Γιάνος Άρανυ
| Γιάνος Άρανυ | |
|---|---|
| Γενικές πληροφορίες | |
| Όνομα στη μητρική γλώσσα | Arany János (Ουγγρικά) |
| Γέννηση | 2 Μαρτίου 1817 Salonta |
| Θάνατος | 22 Οκτωβρίου 1882 Βουδαπέστη |
| Αιτία θανάτου | πνευμονία |
| Συνθήκες θανάτου | φυσικά αίτια |
| Τόπος ταφής | Fiume Road Graveyard |
| Χώρα πολιτογράφησης | Ουγγαρία |
| Εκπαίδευση και γλώσσες | |
| Μητρική γλώσσα | Ουγγρικά |
| Ομιλούμενες γλώσσες | Ουγγρικά |
| Σπουδές | Debreceni Református Kollégium (1833–1836) |
| Πληροφορίες ασχολίας | |
| Ιδιότητα | γλωσσολόγος ποιητής συγγραφέας δημοσιογράφος μεταφραστής |
| Αξιοσημείωτο έργο | Toldi trilogy |
| Οικογένεια | |
| Σύζυγος | Julianna Ercsey |
| Τέκνα | Julianna Arany László Arany |
| Συγγενείς | Sándor Ercsey (κουνιάδος) |
| Αξιώματα και βραβεύσεις | |
| Βραβεύσεις | Τάγμα του Αγίου Στεφάνου της Ουγγαρίας (1867) |
| Υπογραφή | |
Ο Γιάνος Άρανυ (ουγγρικά: János Arany) (2 Μαρτίου 1817 – 22 Οκτωβρίου 1882) ήταν Ούγγρος ποιητής, συγγραφέας, μεταφραστής και δημοσιογράφος. Υπήρξε ηγετική φυσιογνωμία του ουγγρικού ρομαντικού κινήματος, γνωστός για την αριστοτεχνική χρήση της γλώσσας. Η αφηγηματική ποίησή του συχνά εμπνεύστηκε από θέματα της ουγγρικής λαογραφίας και ιστορίας. Θεωρείται ο μεγαλύτερος επικός ποιητής της ουγγρικής λογοτεχνίας.[1]
Βιογραφικά στοιχεία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο Γιάνος Άρανυ γεννήθηκε το 1817 στη Νάγκισαλοντα, στην κομητεία Μπιχάρ, στο βασίλειο της Ουγγαρίας, στην Αυστριακή Αυτοκρατορία (σήμερα στη Ρουμανία) σε μια φτωχή αγροτική οικογένεια Καλβινιστών. Ήταν το τελευταίο παιδί των γονιών του, οι οποίοι τον μεγάλωσαν με μεγάλη φροντίδα, καθώς είχαν χάσει οκτώ από τα εννέα αδέλφια του από φυματίωση πριν από αυτόν. Έμαθε να διαβάζει και να γράφει νωρίς και διάβαζε οτιδήποτε μπορούσε να βρει στα ουγγρικά και τα λατινικά. Άρχισε να εργάζεται σε ηλικία 14 ετών ως βοηθός δάσκαλος για να στηρίξει οικονομικά τους ηλικιωμένους γονείς του. Παρά το οικογενειακό του υπόβαθρο, το οποίο δεν ήταν πλούσιο σε υλικά αγαθά, απέκτησε τόσο μεγάλη και πολύπλευρη πνευματική καλλιέργεια που μέχρι την ενηλικίωσή του είχε διαβάσει τα αριστουργήματα της λατινικής, ελληνικής, γερμανικής, αγγλικής και γαλλικής λογοτεχνίας στο πρωτότυπο, και έκανε επίσης σημαντικό μεταφραστικό έργο. Ήταν ένας από τους μεγαλύτερους γνώστες της ουγγρικής γλώσσας και διέθετε ένα ασύγκριτα πλούσιο λεξιλόγιο.[2]
Από το 1833 φοίτησε στο Πανεπιστήμιο του Ντέμπρετσεν όπου σπούδασε γερμανικά και γαλλικά, αν και γρήγορα κουράστηκε από την ακαδημαϊκή ζωή, εγκατέλειψε τις σπουδές του και έγινε μέλος περιοδεύοντος θιάσου. Αργότερα, εργάστηκε σαν δάσκαλος, συντάκτης εφημερίδας και σε διάφορες θέσεις γραμματέα.
Το 1840 παντρεύτηκε τη Τζουλιάνα Έρτσεϊ (1816–1885). Απέκτησαν δύο παιδιά, τη Τζουλιάνα, της οποίας ο πρόωρος θάνατος από πνευμονία συνέτριψε τον ποιητή, και τον Λάσλο, ο οποίος έγινε επίσης ποιητής και συλλέκτης ουγγρικών λαϊκών παραμυθιών.
Το 1847, ο Άρανυ έκανε αίσθηση στην ουγγρική λογοτεχνική σκηνή με το επικό ποίημα Τόλντι, το οποίο κέρδισε τον διαγωνισμό της Εταιρείας Κίσφαλουντυ, του μεγαλύτερου λογοτεχνικού συλλόγου της Ουγγαρίας, και έγινε δεκτό με ενθουσιασμό από το κοινό που διψούσε για πατριωτική λογοτεχνία σε γλώσσα που όλοι μπορούσαν να κατανοήσουν. Ο Σάντορ Πέτεφι έγραψε ένα ποίημα προς έπαινο του έργου και αυτή ήταν η αρχή της στενής φιλίας τους.[3]

Το 1848 ο Άρανυ συμμετείχε ενεργά στην Ουγγρική Επανάσταση, έγραφε πατριωτικά ποιήματα και για ένα σύντομο χρονικό διάστημα εξέδιδε μια κυβερνητική εφημερίδα για τους αγρότες. Μετά τη συντριβή της επανάστασης, βρήκε θέση δασκάλου μεταξύ 1851 και 1860 στο Ναγκίκορος, όπου το τοπικό μουσείο φέρει το όνομά του. Το 1858 εξελέγη μέλος της Ουγγρικής Ακαδημίας Επιστημών. Το 1860 εγκαταστάθηκε στη Βουδαπέστη, όπου εξέδιδε λογοτεχνικό περιοδικό και εξελέγη πρώτος γραμματέας και το 1870 γενικός γραμματέας της Ακαδημίας.
