Γιαζίντ ιμπν Αμπί Σουφγιάν
| Γιαζίντ ιμπν Αμπί Σουφγιάν | |
|---|---|
| Γενικές πληροφορίες | |
| Όνομα στη μητρική γλώσσα | يزيد بن أبي سفيان بن حرب بن أمية (Αραβικά) και يزيد بن صخر بن حرب (Αραβικά) |
| Θάνατος | 639 ή Νοέμβριος 639 ή 639 (specified date of Islamic calendar) Εμμαούς |
| Αιτία θανάτου | πανώλη |
| Συνθήκες θανάτου | φυσικά αίτια |
| Θρησκεία | Ισλάμ |
| Εκπαίδευση και γλώσσες | |
| Ομιλούμενες γλώσσες | Αραβικά |
| Πληροφορίες ασχολίας | |
| Ιδιότητα | στρατιωτικός ηγέτης εμίρης Σύντροφοι του Προφήτη |
| Οικογένεια | |
| Γονείς | Αμπού Σουφγιάν ιμπν Χαρμπ και Zaynab bint Nawfal |
| Αδέλφια | Μωαβίας Α', Ράμλα μπιντ Αμπού Σουφγιάν, Amr ibn Abi Sufyan, Hind bint Abi Sufyan Hanzala ibn Abi Sufyan |
| Οικογένεια | Δυναστεία των Ομεϋαδών |
| Στρατιωτική σταδιοδρομία | |
| Πόλεμοι/μάχες | Battle of Hunayn, μάχη του Ατζνανταΐν, Μάχη του ποταμού Γιαρμούκ και Πολιορκία της Δαμασκού (634) |
| Αξιώματα και βραβεύσεις | |
| Αξίωμα | Governor of the Levant (640) |
Ο Γιαζίντ ιμπν Αμπί Σουφγιάν ιμπν Χαρμπ ιμπν Ουμαγιά , αραβ.: (απεβ. το 639) ήταν κορυφαίος Άραβας Μουσουλμάνος διοικητής στην κατάκτηση τής Συρίας από το 634 μέχρι το τέλος του στην επιδημία του Άμβας το 639. Μετά την κατάληψη τής Δαμασκού γύρω στο 635, τοποθετήθηκε στη διοίκηση τής πόλης και τής στρατιωτικής της περιοχής. Μετά το τέλος τού γενικού Μουσουλμάνου διοικητή τής Συρίας, Αμπού Ουμπαϊντά ιμπν αλ-Τζαράχ, το 639, διορίστηκε από τον χαλίφη Ουμάρ (βασ. 634–644 ) κυβερνήτης τής Δαμασκού, τής Ιορδανίας και τής Παλαιστίνης.
Ο Γιαζίντ ήταν ο μεγαλύτερος ετεροθαλής αδελφός τού Μουαβίγια ιμπν Αμπί Σουφγιάν, ο οποίος διορίστηκε διάδοχός του στη Δαμασκό και την Ιορδανία από τον Ουμάρ, και σταδιακά έγινε κυβερνήτης ολόκληρης τής Συρίας.
