Γιόχαν Άντολφ Σάιμπε

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Γιόχαν Άντολφ Σάιμπε
Johann Adolph Scheibe.jpg
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση 5  Μαΐου 1708[1] και 15  Μαΐου 1708[2]
Λειψία[3]
Θάνατος 22  Απριλίου 1776[2][1][4]
Κοπεγχάγη[5]
Υπηκοότητα Γερμανία
Δανία
Εκπαίδευση και γλώσσες
Σπουδές Πανεπιστήμιο της Λειψίας
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότητα συνθέτης
μουσικολόγος
εκδότης
θεωρητικός της μουσικής
μουσικός κριτικός
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ο Γιόχαν Άντολφ Σάιμπε (Johann Adolph Scheibe, Λειψία, 5 Μαΐου 1708 - Κοπενχάγη, 22 Απριλίου 1776) ήταν Γερμανός συνθέτης και θεωρητικός, γιος του κατασκευή εκκλησιαστικών οργάνων Γιόχαν Σάιμπε. Υπήρξε σε μεγάλο βαθμό αυτοδίδακτος μουσικός και τα θεωρητικά του έργα δείχνουν τον πλούτο των μουσικών του γνώσεων.

Όπως αναφέρει ο ίδιος σε μια αυτοβιογραφική αναφορά στο Grundlage einer Ehren-Pforte του Γιόχαν Μάτεζον, έχασε το δεξί του μάτι από ατύχημα στο εργαστήριο του πατέρα του. Σε ηλικία έντεκα ετών φοίτησε στη σχολή της εκκλησίας του Αγ. Νικολάου με την προοπτική να ακολουθήσει σταδιοδρομία στη νομική. Το 1725 άρχισε τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας, όπου ήρθε σε επαφή και με τον καθηγητή ποίησης και ρητορικής Γιόχαν Κρίστοφ Γκότσεντ, ο οποίος άσκησε σημαντική επιρροή στα γραπτά του γύρω από τη μουσική θεωρία και την αισθητική. Οικονομικές δυσχέρειες της οικογένειάς του δεν του επέτρεψαν να ολοκληρώσει τις σπουδές του και τότε αποφάσισε να ασχοληθεί επαγγελματικά με τη μουσική. Το 1729 απέτυχε να αναλάβει τη θέση του οργανίστα στην εκκλησία του Αγ. Νικολάου, καθώς προτιμήθηκε ο Γιόχαν Σνάιντερ. Ανάμεσα στους εξεταστές των υποψηφίων ήταν και ο Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ. Ανάλογη τύχη είχαν και οι αιτήσεις του για αντίστοιχες θέσεις στην Πράγα και στην Γκότα, το 1735, αλλά και τον επόμενο χρόνο, στο Σόντερσχάουζεν και στο Βόλφενμπύτελ. Το 1736 εγκαταστάθηκε στο Αμβούργο, όπου δραστηριοποιήθηκε ως μουσικοκριτικός και συνθέτης. Από τον επόμενο χρόνο άρχισε να τυπώνει την περιοδική έκδοση Der critische Musikus, εκδίδοντας συνολικά 100 τεύχη μέχρι το 1740. Το 1739 απέκτησε τον τίτλο του Καπελμάιστερ από τον μαργράβο του Χόλσταϊν Φρίντριχ Ερνστ του Βρανδενβούργου-Κούλμμπαχ, και ένα χρόνο αργότερα έγινε Καπελμάιστερ στην Αυλή του Χριστιανού Δ΄ της Δανίας, θέση που διατήρησε μέχρι το θάνατο του βασιλιά το 1747. Τα επόμενα χρόνια εγκαταστάθηκε στο Σέντερμποργκ, όπου ίδρυσε μια μουσική σχολή για παιδιά. Έδωσε αρκετά ρεσιτάλ στην Κοπενχάγη, παρουσιάζοντας δικές του συνθέσεις, και το 1766 ανέλαβε εκ νέου θέση στην Αυλή του βασιλιά της Δανίας ως συνθέτης.

Σύμφωνα με την αυτοβιογραφία του, το συνθετικό του έργο, του οποίου το μεγαλύτερο μέρος έχει χαθεί, περιλάμβανε περισσότερα από 150 έργα εκκλησιαστικής μουσικής, 150 κοντσέρτα για φλάουτο, πάνω από τριάντα κοντσέρτα για βιολί, καθώς και sinfonias, καντάτες και πάθη. Συνέθεσε επίσης τις όπερες Artaban (π. 1738) και Thusnelde (1744), οι οποίες όμως ουδέποτε παρουσιάστηκαν στο κοινό.

