Γιοχάνες Ρ. Μπέχερ
Ο Γιοχάνες Ρ. Μπέχερ (γερμανικά: Johannes R. Becher) (22 Μαΐου 1891 - 11 Οκτωβρίου 1958) ήταν Γερμανός πολιτικός, συγγραφέας και ποιητής. Μέλος του Ενιαίου Σοσιαλιστικού Κόμματος Γερμανίας, διετέλεσε Υπουργός Πολιτισμού στην κυβέρνηση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας από το 1954 έως το 1958. Είναι επίσης γνωστός για τη συγγραφή των στίχων του εθνικού ύμνου της ΛΔΓ.[15]
Βιογραφικά στοιχεία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Πρώτα χρόνια
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο Γιοχάνες Ρ. Μπέχερ γεννήθηκε στο Μόναχο το 1891 και ήταν γιος δικαστή. Η ανατροφή από τον αυστηρό πατέρα του ήταν δύσκολη και συχνά δεν μπορούσε να ανταπεξέλθει στη συνεχή πίεση για μελέτη. Βρήκε καταφύγιο στη γιαγιά του, η οποία πιθανότατα ξύπνησε μέσα του το πάθος για τη λογοτεχνία και την ποίηση. Λόγω των κακών βαθμών του στο σχολείο, ο πατέρας του τον κατεύθυνε προς τη στρατιωτική καριέρα, η οποία αρχικά του άρεσε. Ωστόσο, η επιθυμία να γίνει ποιητής ήταν ισχυρότερη και πολλές έντονες διαφωνίες μεταξύ πατέρα και γιου ήταν αναπόφευκτες.[16]
Το 1910, σε μια κρίση νεανικής απελπισίας, επιχείρησε να αυτοκτονήσει μαζί με την αγαπημένη του Φάνι Φους, η οποία ήταν 7 χρόνια μεγαλύτερή του. Ακολουθώντας το παράδειγμα του Χάινριχ φον Κλάιστ, πυροβόλησε πρώτα τη φίλη του και μετά τον εαυτό του. Εκείνη υπέκυψε στα τραύματα, ο ίδιος επέζησε τραυματισμένος σοβαρά. Χάρη στις προσπάθειες του πατέρα του, δεν απαγγέλθηκαν κατηγορίες εναντίον του με το αιτιολογικό της μειωμένης ευθύνης, κηρύχθηκε νομικά παράφρων βάσει του άρθρου 51 του πρώην Ποινικού Κώδικα και δεν τιμωρήθηκε. Η πρώιμη ποίησή του εκφράζει την προσπάθεια να αποδεχτεί την πράξη του. Εν τω μεταξύ, έγραφε εκρηκτικές επιστολές επαινώντας το λογοτεχνικό του είδωλο, Ρίχαρντ Ντέμελ.[17]
Από το 1911 άρχισε να σπουδάζει ιατρική και φιλοσοφία στο Μόναχο και την Ιένα αλλά εγκατέλειψε τις σπουδές του και άρχισε να γράφει, με τα πρώτα του έργα να εμφανίζονται το 1913. Ο τραυματισμός από την απόπειρα αυτοκτονίας του τον κατέστησε ακατάλληλο για στρατιωτική θητεία, ήταν ένθερμος πολέμιος του πολέμου και έγραψε κατηγορητήρια και εκκλήσεις για δράση κατά του πολέμου. Εθίστηκε στη μορφίνη, με την οποία πάλεψε μεταξύ 1913 και 1918 με πολυάριθμες προσπάθειες αποτοξίνωσης σε ψυχιατρικές κλινικές.
Πολιτική δραστηριότητα στη Γερμανία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Αναζήτησε νέα κοινωνικά ιδανικά και προσπάθησε να απελευθερωθεί από την ανατροφή του στη μεσαία τάξη. Η ανάγνωση έργων του Μαξίμ Γκόρκι, του Λένιν και του Μαρξ τον βοήθησε να ξεκόψει από το παρελθόν του. Τη δεκαετία του 1920, μετέφρασε ποιήματα του Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι. Συμμετείχε σε κομμουνιστικές οργανώσεις: το 1917 εντάχθηκε στο Ανεξάρτητο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας και το 1918 στην Ένωση Σπάρτακος, από την οποία προέκυψε το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας (KPD). Το 1920 εγκατέλειψε το KPD, απογοητευμένος από την αποτυχία της Νοεμβριανής Επανάστασης αλλά το 1923 επέστρεψε και δραστηριοποιήθηκε στο κόμμα.
Εκείνη την εποχή, ήταν μέρος της λογοτεχνικής πρωτοπορίας, μέλος μιας καλλιτεχνικής ομάδας με έδρα το Μαγδεμβούργο, και έγραφε σε εξπρεσιονιστικό ύφος, από το οποίο αργότερα αποστασιοποιήθηκε.