Πρώιμη ζωή
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Ο Γιαζίντ ήταν γιος τού Αμπού Σουφιάν, αρχηγού τής φυλής Κουράις τής Μέκκας, που ανήκε στον κλάδο Ουμαγιά της φυλής Μπανού Αμπντ Σαμς. Η μητέρα του ήταν η Ζαϊνάμπ μπιντ Ναουφάλ (επίσης γνωστή ως Ζαϊνάμπ μπιντ Χασίμ) τής φυλής Κινανά. [1] Ασπάστηκε το Ισλάμ με τον πατέρα του και τον ετεροθαλή (από την πλευρά τού πατέρα του) αδελφό του, Μουαβίγια, όταν ο ισλαμιστής προφήτης Μωάμεθ κατέλαβε τη Μέκκα το 630. [2]
Λίγο αργότερα, πολέμησε με τούς Μουσουλμάνους εναντίον τής φυλής Θακίφ και των νομαδικών συμμάχων της στη Μάχη τού Χουναγίν. Ήταν μεταξύ των Κουραϊσιτών που ο Ισλαμιστής προφήτης απέκτησε με δώρα: ο Γιαζίντ έλαβς εκατό καμήλες και 40 ουγγιές αργύρου. [2]
Ο Γιαζίντ ήταν νυμφευμένος με τη Φακιτά, κόρη τού στενού συντρόφου τού Μωάμεθ, Αμπντ αλ-Ραχμάν ιμπν Αούφ. [3]
Διοικητής και κυβερνήτης στη Συρία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο Γιαζίντ διορίστηκε από τον χαλίφη Αμπού Μπακρ (βασ. 632–634), έναν από τούς κύριους διοικητές τής μουσουλμανικής κατάκτησης τής Ρωμαϊκής Συρίας, η οποία ξεκίνησε το 633 ή το 634. [2] Ο Γιαζίντ και οι άνδρες του, οι οποίοι αριθμούσαν μεταξύ 3.000 και 7.500 σύμφωνα με τις πηγές, αρχικά στάλθηκαν στην περιοχή Μπάλκα ανατολικά και βορειοανατολικά τής Νεκράς Θαλάσσης. [4]
Τον Μάιο τού 634, ο Γιαζίντ και οι άλλοι κύριοι διοικητές, συμπεριλαμβανομένων των Αμρ ιμπν αλ-Ας, Σουραχμπίλ ιμπν Χασανά και Χαλίντ ιμπν αλ-Ουαλίντ, πολιόρκησαν και κατέλαβαν τη Μπόσρα, την πρώτη μεγάλη Ρωμαϊκή πόλη, που έπεσε στα χέρια των Μουσουλμάνων στη Συρία. [5] Μετά τη σημαντική νίκη τους εναντίον των Ρωμαίων στη Μάχη τού Ατζνανταΐν, κατά την οποία ο Γιαζίντ ενήργησε ως υποδιοικητής, [5] ξεκίνησε περαιτέρω επιχειρήσεις στη Μπάλκα. Μεταξύ αυτών ήταν η κατάληψη τού φρουρίου τού Αμμάν το 635. [2]
Ο Γιαζίντ συμμετείχε στην πολιορκία τής Δαμασκού, η οποία ξεκίνησε το 634. [6] Μετά την πτώση τής πόλης το 635, [4] ή αργότερα το 637, ο Γιαζίντ έγινε αναπληρωτής κυβερνήτης τής Δαμασκού υπό τη γενική διοίκηση τού Αμπού Ουμπαΐντά ιμπν αλ-Τζαράχ επί των Μουσουλμάνων στη Συρία. [7] Από τη Δαμασκό, σύμφωνα με ορισμένες από τις πρώτες μουσουλμανικές πηγές, ο Γιαζίντ έστειλε υποδιοικητές σε διάφορα μέρη, συμπεριλαμβανομένου τού Ντιχιά ιμπν Χαλιφά των Μπανού Καλμπ στην Παλμύρα στην έρημο στα βορειοανατολικά, και κάποιου Ζαχρά των Μπανού Κουσαΐρ στην πεδιάδα Βαταναία στην περιοχή Χαουράν νότια τής Δαμασκού. Οι υπερασπιστές και των δύο τόπων συνθηκολόγησαν μετά από διαπραγματεύσεις. [8] Αργότερα έφυγε από τη Δαμασκό, για να αντιμετωπίσει μία Ρωμαϊκή δύναμη με επικεφαλής έναν πατρίκιο, τον Θεόδωρο, που στάλθηκε από τον Ρωμαίο Αυτοκράτορα Ηράκλειο, για να ανακαταλάβει την πόλη. Ο Γιαζίντ ενισχύθηκε από τον Χαλίντ και οι Ρωμαίοι ηττήθηκαν. [9]
