Μετάβαση στο περιεχόμενο

Γιάκομπ Φούγκερ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Γιάκομπ Φούγκερ
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Jakob Fugger (Γερμανικά)
Γέννηση6  Μαρτίου 1459[1]
Άουγκσμπουργκ[1]
Θάνατος30  Δεκεμβρίου 1525[1]
Άουγκσμπουργκ[1]
Τόπος ταφήςπαρεκκλήσι Φούγκερ
Χώρα πολιτογράφησηςΑγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία
ΘρησκείαΛατινική Εκκλησία
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςΓερμανικά
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότητατραπεζίτης[2]
έμπορος[3]
καινοτόμος επιχειρηματίας
Καθαρή θέση2.132.261 Γκoύλντεν
Οικογένεια
ΣύζυγοςSibylle Fugger (από 1498)[4][5]
ΓονείςΓιάκομπ Φούγκερ ο Πρεσβύτερος και Barbara Fugger
ΑδέλφιαΓκέοργκ Φούγκερ
Ούλριχ Φούγκερ ο Πρεσβύτερος
Marcus Fugger
Barbara Fugger
ΟικογένειαΦούγκερ του Κρίνου
Commons page Σχετικά πολυμέσα
Ο Γιάκομπ Φούγκερ ο Νεότερος, στο Στρατιωτικό Ιστορικό Μουσείο της Μπούντεσβερ, στη Δρέσδη.

Ο Γιάκομπ Φούγκερ με θυρεό τον κρίνο, γερμ.: Jakob Fugger von der Lilie (6 Μαρτίου 1459 – 30 Δεκεμβρίου 1525) από τον Οίκο των Φούγκερ, επίσης γνωστός ως Γιάκομπ Φούγκερ ο Πλούσιος ή μερικές φορές Γιάκομπ Β΄, ήταν σημαντικός Γερμανός έμπορος, επιχειρηματίας μεταλλείων και τραπεζίτης. Ήταν γόνος της εμπορικής οικογένειας Φούγκερ, που βρισκόταν στην Ελεύθερη Αυτοκρατορική Πόλη του Άουγκσμπουργκ. Γεννήθηκε στην πόλη αυτή, και αργότερα προήχθη μέσω γάμου σε Μεγάλο Αστό του Άουγκσμπουργκ (Großbürger zu Augsburg). Μέσα σε λίγες δεκαετίες επέκτεινε την οικογενειακή επιχείρηση, σε μία εταιρεία που δραστηριοποιούνταν σε όλη την Ευρώπη. Ξεκίνησε την εκπαίδευσή του σε ηλικία 14 ετών στη Βενετία, η οποία παρέμεινε και η κύρια κατοικία του μέχρι το 1487. Ταυτόχρονα ήταν κληρικός, και κατείχε αρκετές θέσεις πρεβεντάριου. Παρόλο που ζούσε σε μοναστήρι, ο Γιάκομπ έβρισκε χρόνο να μελετήσει την ιστορία των επενδύσεων στις πρώτες ασιατικές αγορές. Ο Αμερικανός δημοσιογράφος Γκρεγκ Στάινμετζ έχει εκτιμήσει τη συνολική του περιουσία σε περίπου 400 δισεκατομμύρια δολάρια, προσαρμοσμένη στα στοιχεία του 2015, που ισοδυναμεί με το 2% του ΑΕΠ της Ευρώπης εκείνη την εποχή. [6]

Τα θεμέλια του πλούτου της οικογένειας δημιουργήθηκαν κυρίως από το εμπόριο υφασμάτων με την Ιταλία. Η εταιρεία αναπτύχθηκε ραγδαία, αφότου οι αδελφοί Ούλριχ, Γκέοργκ και Γιάκομπ άρχισαν τραπεζικές συναλλαγές με τον Οίκο των Αψβούργων καθώς και με τη Ρωμαϊκή Κουρία, και ταυτόχρονα ξεκίνησαν μεταλλευτικές δραστηριότητες στο Τιρόλο, και από το 1493 και μετά άρχισαν την εξόρυξη αργύρου και χαλκού στα βασίλεια της Βοημίας και της Ουγγαρίας. Από το 1525 είχαν επίσης το δικαίωμα να εξορύσσουν υδράργυρο και κιννάβαρι στο Άλμαντεν.

Μετά το 1487 ο Γιάκομπ Φούγκερ ήταν ο de facto επικεφαλής των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων των Φούγκερ, οι οποίες σύντομα απέκτησαν σχεδόν μονοπωλιακή κυριαρχία στην ευρωπαϊκή αγορά χαλκού. [7] Ο χαλκός από την Ουγγαρία μεταφερόταν μέσω της Αμβέρσας στη Λισαβόνα, και από εκεί αποστελλόταν στην Ινδία. Ο Γιάκομπ Φούγκερ συνέβαλε επίσης στην πρώτη και μοναδική εμπορική αποστολή στην Ινδία στην οποία συνεργάστηκαν Γερμανοί έμποροι, με έναν πορτογαλικό στόλο προς τη δυτική ακτή της Ινδίας (1505–1506), καθώς και σε μία αποτυχημένη ισπανική εμπορική αποστολή στα νησιά Μαλούκου το 1525.

Με την υποστήριξή του στη δυναστεία των Αψβούργων ως τραπεζίτη, είχε καθοριστική επιρροή στην ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή της εποχής. Χρηματοδότησε την άνοδο του Μαξιμιλιανού Α΄ και έκανε σημαντικές συνεισφορές, για να εξασφαλίσει την εκλογή του βασιλιά Καρόλου Α΄ της Ισπανίας ως αυτοκράτορα της Γερμανίας (ως Κάρολος Ε΄). Ο Γιάκομπ Φούγκερ χρηματοδότησε επίσης τους γάμους των Αψβούργων, που αργότερα οδήγησαν στην απόκτηση των βασιλείων της Βοημίας και της Ουγγαρίας από τον Οίκο τους.

Ο Γιάκομπ Φούγκερ εξασφάλισε την υστεροφημία και τη διαρκή φήμη του μέσω των ιδρυμάτων του στο Άουγκσμπουργκ. Ένα παρεκκλήσιο που χρηματοδοτήθηκε από αυτόν και κτίστηκε από το 1509 έως το 1512, είναι το πρώτο αναγεννησιακό κτίριο της Γερμανίας, και περιέχει τους τάφους των αδελφών Ούλριχ, Γκέοργκ και Γιάκομπ. Το Φούγκεραϊ, το οποίο ιδρύθηκε από τον Γιάκομπ το 1521, είναι το παλαιότερο συγκρότημα κοινωνικών κατοικιών στον κόσμο, που εξακολουθεί να λειτουργεί. Το Ντάμενχοφ, μέρος του Φούγκερχαουζερ στο Άουγκσμπουργκ, είναι το πρώτο κοσμικό αναγεννησιακό κτίριο στη Γερμανία, και κτίστηκε το 1515.

Μετά το τέλος του στις 30 Δεκεμβρίου 1525, ο Γιάκομπ Φούγκερ κληροδότησε στον ανιψιό του Άντον Φούγκερ εταιρικά περιουσιακά στοιχεία συνολικού ύψους 2.032.652 φιορινιών. Είναι από τους πιο γνωστούς Γερμανούς, και αναμφισβήτητα ο πιο διάσημος πολίτης του Άουγκσμπουργκ, με τον πλούτο του να του χαρίζει το παρωνύμιο «Φούγκερ ο Πλούσιος». [8] Το 1967 μία προτομή του τοποθετήθηκε στη Βαλχάλα, μία «αίθουσα φήμης» κοντά στο Ρέγκενσμπουργκ, που τιμά αξιέπαινους και διακεκριμένους Γερμανούς.