Το 1925, η αντίδραση της κυβέρνησης κατά του αντιπολεμικού μυθιστορήματός του Ο μόνος δίκαιος πόλεμος, είχε ως αποτέλεσμα να κατηγορηθεί για «λογοτεχνική εσχάτη προδοσία». Ωστόσο, η δίκη σταμάτησε το 1928 μετά από διαμαρτυρίες συγγραφέων. Το 1928, ο Μπέχερ έγινε ιδρυτικό μέλος του Συνδέσμου Προλετάριων-Επαναστατών Συγγραφέων, προσκείμενο στο Κομμουνιστικό Κόμμα, και συν-εκδότης του περιοδικού του συνδέσμου Η αριστερή στροφή. Από το 1932, έγινε εκδότης της εφημερίδας Η κόκκινη σημαία.[18]
Φεύγοντας από τους Ναζί
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Μετά τον εμπρησμό του Ράιχσταγκ, ο Μπέχερ μπήκε στη μαύρη λίστα των Ναζί, αλλά διέφυγε στην Πράγα μετά από μερικές εβδομάδες. Ταξίδεψε στη Ζυρίχη και το Παρίσι, όπου έζησε για ένα διάστημα στη μεγάλη κοινότητα των μεταναστών. Εκεί το πορτρέτο του φιλοτέχνησε ο Ούγγρος καλλιτέχνης Λάγιος Τιχάνι, με τον οποίο έγινε φίλος.
Το 1935, με τη σύζυγό του μετανάστευσαν στη Σοβιετική Ένωση, όπως και άλλα μέλη της κεντρικής επιτροπής του KPD. Στη Μόσχα έγινε αρχισυντάκτης του γερμανικού περιοδικού για πολιτικούς εξόριστους. Σύντομα, βρέθηκε εν μέσω της Μεγάλης Εκκαθάρισης. Το 1935 κατηγορήθηκε για διασυνδέσεις με τον Λέον Τρότσκι και από το 1936 του απαγορεύτηκε η έξοδος από την ΕΣΣΔ (ήθελε να πάει στον εμφύλιο στην Ισπανία το 1936). Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, πάλευε με την κατάθλιψη και προσπάθησε αρκετές φορές να αυτοκτονήσει.[19]
Μετά τη γερμανική εισβολή στη Σοβιετική Ένωση τον Ιούνιο του 1941, η κυβέρνηση απομάκρυνε τους Γερμανούς κομμουνιστές και ο Μπέχερ βρέθηκε στην Τασκένδη, όπως και οι περισσότεροι κομμουνιστές μετανάστες. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του εκεί, έγινε φίλος με τον Ούγγρο φιλόσοφο Γκέοργκ Λούκατς, ο οποίος επίσης εκτοπίσθηκε εκεί. Μελέτησαν μαζί τη λογοτεχνία του 18ου και 19ου αιώνα και ο Μπέχερ στράφηκε από τον μοντερνισμό στον σοσιαλιστικό ρεαλισμό.
Ο Μπέχερ ανακλήθηκε στη Μόσχα το 1942. Το 1943, έγινε ένας από τους ιδρυτές της αντιναζιστικής Εθνικής Επιτροπής για μια Ελεύθερη Γερμανία.
Επιστροφή στην Ανατολική Γερμανία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, επέστρεψε στη Γερμανία και εγκαταστάθηκε στη σοβιετική ζώνη κατοχής. Εκεί διορίστηκε σε διάφορες πολιτιστικές-πολιτικές θέσεις. Συμμετείχε στην ίδρυση του Πολιτιστικού Συλλόγου της ΛΔΓ και ίδρυσε εκδοτικό οίκο και λογοτεχνικό περιοδικό.
Από το 1946, ήταν μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του Ενιαίου Σοσιαλιστικού Κόμματος Γερμανίας. Μετά την ίδρυση της ΛΔΓ το 1949, έγινε μέλος του Λαϊκού Επιμελητηρίου και έγραψε τους στίχους μιας μελωδίας του Χανς Άισλερ, η οποία έγινε ο εθνικός ύμνος της ΛΔΓ.[20]
Συνέβαλε στην ίδρυση της Ακαδημίας Τεχνών της ΛΔΓ στο Βερολίνο και διετέλεσε πρόεδρός της από το 1953 έως το 1956, διαδεχόμενος τον Άρνολντ Τσβάιχ. Τον Ιανουάριο του 1953 έλαβε το Βραβείο Ειρήνης Στάλιν (που αργότερα μετονομάστηκε σε Βραβείο Ειρήνης Λένιν) στη Μόσχα.[19]
Από το 1954 έως το 1958, ο Μπέχερ διετέλεσε Υπουργός Πολιτισμού της ΛΔΓ. Όταν η καταστολή και η λογοκρισία στη Σοβιετική Ένωση χαλάρωσαν λόγω της πολιτικής αποσταλινοποίησης και ειρηνικής συνύπαρξης με άλλα έθνη του Νικίτα Χρουστσόφ,[21] ο Μπέχερ έπεσε σε δυσμένεια. Οι εσωτερικές διαμάχες του κόμματος οδήγησαν τελικά στον πολιτικό υποβιβασμό του.