Πολλά από τα κείμενα μουσικοκριτικής του έχουν χαθεί, και από αυτά που σώζονται μεγαλύτερη προσοχή δόθηκε στην αρνητική κριτική του για τον Γ. Σ. Μπαχ. στο Der critische Musikus[6]. Αυτή είναι ίσως και η σημαντικότερη αξιολόγηση του έργου του Μπαχ που εκδόθηκε ενόσω βρισκόταν εν ζωή. Μεταξύ άλλων, ο Σάιμπε επέκρινε τον συνθέτη Μπαχ για έλλειψη αβρότητας, για το συγκεχυμένο ύφος του και την υπερβολή στην τέχνη του. Αναφέρεται ειδικότερα στην πολυπλοκότητα των έργων του που εν τέλει αφαιρεί από τα κομμάτια του την ομορφιά της αρμονίας συσκοτίζοντας τη μελωδία. Στην κριτική του Σάιμπε απάντησε, σε συνεννόηση με τον Μπαχ, ο καθηγητής ρητορικής του Πανεπιστημίου της Λειψίας, Γιόχαν Άμπραχαμ Μπίρνμπαουμ, με επιστολή που δημοσιεύτηκε και στην έκδοση Musikalische Bibliothek του Λόρεντς Μίτσλερ. Το ζήτημα έλαβε τελικά διαστάσεις πολεμικής, στα πλαίσια της οποίας ο Σάιμπε έγραψε ένα σατιρικό κείμενο για τον Μπαχ, υπογεγραμμένο με το ψευδώνυμο Κορνέλιους[7]. Από αρκετούς βιογράφους του Μπαχ έχει υποστηριχθεί πως η κριτική του Σάιμπε ήταν ενδεχομένως επηρεασμένη από την προσωπική πικρία του, λόγω της απόρριψής του για τη θέση του οργανίστα στη Λειψία, ωστόσο δεν υπάρχουν ισχυρά τεκμήρια για αυτό. Εξάλλου, από άλλα κείμενα του Der critische Musikus, είναι σαφές πως ο Σάιμπε εκτιμούσε και θαύμαζε τον Μπαχ. Επιπλέον, η κριτική σχετικά με την έλλειψη μελωδικότητας των έργων του απηχούσε μια κοινή άποψη, που σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί αιρετική για τα δεδομένα της εποχής[8].

Έγραψε επίσης μία βιογραφία του Λούντβιχ Χόλμπεργκ και μετέφρασε κλασικά έργα της δανικής λογοτεχνίας στη γερμανική γλώσσα.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 (Γαλλικά) BNF authorities. data.bnf.fr/ark:/12148/cb140464692. Ανακτήθηκε στις 10  Οκτωβρίου 2015.
  2. 2,0 2,1 2,2 Γερμανική Εθνική Βιβλιοθήκη, Κρατική Βιβλιοθήκη του Βερολίνου, Βαυαρική Κρατική Βιβλιοθήκη, Εθνική Βιβλιοθήκη της Αυστρίας: Gemeinsame Normdatei. Ανακτήθηκε στις 27  Απριλίου 2014.
  3. Γερμανική Εθνική Βιβλιοθήκη, Κρατική Βιβλιοθήκη του Βερολίνου, Βαυαρική Κρατική Βιβλιοθήκη, Εθνική Βιβλιοθήκη της Αυστρίας: Gemeinsame Normdatei. Ανακτήθηκε στις 11  Δεκεμβρίου 2014.
  4. SNAC. w65h7xvk. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  5. Γερμανική Εθνική Βιβλιοθήκη, Κρατική Βιβλιοθήκη του Βερολίνου, Βαυαρική Κρατική Βιβλιοθήκη, Εθνική Βιβλιοθήκη της Αυστρίας: Gemeinsame Normdatei. Ανακτήθηκε στις 31  Δεκεμβρίου 2014.
  6. Schiebe, Johann Adolph (1738). Der critische Musicus. Τόμος 1ος. Hamburg: Beneke, σελ. 46-47
  7. Wolff, Christoph (1998). David, H. T. & Mendel, A.. επιμ. The New Bach Reader. New York: W. W. Norton & Company, σελ. 350
  8. George J. Buelow. "Scheibe, Johann Adolph." Grove Music Online. Oxford Music Online. Oxford University Press, 20 Αυγούστου 2016

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • George J. Buelow. "Scheibe, Johann Adolph." Grove Music Online. Oxford Music Online. Oxford University Press, 20 Αυγούστου 2016

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]