Ο Γιάκομπ Β΄ ο Νεότερος γεννήθηκε ως το 10ο από τα ένδεκα παιδιά του Γιάκομπ Α΄ του Πρεσβύτερου (1398–1469) και της συζύγου του Βαρβάρας Μπέσινγκερ (1419–1497), κόρης του χρηματιστή Φραντς Μπέσινγκερ. Τα μέλη τής οικογένειας Φούγκερ είχαν ήδη καθιερωθεί ως επιτυχημένοι έμποροι στην πόλη. Ο Χανς Φούγκερ, παππούς του Γιάκομπ Β΄, είχε εγκατασταθεί στο Άουγκσμπουργκ το 1367, έγινε αστός μέσω γάμου και απέκτησε σημαντικό πλούτο εμπορευόμενος υφάσματα με την Ιταλία. Λίγα χρόνια πριν από το τέλος του, ο γιος του, Γιάκομπ Α΄ ο Πρεσβύτερος, ήταν ήδη ένας από τους πλουσιότερους πολίτες του Άουγκσμπουργκ.

Οι μεγαλύτεροι αδελφοί του Γιάκομπ, Ούλριχ (1441–1510) και Γκέοργκ (1453–1506), δημιούργησαν τη βάση για την άνοδο της εταιρείας στην Ευρώπη. Γύρω στο 1470 ίδρυσαν εργοστάσια στη Βενετία και τη Νυρεμβέργη, που τότε ήταν σημαντικά κέντρα εμπορίου. Δύο άλλα αδέλφια τού Γιάκομπ Φούγκερ, ο Αντρέας και ο Χανς, απεβίωσαν νέοι στη Βενετία. Ο αδελφός του Μάρκους ήταν κληρικός και από το 1470 και μετά γραφέας στην παπική γραμματεία στη Ρώμη, όπου και απεβίωσε το 1478. Ο αδελφός του, Πέτρος, απεβίωσε σε επιδημία στη Νυρεμβέργη το 1473.

Τα δάνεια που δόθηκαν στον αυτοκράτορα Φρειδερίκο Γ΄ και οι προμήθειες που δόθηκαν στην ακολουθία του από τον Ούλριχ Φούγκερ ήταν ο λόγος, για τον οποίο η οικογένεια έλαβε το οικόσημο με τα δύο κρίνα το 1473. Η ονομασία «του κρίνου» (von er Lilie) είναι από αυτό το οικόσημο και διακρίνει αυτόν τον κλάδο της οικογένειας Φούγκερ από τον κλάδο «του ελαφιού» (vom Reh).

Μέχρι το 2009 οι ιστορικοί υπέθεταν ότι ο Γιάκομπ Β΄ Φούγκερ, ο οποίος ήταν ανήλικος μοναχός στην ηλικία των 12 ετών, είχε ζήσει ως ιερέας σε μία εκκλησία που βρισκόταν στο Χέριντεν . Ένα έγγραφο από το αυστριακό κρατικό αρχείο όμως δείχνει, ότι ο Γιάκομπ Β΄ εκπροσωπούσε ήδη την οικογενειακή του επιχείρηση στη Βενετία το 1473 σε ηλικία 14 ετών. Άλλες έρευνες έδειξαν ότι ο Γιάκομπ Φούγκερ πέρασε τα έτη μεταξύ 1473 και 1487 κυρίως στο Σπίτι των Γερμανών εμπόρων (Fondaco dei Tedeschi) στη Βενετία. Η Βενετία, ως ένα από τα σημαντικότερα κέντρα εμπορίου εκείνη την εποχή, αποδείχθηκε ιδανικό περιβάλλον για την εκπαίδευση του Γιάκομπ Φούγκερ στις τραπεζικές εργασίες και το εμπόριο μετάλλων. Η μακρά παραμονή του στην Ιταλία βοήθησε επίσης στην εισαγωγή του αναγεννησιακού ρυθμού στη γερμανική περιοχή, χρηματοδοτώντας την κατασκευή των πρώτων κτιρίων αυτού του στυλ, που προέρχονταν από την Ιταλία. Οι νομικές και αρχιτεκτονικές δομές της Βενετίας είχαν επίσης σημαντική επιρροή στη χρηματοδότηση του Φούγκεραϊ, το οποίο ήταν παρόμοιο με την κοινωνική στέγαση της Βενετίας.

Οι απαρχές των ορυχείων και του εμπορίου μετάλλων

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Πλούσιο μετάλλευμα αργύρου ( αργεντίτης) από τα ορυχεία Banská Štiavnica.

Ο Γιάκομπ Φούγκερ έθεσε τα θεμέλια της μεταλλευτικής του επιχείρησης στο Σάλτσμπουργκ. Παρείχε δάνεια στους ανεξάρτητους ιδιοκτήτες ορυχείων αργύρου στις Σχιστολιθικές Άλπεις του Σάλτσμπουργκ, οι οποίοι είχαν συνεχή ανάγκη για νέα κεφάλαια. Αντί να λάβει τα συνήθη έγγραφα που αναγνώριζαν το χρέος, απαίτησε το «Κuxe», το οποίο ουσιαστικά τον έκανε μέτοχο στα ορυχεία. Μέσω αυτού, ανάγκασε όλο και περισσότερους φορείς εκμετάλλευσης ορυχείων στην περιοχή Γκαστάιν και Σλάντμινγκ να πvλήσουν το ασήμι τους απευθείας στην οικογένεια Φούγκερ, αντί για μεσάζοντες εμπόρους.

Ο Γιάκομπ Φούγκερ ήταν υπεύθυνος για τις επιχειρήσεις της οικογένειάς του στο Άουγκσμπουργκ, το Τιρόλο, τη Βενετία και τη Ρώμη. Γύρω στο 1485 η οικογένεια ίδρυσε επίσης βιοτεχνίες στο Ίνσμπρουκ (από το 1510 στο Χαλ, από το 1539 στο Σβατς). Μέσω ενός μικρού δανείου ήρθε εκεί για πρώτη φορά σε επαφή με τον αρχιδούκα Σιγισμούνδο, μέλος της οικογένειας των Αψβούργων. Ο αρχιδούκας, ως ο μοναδικός κάτοχος των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας του Τυρόλου, είχε παραχωρήσει άδειες για μεταλλευτικές δραστηριότητες σε ιδιώτες επενδυτές, οι οποίοι σε αντάλλαγμα έπρεπε να καταβάλουν ένα μερίδιο των κερδών τους στον Σιγισμούνδο. Παρά το εισόδημα αυτό, αντιμετώπιζε συνεχώς έλλειψη χρημάτων λόγω του πλουσιοπάροχου τρόπου ζωής του, των αρκετών νόθων παιδιών του και των εκτεταμένων κατασκευαστικών έργων του. Η υποχρέωση καταβολής του ποσού των 100.000 φιορίνων ως πολεμικής αποζημίωσης στη Βενετία, χρηματοδοτήθηκε τελικά από τον Γιάκομπ Φούγκερ. Το 1488 το συνολικό χρέος ανερχόταν ήδη σε περισσότερα από 150.000 φιορίνια. Αξιοσημείωτη ήταν η μορφή πληρωμής: Αντί να πληρώνει απευθείας τον αρχιδούκα, η οικογένεια Φούγκερ πλήρωνε τα χρήματα στους πιστωτές του, ενώ παράλληλα παρείχε τους μισθούς για τη βασιλική Αυλή και τους τεχνίτες. Ο Φούγκερ γνώρισε έναν μηχανικό ονόματι Γιαν Θέρζο και ίδρυσαν μία ισχυρή εταιρεία χαλκού στη γειτονική πόλη Μπάνσκα Μπίστριτσα το 1495. [9] Το 1517 η οικογένεια Φούγκερ χρηματοδότησε περισσότερο από το ήμισυ του δημόσιου προϋπολογισμού του Τυρόλου. Ως αποτέλεσμα, κατά καιρούς δικαιούνταν όλο το ασήμι και τον χαλκό από το Τυρόλο.

Σχέση με τον Μαξιμιλιανό Α΄

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Ο αυτοκράτορας Μαξιμιλιανός Α΄ της Γερμανίας. Άλμπρεχτ Ντύρερ (1519).