Μετά τον πρόωρο θάνατο της κόρης του το 1865 σταμάτησε να γράφει. Δεν έγραψε τίποτε μέχρι το καλοκαίρι του 1877, όταν άρχισε να εργάζεται στον ποιητικό κύκλο με τίτλο Φθινοπωρινά φύλλα, ο οποίος είναι ουσιαστικά διαφορετικός από τα προηγούμενα έργα του, και εκφράζει θέματα όπως τα γηρατειά ή η απώλεια αγαπημένων. Πέθανε στη Βουδαπέστη το 1882. [4]
Ο Γιάνος Άρανυ θεωρείται σήμερα ένας από τους μεγαλύτερους Ούγγρους ποιητές δίπλα στους Σάντορ Πέτεφι, Έντρε Όντυ, Μίκλος Ράντνοτι και Ατίλα Γιόζεφ.
Λογοτεχνικό έργο
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Το κύριο επικό έργο του είναι η τριλογία Τόλντι (1847), Ο έρωτας του Τόλντι (1848–79) και Η δύση του Τόλντι (1854). Ο ήρωάς του - ο ημιθρυλικός μεσαιωνικός ήρωας της ουγγρικής λαογραφίας Μίκλος Τόλντι, ένας νέος με μεγάλη σωματική δύναμη - είναι εμπνευσμένος από ένα έμμετρο χρονικό του 16ου αιώνα που γράφτηκε από τον Πέτερ Ίλοσβαι Σέλυμες. Τοποθετημένο στον 14ο αιώνα, το πρώτο μέρος της τριλογίας αφηγείται τις περιπέτειες του Τόλντι καθώς φτάνει στην βασιλική αυλή, το δεύτερο μέρος αφηγείται τον τραγικό του έρωτα και το τρίτο τις συγκρούσεις του με τον βασιλιά και τον θάνατό του. [2]Στο άλλο επικό του ποίημα, Στέφανος ο τρελός (1850), αποκαλύπτει τις ενδόμυχες προσωπικές του σκέψεις σε ένα παράξενο μείγμα χιούμορ και πικρίας. Άρχισε να εργάζεται σε μια τριλογία με θέμα τους Ούννους και την ουγγρική προϊστορία, αλλά ολοκλήρωσε μόνο το πρώτο μέρος της Ο θάνατος του βασιλιά Βούδα (1864), ένα από τα καλύτερα αφηγηματικά ποιήματα στην ουγγρική λογοτεχνία.[5]
Ένα από τα πιο διάσημα ποιήματά του είναι Οι βάρδοι της Ουαλίας (A Walesi Bárdok). Το έγραψε όταν ο Φραγκίσκος Ιωσήφ Α΄ της Αυστρίας επισκέφθηκε την Ουγγαρία για πρώτη φορά μετά την ήττα της Ουγγρικής Επανάστασης του 1848. Αρχικά, ο Άρανυ κλήθηκε να γράψει ένα ποίημα για να επαινέσει τον αυτοκράτορα, αλλά έγραψε με θέμα τις εκστρατείες του Εδουάρδου Α΄ της Αγγλίας και την υποδούλωση των Ουαλών και την καταπάτηση του πολιτισμού τους, κάνοντας έναν παραλληλισμό με τον τρόπο που η Αυστρία μεταχειρίστηκε την Ουγγαρία και τους Ούγγρους.[6]
Τα ποιήματά του είναι γεμάτα μελαγχολία. Τα ποιήματα της πρώτης περιόδου παρουσιάζουν το θρυλικό και ιστορικό παρελθόν του έθνους του. Τα γραμμένα τη δεκαετία του 1850, επισκιάζονται από την απώλεια του Πέτεφι και από την απελπισία του για το ουγγρικό έθνος. Το κύκνειο άσμα του Φθινοπωρινά φύλλα (Őszikék), ποιήματα γραμμένα λίγο πριν τον θάνατό του, αντανακλούν με συγκινητικό τρόπο το αίσθημα της απελπισίας και της μοναξιάς του.[7]
Έγραψε επίσης κριτικά δοκίμια και μετέφρασε στα ουγγρικά έργα μεγάλων συγγραφέων, όπως του Σαίξπηρ, του Αριστοφάνη, Μιχαήλ Λέρμοντοφ, Αλεξάντρ Πούσκιν και Μολιέρου.[8]
Παραπομπές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ . «britannica.com/biography/Janos-Arany».
- 1 2 . «arcanum.com/hu//janos-arany/».
- ↑ . «fractalart.gr/janos-arany/».
- ↑ . «akjournals.com/János Arany».
- ↑ . «lapidaris.com/us/arany-janos».
- ↑ . «allpoetry.com/Janos-Arany».
- ↑ . «magyarirodalom.elte.hu/sulinet/igyjo/setup/portrek/arany/arany».
- ↑ . «hungaryfoundation.org/aranykor/».