Το 1958, λόγω επιδείνωσης της υγείας του, ο Μπέχερ παραιτήθηκε από όλα τα αξιώματα και τις λειτουργίες του. Πέθανε από καρκίνο στις 11 Οκτωβρίου 1958 στο κυβερνητικό νοσοκομείο του Ανατολικού Βερολίνου. Σύζυγός του ήταν η Γερμανίδα συγγραφέας και δημοσιογράφος Λίλι Κόρπους-Μπέχερ, η οποία έγραψε τη βιογραφία του το 1963.
Βραβεία και διακρίσεις
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- 1953: Βραβείο Ειρήνης Στάλιν (αργότερα μετονομάστηκε σε Βραβείο Ειρήνης Λένιν )
- 1954: Ασημένιο Τάγμα «Για Αξία προς την Πατρίδα» (ΛΔΓ)
- Στη Λειψία το 1955 ιδρύθηκε το Γερμανικό Ινστιτούτο Λογοτεχνίας, το οποίο αρχικά ονομάστηκε Ινστιτούτο Μπέχερ. Σκοπός του ήταν η εκπαίδευση σοσιαλιστών συγγραφέων.
- Το Βραβείο Γιοχάνες Ρ. Μπέχερ απονέμονταν ως κρατικό βραβείο της ΛΔΓ για γερμανόφωνη ποίηση από το 1961 έως το 1989.
Λογοτεχνικό έργο
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Από το 1913 και μετά, ο Μπέχερ θεωρήθηκε ένας από τους σημαντικότερους εξπρεσιονιστές ποιητές, ιδιαίτερα με το έργο Παρακμή και Θρίαμβος (2 τόμοι, 1914), μια έντονη επίθεση στην προπολεμική κοινωνική τάξη. Από το 1923 και τα επόμενα χρόνια αφιερώθηκε στον ριζοσπαστικό κομμουνιστικό ακτιβισμό, τον οποίο προσπάθησε να συνδέσει ποιητικά με τις εξελίξεις της πρωτοπορίας, όπως φαίνεται στο αντιπολεμικό μυθιστόρημά του Ο μόνος δίκαιος πόλεμος και στην ποιητική συλλογή Μηχανικοί ρυθμοί, όπου τονίζει την παρακμή της καπιταλιστικής κοινωνίας (και τα δύο του 1926).
Όταν βρέθηκε στην εξορία, υιοθέτησε μια πιο απλή αφηγηματική τεχνοτροπία για να απευθυνθεί πιο εύκολα στις μάζες και να είναι χρήσιμος στον πολιτικό σκοπό. Το 1940 στη Μόσχα δημοσίευσε το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα με τίτλο Αποχαιρετισμός. Μετά τον θάνατο του Στάλιν έγραψε το ποίημα Ευχαριστίες. Είναι επίσης ο συγγραφέας του Auferstanden aus Ruinen, το οποίο το 1949 υιοθετήθηκε ως ο εθνικός ύμνος της Γερμανικής Λαϊκής Δημοκρατίας.[22]
Μετά την επιστροφή του στη Γερμανία το 1945, ως μέλος του κόμματος και αργότερα υπουργός, στα επίσημα καθήκοντά του περιλαμβάνονταν η ανάπτυξη και εφαρμογή της κεντρικά ελεγχόμενης πολιτιστικής πολιτικής του κόμματος και η κρατική λογοκρισία στη ΛΔΓ. Σαν αποτέλεσμα, τα έργα του είχαν στόχο την οικοδόμηση της νέας κοινωνίας και τη διαπαιδαγώγηση των συμπατριωτών του στα πλαίσια του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Έτσι, εξυμνεί την Οκτωβριανή Επανάσταση, τους ηγέτες της, την αποστολή λύτρωσης του προλεταριάτου και την παγκόσμια αδελφοσύνη, με χαρακτηριστικούς τίτλους: Εργάτες, αγρότες, στρατιώτες. Στρατηγική για ένα επαναστατικό πολεμικό δράμα, Αιώνια σε αναταραχή, Εμπρός, κόκκινο μέτωπο!, Στον τάφο του Λένιν, Δολοφονία στο στρατόπεδο Χόενσταϊν. Αναφορές από το Τρίτο Ράιχ, Επιστροφή στην πατρίδα.