Η επέκταση των υψηλού κινδύνου, αν και πολύ επικερδών, επιχειρηματικών διασυνδέσεων με τον Μαξιμιλιανό Α΄ αναμφίβολα προωθήθηκε από τον Φούγκερ. Κατά την άποψή του, ο Οίκος των Αψβούργων ήταν αναπόφευκτο να είναι η κυρίαρχη δύναμη και δυναστεία εντός της γερμανικής περιοχής, και ως εκ τούτου θα έπρεπε να λαμβάνει την οικονομική και πολιτική του υποστήριξη. Ο Γιάκομπ Φούγκερ συνάντησε τον νεαρό βασιλιά της Γερμανίας για πρώτη φορά το 1489 σε μία έκθεση της Φρανκφούρτης. Εκείνη την εποχή, τα σχέδιά του για το ανεξάρτητο δουκάτο του Τυρόλου είχαν συμφωνηθεί με τον καγκελάριο του βασιλιά, Γιόχαν Βάλντνερ. Στις 16 Μαρτίου 1490, ο Σιγισμούνδος και οι Τάξεις του Τυρόλου συναντήθηκαν, με τον βασιλιά Μαξιμιλιανό επίσης παρόντα. Ο αρχιδούκας αναγκάστηκε να παραιτηθεί υπό την πίεση των Τάξεων, οι οποίοι τον κατηγόρησαν για κακοδιαχείριση, και οι περιουσίες του περιήλθαν στον βασιλιά. Ο Μαξιμιλιανός υποσχέθηκε στη συνέχεια να αποπληρώσει όλα τα δάνεια τού προκατόχου του στον Γιάκομπ Φούγκερ.

Έτσι, η επιχείρηση Φούγκερ έγινε ένας από τους σημαντικότερους οικονομικούς υποστηρικτές του Μαξιμιλιανού, ο οποίος από το 1486 ήταν συν-αντιβασιλιάς της Γερμανίας. Μετά το τέλος τού πατέρα του Φρειδερίκου Γ΄ το 1493, έγινε ο αυτοκράτορας. Παρά τις συνεχείς οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπιζε λόγω ενός υπερβολικού τρόπου ζωής και πολλών αποτυχημένων πολιτικών σχεδίων, κατά τη διάρκεια της βασιλείας του, τα βασίλεια της Ισπανίας, της Βοημίας και της Ουγγαρίας κερδίθηκαν για τον Οίκο των Αψβούργων, όχι μέσω πολέμου, αλλά μέσω πλεονεκτικών γαμήλιων ρυθμίσεων, που χρηματοδοτήθηκαν με τη βοήθεια του Γιάκομπ Φούγκερ. [10]

Στις 15 Ιουλίου 1507 ο Μαξιμιλιανός Α΄ πώλησε την κομητεία του Κίρχμπεργκ που βρισκόταν στο Ουλμ, τη γειτονική κυριότητα Βάισενχορν με την πόλη που την συνέδεε, καθώς και τις κυριότητες Βούλενστετεν και Πφάφενχοφεν (Ροθ) από τις κτήσεις των Αψβούργων στην Πέραν Αυστρία, στον Γιάκομπ Φούγκερ. Ο Μαξιμιλιανός Α΄, ο οποίος αυτοστέφθηκε αυτοκράτορας της Γερμανίας το 1508, έλαβε πληρωμή 50.000 φιορίνια γι' αυτές τις πωλήσεις. Ακολούθησαν περισσότερες πωλήσεις το 1508, όπου πώλησε το αρχοντικό Σμίχεν, και το 1514 όπου πώλησε την κυριότητα Μπίμπερμπαχ στον Φούγκερ. Ο Μαξιμιλιανός Α΄ προήγαγε τον Γιάκομπ Φούγκερ σε ευγενή βαθμό το 1511, και του απένειμε τον τίτλο του κόμη της αυτοκρατορίας το 1514, ώστε ο πρώην αστός να μπορεί να διευθύνει την επιχείρησή του χωρίς παρεμβάσεις από την τοπική αριστοκρατία. Κατά τη διάρκεια τής ζωής του, ο Γιάκομπ Φούγκερ έγινε επίσης κύριος περισσότερων από 50 μικρότερων χωριών. [11]

Η κριτική του μεταρρυθμιστή Μαρτίνου Λούθηρου σχετικά με τις επιχειρηματικές μεθόδους των Φούγκερ και η μυθιστορηματική απεικόνιση από πρώιμες έρευνες, έχουν οδηγήσει στην άποψη ότι ο Γιάκομπ Φούγκερ άσκησε σημαντική εξουσία επί του Μαξιμιλιανού Α΄, βασιλιά και αυτοκράτορα της Γερμανίας, ενώ πιο πρόσφατες έρευνες δείχνουν ότι αυτό ήταν μόνο εν μέρει αληθές. Ωστόσο, κοντά στο τέλος της ζωής του, ο Μαξιμιλιανός Α΄ ήταν τόσο βαριά χρεωμένος στον Γιάκομπ Φούγκερ, που ο Γιάκομπ δεν είχε άλλη επιλογή από το να συνεχίσει την υποστήριξή του προς τον αυτοκράτορα, για να μπορέσει να ανακτήσει τα εκκρεμή χρέη του. Όταν ο εγγονός τού Μαξιμιλιανού Α΄, Κάρολος Ε΄, έθεσε υποψηφιότητα για να γίνει ο επόμενος αυτοκράτορας, ο Γιάκομπ Φούγκερ συγκέντρωσε ένα ποσό άνω των 500.000 φιορίνων, ένα σημαντικό μέρος τού πλούτου του και τού συνολικού ποσού που συγκεντρώθηκε για την υποστήριξή του, για να διασφαλίσει ότι οι επτά πρίγκιπες-εκλέκτορες θα τον επέλεγαν. Με αυτόν τον τρόπο βοήθησε στην αποτροπή της εκλογής του Φραγκίσκου Α΄ της Γαλλίας, η οποία θα έθετε σε σοβαρό κίνδυνο τις αξιώσεις και τις επενδύσεις του, αν και τον έκανε επίσης σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένο από τον Οίκο των Αψβούργων.

Πολύ αργότερα, η οικογένεια Φούγκερ έχασε ένα μεγάλο μέρος τού πλούτου της μετά από τρεις πτωχεύσεις του ισπανικού κράτους (1557, 1560 και 1575) υπό τη βασιλεία του Φιλίππου Β' της Ισπανίας.

Μεταλλεία και εμπόριο μετάλλων

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Χρυσό νόμισμα 10 δουκάτων (1621), που κόπηκε από την οικογένεια Φούγκερ. Eπιγραφή: FERDINANDUS II ROM. IMP. SEMPER AVGUSTUS / MAX. FUGGERUS L. B. IN KIRHB[ERG] ET W. D. IN BAB[ENHAUSEN].
Το Άουγκσμπουργκ, από το Χρονικό της Νυρεμβέργης (1493).

Πιθανώς με την επιμονή του Γιάκομπ Φούγκερ, η εταιρεία έγινε μία από τις πρώτες ανοιχτές εμπορικές εταιρείες (der compagnia palese des welschen Rechts) [12] στην Ευρώπη το 1494. Ταυτόχρονα, μετονομάστηκε σε «Ούλριχ Φούγκερ του Άουγκσμπουργκ και Aδελφοί» για να καταδειχθεί η ισότητα των τριών αδελφών, που εμπλέκονταν σε επιχειρηματικά ζητήματα, παρόλο που οι Tιρολέζικες πηγές σχεδόν καθολικά μιλούν για την εταιρεία Γιάκομπ Φούγκερ, και οι κεντρικές συμβάσεις του ουγγρικού εμπορίου υπογράφηκαν όλες από αυτόν. Σε αυτή την εξέλιξη, μπορεί να παρατηρηθεί η σημαντικά αυξημένη επιρροή του Γιάκομπ στην εταιρεία. Στα τέλη της δεκαετίας του 1480 ο Γιάκομπ Φούγκερ κυριαρχούσε στις πολιτικές της εταιρείας, αν και ο μεγαλύτερος αδελφός του Ούλριχ, εξακολουθούσε επίσημα να ηγείται της εταιρείας.

