε ανατολικά με κατεύθυνση προς την Αττική. Δέχεται όμως ισχυρή επίθεση από τον Τσόγκα και τον Καραϊσκάκη κοντά στο Μοναστήρι της Βαρνάκοβας και αναγκάζεται να υποχωρήσει.

Επόμενες Μάχες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κοντά στους Πενταγιούς της Δωρίδας, αντιστέκεται σθεναρά στον Μουσταή Μπέη. Επιστρέφει στην Βόνιτσα και ακολουθεί τους άλλους Ρουμελιώτες οπλαρχηγούς Ανδρέα Ίσκο, Γιαννάκη Στάικο, Γεώργιο Γιολδάση, Σωτήρη Στράτο, Σταμούλη Γάτσο, Μήτσο Κοντογιάννη και άλλους, που κατέφυγαν αναγκαστικά στα "καπάκια" για την προστασία του άμαχου πληθυσμού.

Το 1828 συμμετέχει στις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις και στην Άλωση της Βόνιτσας. Το Μάρτιο του 1828 κυριεύει το κάστρο αφού προηγούμενα κατατρόπωσε τον βελή Μπεή στη μάχη της Πούντας και τον ανάγκασε να εγκαταλείψει την Πούντα(ακρωτήριο Άκτιο) και την Πρέβεζα και να επιστρέψει στο Κομπότι της Άρτας. Στις 24 και 25 Μαρτίου μαζί με τον Κώστα Βλαχόπουλο και κατ' εντολή του Τζωρτζ επιτίθεται κατά των Τούρκων στον Κραβασαρά(Αμφιλοχία) και τους πολιορκεί στον Πύργο του Μακρυνόρους.

Η ζωή του έπειτα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πέθανε γέρος πλέον στο Αιτωλικό το 1838 ή το 1839 άτεκνος κατά τον Νικόλαο Κασομούλη. Η σύζυγός του ονομαζόταν Αναστασία και είχαν έναν θετό γιο, το Δημήτρη Τσόγκα. Προφορική παράδοση όμως αναφέρει πως ένιωσε την χαρά του πατέρα καθιστώντας έγκυο μια Τουρκοπούλα κατά την Άλωση του Βραχωρίου(Αγρινίου) τον Μάιο του 1821, παρά τις διαμαρτυρίες της συζύγου του που έφτασε παραπονούμενη στον δεσπότη για την παράνομη σχέση του και μάλιστα με Τουρκοπούλα. Το 1836 του απονεμήθηκε τιμητικά ο βαθμός του λοχαγού της Φάλαγγας.[14]

Η μήνυση κατά του Γεωργίου Τσόγκα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με αριθμό 156/1847 η απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία τερμάτισε μια πείσμονα δικαστικά διαμάχη που είχε πραγματική βάση ένα περιστατικό της σύγκρουσης ανάμεσα στους δυο οπλαρχηγούς του Αγώνα, το Γεώργιο Τσόγκα και το Γεωργάκη Γρίβα. Τη ζημιά της σύγκρουσης, που χρονολογείται το έτος 1823, την υπέστη ο Κωνσταντίνος Γουλημής, που φιλοξένησε τότε τον Γεωργάκη Γρίβα στo σπίτι του. Οι κληρονόμοι του Γουλημή άσκησαν μετά πολλά έτη αγωγή ενώπιον του Πρωτοδικείου Μεσολογγίου κατά των κληρονόμων Τσόγκα. Η απόφαση του Πρωτοδικείου αυτού προσβλήθηκε από αμφοτέρους τους διαδίκους στο Εφετείο Αθηνών, που ήταν τότε αρμόδιο να δικάζει τις εφέσεις κατά των αποφάσεων του Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, και τελικά με την καταχωρουμένη απόφαση του Α.Π. έληξε ο δικαστικός αγώνας και δικαιώθηκε ο ενάγων.[15]

Δημοτικό Ποίημα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σ' όλο τον κόσμο ξαστεριά,

σ’ όλο τον κόσμο ήλιο

και στο Βραχώρι το πικρό,

μαύρος καπνός κι αντάρα.

καπεταναίοι το'καψαν

ο Τσόγκας κι’ Αλεξάκης.[16]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Κουτσοκώστας, Ιωάννης (2015). Οι Σαρακατσαναίοι στους Αγώνες του Έθνους. Γιαννιτσά, σελ. 131 132 133 134. ISBN 978-960-85979-2-1. 
  2. Κουτσοκώστας, Ιωάννης (2015). Οι Σαρακατσαναίοι στους Αγώνες του Έθνους. Γιαννιτσά, σελ. 131. ISBN 978-960-85979-2-1. 
  3. Κουτσοκώστας, Ιωάννης (2015). Οι Σαρακατσαναίοι στους Αγώνες του Έθνους. Γιαννιτσά, σελ. 131 132. ISBN 978-960-85979-2-1. 
  4. 4,0 4,1 4,2 4,3 4,4 Κουτσοκώστας, Ιωάννης (2015). Οι Σαρακατσαναίοι στους Αγώνες του Έθνους. Γιαννιτσά, σελ. 133. ISBN 978-960-85979-2-1. 
  5. http://xiromeronews.blogspot.gr/2016/03/5-1829.html
  6. http://xiromeronews.blogspot.gr/2016/03/5-1829.html
  7. Φυσετζίδης (επιστολές εκδ. 1893)
  8. https://4.bp.blogspot.com/-PbcCsDsW4ik/VtsYw7OpViI/AAAAAAAEwLE/WtagVNGOskE/s1600/1.png
  9. Γ. Φερεντίνος (Ιστορία της Ακαρνανίας τ. Δ΄ σελ. 323)
  10. http://www.agriniopress.gr/%CE%B7-%CE%BC%CE%AC%CF%87%CE%B7-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%B1%CE%B5%CF%84%CE%BF%CF%8D-%CE%BE%CE%B7%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CF%81%CE%BF%CF%85-9-%CE%B1%CF%85%CE%B3%CE%BF%CF%8D%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%85-1822/
  11. Κώστα Σαρδελή, Γεώργιος Βαρνακιώτης, ο προδομένος στρατηγός του 1821 (Αθήνα 1980)
  12. https://katounanews.blogspot.gr/2018/03/blog-post_999.html?m=1
  13. Πανελλήνια ομοσπονδία Συλλόγων Σαρακατσαναίων. Τραγούδια σαρακατσάνικα
  14. Κουτσοκώστας, Ιωάννης (2015). Οι Σαρακατσαναίοι στους Αγώνες του Έθνους. Γιαννιτσά, σελ. 133 134 135. ISBN 978-960-85979-2-1. 
  15. http://www.epoxi.gr/memories47.htm
  16. Ηπειρωτική Εστία, τομ. Ε΄ 1956 σ. 152