Στη Μάχη τού Γιαρμούκ το 636, όπου οι Μουσουλμάνοι σημείωσαν αποφασιστική νίκη εναντίον των Ρωμαίων, η οποία εδραίωσε και επέκτεινε την κατάκτηση μεγάλου μέρους τής Συρίας, ο Γιαζίντ ήταν ένας από τούς τέσσερις κύριους Μουσουλμάνους διοικητές πεδίου. [10] Αυτός και ο Μουαβίγια ξεκίνησαν επίσης επιχειρήσεις εναντίον των συριακών παράκτιων περιοχών, καταλαμβάνοντας τις μεσογειακές πόλεις-λιμάνια Σιδώνα, Βηρυτό και Βύβλο. [11]
Όταν ο Αμπού Ουμπαΐντά απεβίωσε από την πανώλη τού Άμβας το 639, ο Γιαζίντ διορίστηκε από τον χαλίφη Ουμάρ (βασ. 634–644) ως κυβερνήτης τής Δαμασκού, τής Ιορδανίας και τής Παλαιστίνης. [12] Η πανώλη είχε πλήξει μεγάλο μέρος τής Συρίας, και είχε τεράστιο αντίκτυπο στα μουσουλμανικά στρατεύματα εκεί. Αργότερα, το 639, ο Γιαζίντ υπέκυψε και αυτός στην πανώλη. Δεν άφησε παιδιά. [2] Ο Ουμάρ διόρισε τον Μουαβίγια στη θέση τού αδελφού του, ως κυβερνήτη τής Δαμασκού και τής Ιορδανίας. [13]
Η περιγραφή του
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο Γιαζίντ αναφέρεται σε μεταγενέστερες ισλαμικές πηγές ως «Γιαζίντ αλ-Χαΐρ» (Γιαζίντ ο Καλός) λόγω τού θετικά αντιληπτού ρόλου του στην συριακή κατάκτηση. Λόγω τής φύσης τού θανάτου του κατά τη διάρκεια εμπόλεμης κατάστασης, θεωρείται από αυτές τις πηγές shahid (μάρτυρας). [2]
Αναφορές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ Caskel 1966, σελ. 596.
- 1 2 3 4 5 6 Bosworth 2002, σελ. 312.
- ↑ Ahmed 2007, σελ. 448.
- 1 2 Donner 2014.
- 1 2 Donner 2014, σελ. 129.
- ↑ Donner 2014, σελ. 131.
- ↑ Madelung 1997.
- ↑ Donner 2014, σελ. 137.
- ↑ Donner 2014, σελ. 138.
- ↑ Donner 2014, σελ. 361.
- ↑ Donner 2014, σελ. 154.
- ↑ Madelung 1997, σελ. 61.
- ↑ Hinds 1993, σελ. 264.
Βιβλιογραφία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Ahmed, Asad Q. (2007). «Prosopography and Reconstruction of the Hijazi History for the Early Islamic Period: The Case of the Awfid Family». Στο: Keats-Rohan, επιμ. Prosopography Approaches and Applications: A Handbook. Oxford: University of Oxford. ISBN 978-1-900934-12-1.
- Bosworth, C. E. (2002). "Yazīd b. Abī Sufyān". In Bearman, P. J.; Bianquis, Th.; Bosworth, C. E.; van Donzel, E. & Heinrichs, W. P. (eds.). The Encyclopaedia of Islam, Second Edition. Volume XI: W–Z. Leiden: E. J. Brill. p. 312. ISBN 978-90-04-12756-2.
- Caskel, Werner (1966). Ğamharat an-nasab: Das genealogische Werk des His̆ām ibn Muḥammad al-Kalbī, Volume II (στα German). Leiden: Brill.
- Donner, Fred M. (2014) [1981]. The Early Islamic Conquests. Princeton: Princeton University Press. ISBN 978-0-691-05327-1.
- Hinds, Martin (1993). "Muʿāwiya I b. Abī Sufyān". In Bosworth, C. E.; van Donzel, E.; Heinrichs, W. P. & Pellat, Ch. (eds.). The Encyclopaedia of Islam, Second Edition. Volume VII: Mif–Naz. Leiden: E. J. Brill. pp. 263–268. ISBN 978-90-04-09419-2.
- Madelung, Wilferd (1997). The Succession to Muhammad: A Study of the Early Caliphate. Cambridge: Cambridge University Press. ISBN 0-521-56181-7.
Εξωτερικοί σύνδεσμοι
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Πολυμέσα σχετικά με το θέμα Γιαζίντ ιμπν Αμπί Σουφγιάν στο Wikimedia Commons