Το τεράστιο αναπτυξιακό δυναμικό στον τομέα της εξόρυξης και του εμπορίου μεταλλευμάτων αξιοποιήθηκε με πολύ κερδοφόρο τρόπο από τον Γιάκομπ Φούγκερ τα επόμενα χρόνια. Ως εγγύηση για δάνεια που είχε δώσει στους Αψβούργους και στον βασιλιά της Ουγγαρίας, απαίτησε τα έσοδα από τα ορυχεία του Τιρόλου και τη μεταβίβαση των δικαιωμάτων εξόρυξης στην Άνω Ουγγαρία σε αυτόν. Μέσω αυτής της μεθόδου, τελικά εδραίωσε μία κυρίαρχη και σχεδόν μονοπωλιακή θέση στο εμπόριο χαλκού στην Κεντρική Ευρώπη. Με τον επιχειρηματικό του συνεργάτη Χανς Θέρζο ίδρυσε το ουγγρικό εμπόριο το 1494. Ορυχεία που χρηματοδοτήθηκαν από τον Φούγκερ κατασκευάστηκαν στο Νόισολ (σημερινή Μπάνσκα Μπίστριτσα, Σλοβακία), το οποίο τότε αποτελούσε μέρος του Ουγγρικού βασιλείου. Η επέκταση συνεχίστηκε με την κατασκευή μονάδων τήξης στο Νόισολ και το κοντινό Μόσχνιτς, στο Άρνολντσταϊν στην Καρινθία και στο Χόενκιρχεν στη Θουριγγία. Ο χαλκός διανεμόταν μέσω εργοστασίων στο Μπρέσλαου, τη Λειψία, την Κρακοβία και το Όφεν. Για τη μεταφορά προς τα λιμάνια του Γκντανσκ, του Στέττιν και του Λύμπεκ στη Βαλτική Θάλασσα, ο Φούγκερ χρηματοδότησε την κατασκευή ενός νέου δρόμου, που διέσχιζε το πέρασμα Γιαμπλούνκοφ. Από αυτά τα λιμάνια ο χαλκός μεταφέρονταν στην περιοχή της Ρωσίας, και επιπλέον μέσω της Αμβέρσας στη Λισαβόνα, όπου αποτελούσε σημαντικό πορτογαλικό εμπορικό αγαθό, που προοριζόταν για εξαγωγή στην Ινδία. Μέρος του χαλκού μεταφέρθηκε επίσης μέσω του Βίνερ Νόιστατ και των λιμανιών της Αδριατικής, Τεργέστης και Τσενγκ, στην αγορά χαλκού της Βενετίας. Εκείνη την εποχή, τα ορυχεία τόσο από το Τυρόλο όσο και από την Ουγγαρία παρείχαν το μεγαλύτερο μέρος της συνολικής ευρωπαϊκής παραγωγής χαλκού, γεγονός που τους παρείχε μία εξαιρετικά πλεονεκτική θέση στην ευρωπαϊκή αγορά, αν και όχι ένα πλήρες μονοπώλιο.

Το Βατικανό ως πελάτης

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Η Ελβετική Φρουρά, 2009

Η οικογένεια Φούγκερ ήταν ο πρώτος γερμανικός εμπορικός οίκος, που είχε άμεση επιχειρηματική σχέση με τη Ρωμαϊκή Κουρία. Το έτος 1500 ο Γιάκομπ Φούγκερ δάνεισε στο Βατικανό τα χρήματα, που ήταν απαραίτητα για την κατασκευή της νέας Βασιλικής του Αγίου Πέτρου, της Καπέλα Σιξτίνα, καθώς και άλλων κτιρίων εντός του Βατικανού. Για να αποπληρώσει στον Γιάκομπ το τεράστιο χρηματικό ποσό που του οφειλόταν, ο πάπας Λέων Ι΄ αναγκάστηκε να φορολογήσει σε μεγάλο βαθμό τον γερμανικό λαό, καθώς και να πωλήσει συγχωροχάρτια, κάτι που δεν ήταν ιδιαίτερα δημοφιλές σε μία μεγάλη ομάδα μοναχών, συμπεριλαμβανομένου του Μαρτίνου Λούθηρου. Εν μέρει λόγω της διαφθοράς εντός της εκκλησίας, ο Μαρτίνος Λούθηρος παρακινήθηκε να γράψει τις 95 Θέσεις του. [13] Μετά το τέλος του πάπα Αλεξάνδρου ΣΤ΄ τον Αύγουστο του 1503, ο Γιάκομπ Φούγκερ ενέτεινε τις επαφές του με το Βατικανό στη Ρώμη. Για τον νέο πάπα Ιούλιο Β΄ ο Φούγκερ χρηματοδότησε την στρατολόγηση της Ελβετικής Φρουράς το 1505/1506, η οποία υπάρχει μέχρι σήμερα. Οι πρώτες συναλλαγές στη Ρώμη αποδίδονται στον κληρικό Μάρκους Φούγκερ το 1473. Το 1477 η επιχείρηση Φούγκερ ήταν υπεύθυνη για τη μεταφορά εσόδων της εκκλησίας από τη Σουηδία στη Ρώμη. Μεταξύ 1508 και 1524 η εταιρεία μίσθωσε το ρωμαϊκό νομισματοκοπείο, το Τσέκα (Zecca), κατασκευάζοντας 66 είδη νομισμάτων για τέσσερις διαφορετικούς πάπες. Μετά από αυτό, η οικογένεια Φούγκερ εκπροσωπούνταν μόνο από ένα εργοστάσιο στη Ρώμη, κυρίως λόγω της Άλωσης της Ρώμης το 1527 και του λιγότερο φιλο-γερμανού πάπα Κλήμη Ζ΄ των Μεδίκων.

Εξωτερικό εμπόριο

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το εμπόριο αγαθών έπαιξε σχετικά μικρό ρόλο, σε σύγκριση με τους δύο κύριους κλάδους της επιχείρησης Φούγκερ, δηλ. τις τράπεζες και την εξόρυξη. Μόνο λόγω των συναφών εξωτικών επενδύσεων, οι πρώτες εμπορικές αποστολές του Τζάκομπ Φούγκερ κατέχουν εξέχουσα θέση στην ιστορία της επιχείρησης Φούγκερ.

Μετά την ανακάλυψη της θαλάσσιας οδού προς την Ινδία από τον Βάσκο ντα Γκάμα και την εγκαθίδρυση του πορτογαλικού μονοπωλίου μπαχαρικών, ο Γιάκομπ Φούγκερ συμμετείχε στο εμπόριο μπαχαρικών, και το 1503 άνοιξε ένα εργοστάσιο στη Λισαβόνα. Έλαβε άδεια να εμπορεύεται πιπέρι, άλλα μπαχαρικά και είδη πολυτελείας όπως μαργαριτάρια και πολύτιμους λίθους μέσω της Λισαβόνας. Μαζί με άλλους εμπορικούς οίκους της Γερμανίας και της Ιταλίας, συνέβαλε σε έναν στόλο 22 πορτογαλικών πλοίων με επικεφαλής τον Φρανθίσκο ντε Αλμέιντα, που έπλευσαν στην Ινδία το 1505 και επέστρεψαν το 1506. Παρόλο που το ένα τρίτο των εισαγόμενων εμπορευμάτων έπρεπε να παραχωρηθεί στον βασιλιά της Πορτογαλίας, η επιχείρηση ήταν ακόμα κερδοφόρα. [14] Λίγο αργότερα, ο βασιλιάς κήρυξε το εμπόριο μπαχαρικών μονοπώλιο του στέμματος, προκειμένου να εξασφαλίσει το εισόδημά του και να αποκλείσει τους ξένους εμπόρους από τη συμμετοχή. Ωστόσο οι Πορτογάλοι εξακολουθούσαν να εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τον χαλκό που παρέδιδε ο Φούγκερ, ο οποίος ήταν ένα απαραίτητο εξαγώγιμο αγαθό για το εμπόριο με την Ινδία.