Αργά στη ζωή του, ο Μπέχερ αποκήρυξε τον κομμουνισμό. Το βιβλίο του Η Ποιητική Αρχή, στο οποίο αποκαλεί τον κομμουνισμό το θεμελιώδες λάθος της ζωής μου, (Grundirrtum meines Lebens) δημοσιεύθηκε το 1988.
Φήμη
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο Μπέχερ θεωρούνταν μια από τις σημαντικότερες ποιητικές φωνές της γενιάς του, ιδιαίτερα κατά τα χρόνια του Εξπρεσιονισμού, και εκτιμήθηκε από προσωπικότητες όπως ο Άλφρεντ Ντέμπλιν και ο Τόμας Μαν κατά την εξορία του. Επηρέασε σημαντικά την πολιτιστική πολιτική της ΛΔΓ στα πρώτα της χρόνια, ωστόσο, τα έργα του δεν έγιναν αποδεκτά από άλλους συγγραφείς της εποχής του, όπως ο Μπέρτολτ Μπρεχτ και ο Στέφαν Χέρμλιν.
Λόγω της πολιτικής του δραστηριότητας, η φήμη του επιδεινώθηκε στα μεταπολεμικά χρόνια και ιδιαίτερα μετά την επανένωση της Γερμανίας, οπότε η έρευνα για το έργο του σταμάτησε και έκτοτε επικεντρώθηκε στα πρώιμα καινοτόμα εξπρεσιονιστικά του έργα. Τα μεταγενέστερα, έχουν ιστορικό ενδιαφέρον καθώς είναι αντιπροσωπευτικά της προπαγανδιστικής λογοτεχνίας της ΛΔΓ κατά τη διάρκεια του Ψυχρού πολέμου.[17]
Παραπομπές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- 1 2 Εθνική Βιβλιοθήκη της Γερμανίας: «Gemeinsame Normdatei» (Γερμανικά) Ανακτήθηκε στις 9 Απριλίου 2014.
- 1 2 «Encyclopædia Britannica» (Αγγλικά) biography/Johannes-Robert-Becher. Ανακτήθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2017.
- ↑ (Αγγλικά) Find A Grave. 6616843. Ανακτήθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2017.
- ↑ Εθνική Βιβλιοθήκη της Γερμανίας: «Gemeinsame Normdatei» (Γερμανικά) Ανακτήθηκε στις 10 Δεκεμβρίου 2014.
- 1 2 «Большая советская энциклопедия» (Ρωσικά) Η Μεγάλη Ρωσική Εγκυκλοπαίδεια. Μόσχα. 1969. Ανακτήθηκε στις 28 Σεπτεμβρίου 2015.
- ↑ «Большая советская энциклопедия» (Ρωσικά) Η Μεγάλη Ρωσική Εγκυκλοπαίδεια. Μόσχα. 1969. Ανακτήθηκε στις 27 Σεπτεμβρίου 2015.
- ↑ (Αγγλικά) Find A Grave. 6616843.
- ↑ CONOR.SI. 14590051.
- 1 2 The Fine Art Archive. 3489. Ανακτήθηκε στις 1 Απριλίου 2021.
- ↑ Ανακτήθηκε στις 20 Ιουνίου 2019.
- 1 2 3 4 (Γερμανικά) Κατάλογος της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Γερμανίας. 118507931.
- ↑ 14788694b.
- ↑ «Encyclopædia Britannica» (Αγγλικά) biography/Johannes-Robert-Becher.
- ↑ www
.bundesstiftung-aufarbeitung .de /de /recherche /kataloge-datenbanken /biographische-datenbanken /johannes-robert-becher. Ανακτήθηκε στις 6 Δεκεμβρίου 2022. - ↑ . «munzinger.de/register/portrait/biographien/becher/johannes».
- ↑ . «britannica.com/biography/Johannes-Robert-Becher».
- 1 2 . «deutsche-biographie.de/johannes r. becher».
- ↑ . «dhm.de/lemo/biografie/johannes-becher».
- 1 2 . «bundesstiftung-aufarbeitung.de/de/recherche/kataloge-datenbanken/biographische-datenbanken/johannes-robert-becher».
- ↑ . «lernhelfer.de/schuelerlexikon/deutsch-abitur/artikel/johannes-r-becher».
- ↑ Την περίοδο από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 έως τα μέσα της δεκαετίας του 1960
- ↑ . «deutschlandfunk.de/alexander-behrens-johannes-r-becher-eine-politische».