Σε αντίθεση με την οικογένεια Βέλσερ, η συμμετοχή του Γιάκομπ Φούγκερ στο υπερπόντιο εμπόριο ήταν πολύ προσεκτική και συντηρητική, και η μόνη άλλη επιχείρηση αυτού του είδους στην οποία επένδυσε ήταν μία αποτυχημένη εμπορική αποστολή του 1525 στα Νησιά Μαλούκου με επικεφαλής τον Ισπανό Γκαρσία ντε Λοάισα. Υπάρχουν κάποιες ενδείξεις ότι χρηματοδότησε το περίφημο ταξίδι του Μαγγελάνου. [15]

Η μεγάλη κρίση του Γιάκομπ Φούγκερ

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ειδικά για τα μεταλλευτικά έργα στην άνω Ουγγαρία, η εταιρεία Φούγκερ απαιτούσε τεράστια κεφάλαια, τα οποία εκείνη την εποχή δεν μπορούσε να συγκεντρώσει. Ως εκ τούτου, ο καρδινάλιος Μέλχιορ φον Μέκκαου ήταν ο κύριος χορηγός της επιχείρησης Φούγκερ το 1496. Ο πρίγκιπας-επίσκοπος είχε κρυφά, και εν αγνοία του εκκλησιαστικού του συλλόγου του καθεδρικού, επενδύσει 150.000 φιορίνια στην εταιρεία Φούγκερ έναντι τόκων, παρακάμπτοντας έτσι την επίσημη εκκλησιαστική απαγόρευση περί τόκων. Όταν απεβίωσε στη Ρώμη το 1509, αυτή η επένδυση αποκαλύφθηκε. Ο πάπας, η επισκοπή Μπρίξεν και η οικογένεια του Μέκκαου, που διεκδικούσαν όλοι την κληρονομιά, απαίτησαν τώρα την άμεση αποπληρωμή αυτών των περιουσιακών στοιχείων, κάτι που θα είχε οδηγήσει σε πτώχευση του Γιάκομπ Φούγκερ. Αυτή ακριβώς η κατάσταση ώθησε τον αυτοκράτορα Μαξιμιλιανό Α΄ να παρέμβει, και να βοηθήσει τον τραπεζίτη του. Υπό τον όρο της βοήθειας προς τον πάπα Ιούλιο Β΄ σε έναν πόλεμο κατά της Δημοκρατίας της Βενετίας, ο μονάρχης των Αψβούργων αναγνωρίστηκε ως ο νόμιμος κληρονόμος του καρδινάλιου Μέλχιορ φον Μέκκαου. Η κληρονομιά μπορούσε πλέον να διευθετηθεί με την απόσβεση των ανεξόφλητων χρεών. Ο Φούγκερ έπρεπε επίσης να παραδώσει κοσμήματα ως αποζημίωση στον πάπα. Ωστόσο, σε αντάλλαγμα για την υποστήριξή του, ο Μαξιμιλιανός Α΄ απαίτησε τη συνεχή οικονομική υποστήριξη των συνεχιζόμενων στρατιωτικών και πολιτικών εκστρατειών του.

Από το τέλος των αδελφών του, Γκέοργκ το 1506, και Ούλριχ το 1510, ο Γιάκομπ Φούγκερ διοικούσε πλέον την επιχείρηση Φούγκερ ως ο μοναδικός υπεύθυνος χάραξης πολιτικής και λήψης αποφάσεων. Η εταιρεία μετονομάστηκε σε "Γιάκομπ Φούγκερ και Υιών των Αδελφών" (Jakob Fugger und Gebrüder Söhne). Τα επόμενα χρόνια μέχρι το τέλος του, ο Γιάκομπ Φούγκερ κατάφερε να αυξήσει την οικογενειακή περιουσία, η οποία ανερχόταν σε περίπου 200.000 φιορίνια το 1511, σε περισσότερα από δύο εκατομμύρια φιορίνια, ίσως το 2% του ΑΕΠ της Ευρώπης.

Η εκλογή του Καρόλου Ε΄ το 1519

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Πορτρέτο του Καρόλου Ε' της Γερμανίας, από τον Μπέρναρντ βαν Όρλεϊ (1519-20).

Ο αυτοκράτορας Μαξιμιλιανός Α΄ απεβίωσε τον Ιανουάριο του 1519, και κληροδότησε στον εγγονό του Κάρολο τις κληρονομικές γαίες του Οίκου των Αψβούργων με τις παρακείμενες γαίες της Βουργουνδίας, καθώς και μία αμφισβητούμενη αξίωση για τον θρόνο της Γερμανίας. Για να εξασφαλίσει τις απαραίτητες επενδύσεις του στον Οίκο των Αψβούργων, ο Γιάκομπ Φούγκερ αποφάσισε να υποστηρίξει την εκλογή του 19χρονου διεκδικητή του θρόνου. Εκτός από τον Κάρολο, την υποψηφιότητά τους ανακοίνωσαν ο βασιλιάς Ερρίκος Η΄ της Αγγλίας, ο βασιλιάς Φραγκίσκος Α΄ της Γαλλίας και ο Φρειδερίκος Γ΄, εκλέκτορας της Σαξονίας. Ο Φραγκίσκος Α΄ είχε ήδη εξασφαλίσει τις ψήφους της αρχιεπισκοπής του Τρηρ και του εκλεκτοράτου του Παλατινάτου, καθώς και είχε προσφέρει το ποσό των 300.000 φιορινιών σε εκλογικό χρήμα. Οι πρίγκιπες-εκλέκτορες αποτελούνταν από τους τρεις αρχιεπισκόπους του Μάιντς, της Κολωνίας και του Τρηρ, καθώς και από τον βασιλιά της Βοημίας, τον εκλέκτορα του Παλατινάτου, τον μάργραβο του Βρανδεμβούργου και τον δούκα της Σαξονίας.

Αυτή ήταν μία δύσκολη κατάσταση για τον Κάρολο Ε΄, ο οποίος τώρα βασιζόταν στον πλούτο του Γιάκομπ Φούγκερ για να επηρεάσει τις εκλογές υπέρ του. Ο Φούγκερ μεταβίβασε το τεράστιο ποσό των περισσότερων από 850.000 φιορινιών στους πρίγκιπες-εκλέκτορες, κάτι που τελικά οδήγησε στην ομόφωνη εκλογή του Καρόλου Ε΄ ως αυτοκράτορα της Γερμανίας στις 28 Ιουλίου 1519 . Από αυτά τα 850.000 φιορίνια, ο ίδιος ο Φούγκερ χρηματοδότησε περίπου τα 550.000, ενώ ένας άλλος εμπορικός οίκος του Άουγκσμπουργκ, η οικογένεια Βέλσερ, συνεισέφερε περίπου 150.000 και τρεις Ιταλοί τραπεζίτες κάλυψαν τα υπόλοιπα. Αυτό που σήμερα θα θεωρούνταν δωροδοκία, ήταν κοινή πρακτική στην εκλογή του αυτοκράτορα. Ωστόσο, τα τεράστια ποσά που εμπλέκονταν ήταν εξαιρετικά, κυρίως λόγω του έντονου ανταγωνισμού μεταξύ των υποψηφίων για το αξίωμα.

Λίγες μέρες αργότερα, ο πάπας παραχώρησε στον Κάρολο Ε΄ το δικαίωμα να αυτοαποκαλείται "εκλεγμένος αυτοκράτορας". Μόλις το 1530 ο Κάρολος Ε΄ στέφθηκε αυτοκράτορας από τον πάπα στην Μπολόνια. Ήταν ο τελευταίος αυτοκράτορας που στέφθηκε από τον πάπα. Ο Κάρολος Ε΄, από την εκλογή του βασιλεύοντας σε ένα βασίλειο όπου ο ήλιος δεν έδυε ποτέ, ήταν πλέον βαθιά ευγνώμων στον Γιάκομπ Φούγκερ. Το 1521 τα χρέη ανέρχονταν σε περισσότερα από 600.000 φιορίνια. Ο αυτοκράτορας απόσβεσε 415.000 από αυτό το ποσό και σε αντάλλαγμα παραχώρησε στην εταιρεία Φούγκερ τις εξορυκτικές δραστηριότητες αργύρου και χαλκού στο Τυρόλο. Κατά τη διάρκεια της Αυτοκρατορικής Δίαιτας του 1523 στη Νυρεμβέργη συζητήθηκε το ενδεχόμενο περιορισμού του εμπορικού κεφαλαίου και του αριθμού των εμπορικών εγκαταστάσεων, που επιτρεπόταν να διατηρούν οι εταιρείες. Ο Γιάκομπ Φούγκερ παρενέβη, και υπενθύμισε στον αυτοκράτορα ότι «είναι γνωστό ότι η αυτοκρατορική σας μεγαλειότητα δεν θα μπορούσε να διεκδικήσει το ρωμαϊκό στέμμα χωρίς τη βοήθειά μου...» Η πρόσθετη απαίτηση για αποπληρωμή όλων των χρεών, οδήγησε τελικά στην εγκατάλειψη όλων των συζητήσεων για εμπορικούς περιορισμούς και όρια στα μονοπώλια. Επιπλέον, στον Γιάκομπ Φούγκερ παραχωρήθηκε άδεια για την εξόρυξη υδράργυρου και κιννάβαρης στο Αλμαντέν. Η εταιρεία Φούγκερ ασχολήθηκε με την ισπανική μεταλλευτική βιομηχανία μέχρι το έτος 1645.

Γάμος, κληρονομία και διάδοχοι

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Πορτρέτο του Γιάκομπ Φούγκερ και της Σίβυλλας Αρτζτ, γύρω στο 1500.
Ο Γιάκομπ Φούγκερ και η Σίβυλλα Αρτζτ, μικρογραφία στο Έρενμπουχ της οικογένειας Φούγκερ, Άουγκσμπουργκ. Εργαστήριο του Jörg Breu του Νεότερου, 1545–1549.

Το 1498 ο 40χρονος Γιάκομπ Φούγκερ νυμφεύτηκε τη Σίβυλλα Αρτζτ, Μεγάλη Αστή του Άουγκσμπουργκ, την 18χρονη κόρη ενός επιφανούς Μεγάλου Αστού του Άουγκσμπουργκ. Αυτός ο γάμος άνοιξε την ευκαιρία στον Γιάκομπ Φούγκερ να ανέλθει σε Μεγάλο Δήμαρχο του Άουγκσμπουργκ (Großbürger zu Augsburg) και αργότερα έδωσε τελικά στον Γιάκομπ Φούγκερ την πολυαναμενόμενη φιλοδοξία μίας έδρας στο δημοτικό συμβούλιο (Stadtrat) του Άουγκσμπουργκ. Τέσσερα χρόνια μετά τον γάμο, ο Γιάκομπ Φούγκερ αγόρασε για τη νεαρή σύζυγό του κοσμήματα αξίας 40.000 φιορινιών από τον θησαυρό της Βουργουνδίας, μεταξύ των οποίων και το κόσμημα γνωστό ως οι Τρεις Αδελφοί, το οποίο οι Φούγκερ αργότερα πώλησαν στον Εδουάρδο ΣΤ΄ της Αγγλίας για να γίνει μέρος των Κοσμημάτων του Στέμματος της Αγγλίας. [16] Ο Γιάκομπ ήθελε να αποδείξει ότι ήταν τελικά ίσος με τους Αψβούργους, τουλάχιστον οικονομικά. Ωστόσο, τα κοσμήματα είχαν μείνει σε ένα σεντούκι στο υπόγειο τού σπιτιού του, από φόβο κλοπής και ζήλιας. Το ζευγάρι δεν είχε παιδιά. Επτά εβδομάδες μετά το τέλος τού συζύγου της, η Σίβυλλα Αρτζτ παντρεύτηκε έναν επιχειρηματικό συνεργάτη του Γιάκομπ και ασπάστηκε την προτεσταντική πίστη.

Ο Γιάκομπ Φούγκερ απεβίωσε στις 30 Δεκεμβρίου 1525. Η απογραφή που διεξήγαγαν οι κληρονόμοι του, αποκάλυψε περιουσιακά στοιχεία συνολικού ύψους 3.000.058 φιορινιών και υποχρεώσεις ύψους 867.797 φιορίνια, με αποτέλεσμα ένα πλεόνασμα 2.132.261 φιορίνια.

Επειδή ο Φούγκερ δεν είχε άμεσους απογόνους, η εταιρεία και τα περιουσιακά της στοιχεία κληροδοτήθηκαν στους ανιψιούς του Ράιμοντ και Άντον Φούγκερ, οι οποίοι ηγούνταν επίσης της εταιρείας. Ο Άντον κατάφερε να διπλασιάσει την περιουσία της οικογένειας για άλλη μια φορά μέχρι το 1546.

Θρησκευτικές απόψεις και Μεταρρύθμιση

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Γιάκομπ ήταν Ρωμαιοκαθολικός σε όλη του τη ζωή. Το 1513 χορήγησε στον αρχιεπίσκοπο του Μαγδεμβούργου και επίσκοπο του Χάλμπερσταντ, Αλβέρτο του Βρανδεμβούργου, δάνειο 20.000 φιορίνια, για να πείσει τη Ρωμαϊκή Κουρία να εγκρίνει την πρόσθετη εκλογή του ως αρχιεπισκόπου του Μάιντς, διότι αυτή η επιλογή παραβίαζε την κανονική απαγόρευση κατοχής περισσότερων από μίας επισκοπής. Ο Αλβέρτος επίσης δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις για την ανάληψη επισκοπής, καθώς ο 24χρονος δεν είχε ακόμη συμπληρώσει την κατάλληλη ηλικία, και δεν είχε πανεπιστημιακό πτυχίο: ως εκ τούτου χρειαζόταν άδεια σπουδών, για την οποία η Κουρία χρέωνε υψηλό «τέλος διεκπεραίωσης». Το 1514 ο Αλβέρτος πρότεινε στον πάπα Λέοντα Ι΄ να ανακοινωθεί ένα ειδικό συγχωροχάρτι στις τρεις επισκοπές του, καθώς και στην πατρίδα του, το Βρανδεμβούργο, και τα μισά από τα έσοδα να χρησιμοποιηθούν για την κατασκευή της νέας Βασιλικής του Αγίου Πέτρου και τα άλλα μισά για τις αποπληρωμές των οφειλών του στον Γιάκομπ Φούγκερ. Μία αντίστοιχη παπική βούλα εκδόθηκε στις 31 Μαρτίου 1515. Το δώρο ανατέθηκε στον Αλβέρτο το 1517 για δημοσίευση στη Σαξονία και το Βρανδεμβούργο. Του κόστισε ένα επιπλέον ποσό δέκα χιλιάδων δουκάτων, και ο Αλβέρτος προσέλαβε τον Γιόχαν Τέτσελ για το ίδιο το κήρυγμα του συγχωροχαρτιού. Αργότερα ο Μαρτίνος Λούθηρος, τότε καθηγητής θεολογίας στη Βιτεμβέργη, απηύθυνε επιστολή διαμαρτυρίας στον Αλβέρτο σχετικά με τη συμπεριφορά του Τέτσελ. [17] Σε μεγάλο βαθμό ως αντίδραση στις ενέργειες του Τέτσελ, ο Λούθηρος έγραψε τις περίφημες Ενενήντα Πέντε Θέσεις του, οι οποίες οδήγησαν στη Μεταρρύθμιση. Μετά τη Δίαιτα του Άουγκσμπουργκ το 1518, ο Λούθηρος έπρεπε να λογοδοτήσει για τις θέσεις του στον Οίκο των Φούγκερ ενώπιον του καρδιναλίου Τόμας Καγιετάν, ο οποίος είχε τοποθετηθεί από τον πάπα. Όταν ο Λούθηρος αρνήθηκε να ανακαλέσει τις θέσεις του, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την πόλη τη νύχτα.

Οι πολίτες του Άουγκσμπουργκ απαιτούσαν τώρα την απρόσκοπτη εξάπλωση της Ευαγγελικής πίστης, κάτι που έφερε τον Γιάκομπ Φούγκερ, ο οποίος προτιμούσε να παραμείνει Καθολικός, και έτσι να παραμείνει πιστός στον αυτοκράτορα, ειδικά επειδή λειτουργούσε τα ορυχεία του σε εδάφη των Αψβούργων και είχε πολύ υψηλά ανεξόφλητα χρέη προς τον αυτοκράτορα, σε αντίθεση με την πλειοψηφία των συμπολιτών του. Η οικογένεια Φούγκερ χρηματοδότησε σε μεγάλο βαθμό τον Οίκο των Αψβούργων, ο οποίος θα έπαιζε εξέχοντα ρόλο στην Αντιμεταρρύθμιση. Ο Φούγκερ επέμενε ότι μόνο οι Καθολικοί κάτοικοι έπρεπε να «βρίσκουν φροντίδα και θεραπεία» στο Φούγκεραϊ του. Καθώς η Μεταρρύθμιση προχωρούσε, το συγκρότημα βρέθηκε να βρίσκεται σε μία ολοένα και πιο προτεσταντική πόλη, το Άουγκσμπουργκ.

Μόλις λίγα χρόνια μετά το τέλος του Γιάκομπ Φούγκερ, η Ομολογία του Άουγκσμπουργκ από τον Φίλιππο Μελάγχθωνα διατυπώθηκε στη Δίαιτα του Άουγκσμπουργκ το 1530. Το Confessio Augustana αποτελεί το ομολογιακό και ιδρυτικό έγγραφο της Λουθηρανικής Εκκλησίας. Οι απόγονοι του Γιάκομπ Φούγκερ παρέμειναν Καθολικοί, και έτσι είναι μέχρι σήμερα.

Ιδρύματα και κτίρια του Γιάκομπ

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το παρεκκλήσιο Φούγκερ στην Άννακιρχε

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Το παρεκκλήσιο Φούγκερ στην Άννακιρχε. Άουγκσμπουργκ, 2007.

Μαζί με τον αδελφό του Ούλριχ και εκ μέρους του αποβιώσαντος αδελφού του Γκέοργκ, ο Γιάκομπ Φούγκερ ίδρυσε το παρεκκλήσιο Φούγκερ στην εκκλησία της Αγίας Άννας του καρμηλιτικού μοναστηριού, που βρίσκεται στο Άουγκσμπουργκ. Έγινε ο τόπος ταφής των τριών αδελφών και των δύο ανιψιών Ράιμουντ Φούγκερ και Ιερώνυμους Φούγκερ (1499–1538).

Η κατασκευή ξεκίνησε το 1509 και ολοκληρώθηκε το 1512. Το παρεκκλήσιο διαμορφώθηκε σύμφωνα με τα ιταλικά ταφικά παρεκκλήσια, με σαφείς επιρροές από τη Βενετία και τη Ρώμη, καθιστώντας το έτσι την πρώτη αναγεννησιακή κατασκευή της Γερμανίας. Το εσωτερικό σχεδιάστηκε με τη βοήθεια πολλών αξιόλογων Γερμανών καλλιτεχνών της εποχής, όπως ο Άλμπρεχτ Ντύρερ, ο Χανς Μπούρκμαϊρ, ο Γεργκ Μπρόι ο Πρεσβύτερος και ο Χανς Ντάουχερ. Το κτίριο πιστεύεται ότι κτίστηκε ως προετοιμασία για την ανέλιξη του Φούγκερ στην τάξη των ευγενών, και για να αποστασιοποιηθεί από τους τοπικούς πατρίκιους. Επιπλέον, ήταν ένα μέσο για τη διατήρηση του ονόματος και της μνήμης του Φούγκερ στο ύφος της ιταλικής μνημειακής αρχιτεκτονικής.

Το 1518 το παρεκκλήσι αφιερώθηκε στον προστάτη του Ιησού Χριστό, στην κύρια Αγία Τράπεζα, την Παναγία και τον Ευαγγελιστή Ματθαίο και παραμένει ένας καθολικός χώρος λατρείας μέχρι σήμερα. Όταν η εκκλησία της Αγίας Άννας έγινε προτεσταντική το 1548, το παρεκκλήσιο Φούγκερ παρέμεινε καθολικό, επειδή το Ίδρυμα Φούγκερ συνέχισε να το φροντίζει και να συνεισφέρει στη συντήρηση της εκκλησίας. Έτσι προέκυψε το αξιοσημείωτο γεγονός ότι ένα μέρος της εκκλησίας διαφέρει από το υπόλοιπο ως προς το δόγμα, και ότι ο τόπος ταφής της οικογένειας Φούγκερ η οποία θεωρείται αυστηρά καθολική, βρίσκεται τώρα σε μία προτεσταντική εκκλησία.

Φούγκερχαουζερ στο Άουγκσμπουργκ

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Ο Ντάμενχοφ στο Φούγκερχαουζερ στο Άουγκσμπουργκ.

Η οικογένεια Φούγκερ κατείχε ήδη δύο σπίτια στο Άουγκσμπουργκ σε εξέχουσες τοποθεσίες, όταν ο Γιάκομπ Φούγκερ έκτισε το Φούγκερχαουζερ κοντά στην αγορά κρασιού (τώρα Μαξιμιλιανστράσσε) από το 1512 έως το 1515. Ο κατασκευαστής αυτής της κατοικίας ήταν πιθανότατα ο Χανς Χίμπε. Μέσα στο Φούγκερχαουζερ, η Αυλή των Κυριών (Damenhof) διαμορφώθηκε σύμφωνα με τις μεγάλες Αυλές σε φλωρεντιανό ρυθμό, καθιστώντας την έτσι το πρώτο κοσμικό αναγεννησιακό κτίριο της Γερμανίας. Το συγκρότημα επεκτάθηκε για άλλη μία φορά το 1523 για να φιλοξενήσει επιφανείς επισκέπτες. Το Φούγκερχαουζερ ήταν η ιδιωτική κατοικία και το διοικητικό κέντρο του Γιάκομπ Φούγκερ και της συζύγου του, Σίμπιλ Φούγκερ-Αρζτ.

Αργότερα μέλη της οικογένειας Φούγκερ επέκτειναν το συγκρότημα αρκετές φορές. Το συγκρότημα καταστράφηκε ως επί το πλείστον κατά τη διάρκεια αεροπορικών επιδρομών στο Άουγκσμπουργκ κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, και ξανακτίστηκε με απλοποιημένο τρόπο το 1955. Οι αυλές και πολλά άλλα δωμάτια, ωστόσο, εξακολουθούν να διατηρούνται στην αρχική τους κατάσταση. Τα σπίτια εξακολουθούν να ανήκουν στην οικογένεια Φούγκερ, και χρησιμοποιούνται εν μέρει για να στεγάσουν την Fürst Fugger Privatbank.

Σανκτ-Μόριτς - Πραντίκατουρ - Στίφτουνγκ

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1515 ο Γιάκομπ Φούγκερ υποστήριξε την ανάγκη για βελτιωμένο κήρυγμα στην εκκλησία της ενορίας του, το Σανκτ Μόριτς. Το 1517 ο πάπας Λέων Ι΄ εξέδωσε παπική βούλα, που παραχωρούσε στον Φούγκερ και τους κληρονόμους του την προστασία της εκκλησίας, και του έδινε τη δυνατότητα να επιλέξει τον ιερέα. Το ίδρυμα εξακολουθεί να υπάρχει, και η οικογένεια Φούγκερ εξακολουθεί να συνιστά τους ιερείς.

Θέα στη Χέρενγκασε του Φούγκεραϊ.

Ξεκινώντας από το 1516, ο Γιάκομπ Φούγκερ χρηματοδότησε την κατασκευή ενός οικισμού για τεχνίτες και ημερομίσθιους εργάτες, που είχαν ανάγκη διαμονής. Το 1523 κτίστηκαν 52 σπίτια του κτήματος. Ονομάστηκε για πρώτη φορά Fuggerei το 1531. Αρχικά προοριζόταν για να στεγάσει ανθρώπους, που βρίσκονταν σε δύσκολη θέση χωρίς δική τους υπαιτιότητα, μέχρι να μπορέσουν να δημιουργήσουν μόνοι τους ένα σταθερό νοικοκυριό. Το ετήσιο ενοίκιο ήταν ένα συμβολικό φιορίνι, αν και ζητήθηκαν επιπλέον τρεις καθημερινές προσευχές στο όνομα του Φούγκερ και της οικογένειάς του.

Ο οικισμός επεκτάθηκε αρκετές φορές, τελευταία φορά το 1973. Περίπου 150 άνθρωποι ζουν σήμερα στο Φούγκεραϊ, πληρώνοντας ακόμα ετήσιο ενοίκιο ισοδύναμο με ένα φιορίνι (0,88 ευρώ). Το Φούγκεραϊ είναι ένα σημαντικό τουριστικό αξιοθέατο του Άουγκσμπουργκ, και από το 2006 στεγάζει επίσης ένα μουσείο. Ο οικισμός εξακολουθεί να διοικείται από τους απογόνους της οικογένειας Φούγκερ, και χρηματοδοτείται μέσω ενός ιδρύματος (αρχικά από το 1521).

Άλλα ιδρύματα και κτίρια

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Γιάκομπ Φούγκερ έκανε αρκετές δωρεές σε εκκλησίες και μοναστήρια στο Άουγκσμπουργκ, μερικά από τα οποία εξακολουθούν να φέρουν το οικόσημο της οικογένειας Φούγκερ. Χρηματοδότησε την εκκλησία Σαν Μπλας στο Αλμάγκρο της Ισπανίας, και την ανοικοδόμηση της Σάντα Μαρία ντελ' Άνιμα στη Ρώμη. Έκτισε επίσης ένα παρεκκλήσιο στο Όμπερκιρχμπεργκ, καθώς και ένα παλάτι στο Βάισενχορν.

  • Franz Herre: Die Fugger στο ihrer Zeit. Εκδόσεις Wißner, 12. Auflage, Άουγκσμπουργκ 2005, (ISBN 3-89639-490-8) .
  • Tanja Kinkel: «Die Puppenspieler». Μόναχο 1993
  • Martin Kluger: Die Fugger στο Augsburg. Kaufherrn, Stifter und Mäzene, Context verlag, Augsburg 2010, (ISBN 978-3-939645-31-3) .
  • Martin Kluger: Die Fugger: Die deutschen Medici in und um Augsburg, context verlag, Augsburg 2009, (ISBN 978-3-939645-13-9) .
  • Martin Kluger: "Jakob Fugger (1459–1525). Sein Leben in Bildern", context medien und verlag, Augsburg 2009, (ISBN 978-3-939645-14-6)
  • Μάρτιν Κλούγκερ: Οι Φουγκερέι. Ein Führer durch die älteste Sozialsiedlung der Welt. context-verlag, Άουγκσμπουργκ 2009, (ISBN 978-3-939645-16-0)
  • Martin Kluger: Fugger – Italien. Geschäfte, Hochzeiten, Wissen und Kunst. Geschichte einer fruchtbaren Beziehung , context medien und verlag, Augsburg 2010, (ISBN 978-3-939645-27-6) .
  • Μάρτιν Κλούγκερ: Η δυναστεία Φούγκερ στο Άουγκσμπουργκ. Έμποροι, Επιχειρηματίες Μεταλλείων, Τραπεζίτες και Ευεργέτες . εκδοτικός οίκος context Augsburg, Augsburg 2014, (ISBN 978-3-939645-74-0) .
  • Günter Ogger: Kauf dir einen Kaiser. Η Γραφή του Φούγκερ. Ντρόεμερ Κνάουρ, 17 ετών. Auflage, Μόναχο 1995, (ISBN 3-426-03613-4) .
  • Γκρεγκ Στάινμετζ, Ο πλουσιότερος άνθρωπος που έζησε ποτέ: Η ζωή και η εποχή του Τζέικομπ Φούγκερ (Νέα Υόρκη, Νέα Υόρκη: Simon & Schuster, 2015). (ISBN 978-1-451-68855-9)
  1. 1 2 3 4 n82238858.
  2. Karl von Landmann: «Fugger» (Γερμανικά) 1878. σελ. 179–185.
  3. (Αγγλικά) Union List of Artist Names. 31  Μαρτίου 2011. 500312963. Ανακτήθηκε στις 22  Μαΐου 2021.
  4. 118694022.
  5. (Αγγλικά) CERL Thesaurus. Συνομοσπονδία Ευρωπαϊκών Ερευνητικών Βιβλιοθηκών. cnp01405548.
  6. Steinmetz, Greg. «Opinion: 7 money-making lessons from the richest man who ever lived» (στα αγγλικά). MarketWatch. https://www.marketwatch.com/story/7-money-making-lessons-from-the-richest-man-who-ever-lived-2017-05-02. Ανακτήθηκε στις 2021-05-21.
  7. Peter Geffcken: Fugger – Geschichte einer Familie: "Die Handelsherren mit dem Dreizack" [Fugger: History of a family: The merchants with the trident]. In: DAMALS 7/2004
  8. «Jakob Fugger». The Wall Street Journal. http://interactive.wsj.com/public/resources/documents/mill-1-timeline-fugger.htm.
  9. a.s, Petit Press (8 Ιουλίου 2002). «Mineral and political wealth of Banská Bystrica mining region has flown». spectator.sme.sk.
  10. «Luminarium Encyclopedia: Maximilian I, Holy Roman Emperor». luminarium.org. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 20 Σεπτεμβρίου 2019. Ανακτήθηκε στις 22 Σεπτεμβρίου 2018.
  11. Häberlein 2006, p. 188
  12. «Jahresberichte für Deutsche Geschichte». pom.bbaw.de. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 14 Ιουλίου 2012. Ανακτήθηκε στις 28 Φεβρουαρίου 2012.
  13. «Jakob Fugger and the Reformation». remus.shidler.hawaii.edu. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 22 Οκτωβρίου 2019. Ανακτήθηκε στις 19 Οκτωβρίου 2019.
  14. Hümmerich, Franz (10 Απριλίου 1922). «Die erste deutsche Handelsfahrt nach Indien, 1505/06 : ein Unternehmen der Welser, Fugger und anderer Augsburger sowie Nürnberger Häuser». München : R. Oldenbourg.
  15. Steinmetz, Greg (2015). The Richest man who ever lived: the life and times of Jakob Fugger. Simon and Schuster.
  16. Strong, Roy (1966). «Three Royal Jewels: The Three Brothers, the Mirror of Great Britain and the Feather». The Burlington Magazine 108 (760): 350–53. ISSN 0007-6287. http://www.jstor.org/stable/875015.
  17. O'Malia, Joseph. «Albert of Brandenburg». The Catholic Encyclopedia. New York: Robert Appleton Company. Ανακτήθηκε στις 16 Μαΐου 2020.

Περαιτέρω ανάγνωση

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
  • Ο πλουσιότερος άνθρωπος που έζησε ποτέ: Η ζωή και η εποχή του Τζέικομπ Φούγκερ, του Γκρεγκ Στάινμετζ . 2015, Simon & Schuster , (ISBN 978-1451688559)

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]