Γεώργιος Κλώντζας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Γεώργιος Κλώντζας
Γέννηση 1530
Θάνατος 1608
Ιδιότητα αγιολόγος
Commons page Πολυμέσα σχετικά με τον καλλιτέχνη

Ο Γεώργιος Κλώντζας (1530-1608) ήταν σύγχρονος του Μιχαήλ Δαμασκηνού και κατά πάσα πιθανότητα εξίσου γνωστός ζωγράφος.[1] Ένας μεγάλος αριθμός έργων του βρίσκεται στη Βενετία, στην Πάτμο, στο Σινά, στη Ζάκυνθο και αλλού. Έγινε διάσημος για τις φορητές εικόνες του -οι περισσότερες από τις οποίες είναι μικρογραφίες- και για τα τρίπτυχά του. Ο Γεώργιος Κλώντζας δημιούργησε ένα εντελώς προσωπικό ύφος που μόνο χαλαρά συνδεόταν με την παράδοση. Επηρέασε τους συγχρόνους του αλλά και ζωγράφους της επόμενης γενιάς όπως ο Θεόδωρος Πουλάκης και ο Ηλίας Μόσκος. Ο Κλώντζας παίρνει ένα θέμα διαδεδομένο μόνο στη δυτική τέχνη, προσπαθώντας να το εντάξει στην ορθόδοξη παράδοση, γεγονός που δείχνει την ισχυρή προσωπικότητά του και τις μεγάλες του ικανότητες.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Καταγόμενος από αστική οικογένεια της Κρήτης, που είχε το παρωνύμιο Χριστιανόπουλος. Από τους πιό παραγωγικούς ζωγράφους της εποχής του, κατόρθωσε, περισσότερο από άλλους συγχρόνους συναδέλφους του, να δημιουργήσει προσωπικό ύφος, χωρίς να αποστεί στα βασικά στοιχεία από τη βυζαντινή παράδοση. Το ύφος του κλιμακώνεται από το πιό ακαδημαϊκό κρητικό έως το πλησιέστερο προς τον ιταλικό μανιερισμό, προφανώς ανάλογα με τον παραγγελιοδότη του. Πρέπει να σημειωθεί ιδιαίτερα η ικανότητα του καλλιτέχνη για εικαστικές επινοήσεις, που όχι μόνο εμπλουτίζουν τις παραδοσιακές εμβληματικές εικόνες, αλλά και δημιουργούν εντελώς καινούριες συνθέσεις, σχεδόν ιστορικού χαρακτήρα, όπως παρατηρείται συχνά σε φορητές εικόνες αλλά και σε μικρογραφίες. Έγγραφα των Αρχείων της Βενετίας δίνουν στοιχεία για την οικογενειακή και οικονομική του κατάσταση. Ο πατέρας του Ανδρέας ήταν κάτοχος σημαντικής περιουσίας στο Ηράκλειο και ιδιοκτήτης του ναού του Αγίου Μάρκου των Ρωμαίων.Η γέννηση του Γ.Κ. πρέπει να τοποθετηθεί στη δεκαετία του 1530 στο Χάνδακα, όπου θα έζησε και το μεγαλύτερο μέρος, άν όχι όλη τη ζωή του. Το 1562 νυμφεύθηκε την Εργίνα Πανταλέου και απέκτησε τρεις γιούς, μελλοντικούς ζωγράφους, τον Νικολό*, τον Μανέα* και τον Λουκά*. Το 1564 ο κυρ Γεώργιος Κλώντζας σγουράφος μνημονεύεται για πρώτη φορά ως μάρτυρας σε νοταριακό έγγραφο και το Δεκέμβριο του 1566 ανέλαβε να εκτιμήσει, μαζί με τον παπα-Ιωάννη de Frossega, μία εικόνα του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου*. Το 1567 ο maistro Giorgi Cloza depentor υπέγραψε σε νοταριακό έγγραφο. Στον Zorzi Cloza dito Cristianopoullo καταγράφηκε το 1569 η προίκα που έλαβε από τη σύζυγό του και το 1576 ο κύρ Γεώργιος Κλώντζας σγουράφος του ποτε κυρ Ανδρέα μνημονεύεται ως μάρτυρας σε νοταριακό έγγραφο, ενώ στις 5 Ιουλίου 1581 υποχρεώθηκε με διαταγή τουΔούκα να πληρώσει ένα χρέος 144 υπερπύρων για ένα βαρέλι κρασί, που είχε πάρει το 1579, και να επιστρέψει το σκαρί, ένα σφαλιστάρι (=τρίπτυχο), που είχε αναλάβει να ζωγραφίσει με αγίους, αλλά τελικά δεν το ζωγράφισε. Το 1582 υπέγραψε ως μάρτυρας mastro Giorgio Cloza quondam Andrea pitor και το 1583 πλήρωσε φόρο στη βενετική διοίκηση για τον οικογενειακό ναό του Αγίου Μάρκου των Ρωμαίων. Το 1586 ανέλαβε να ζωγραφίσει σε ύφασμα την Προβατική Κολυμβήθρα και μία άλλη παράσταση, προορισμένες για την καθολική μονή του Αγίου Αντωνίου στο Χάνδακα η αμοιβή του θα ήταν 25 τζεκίνια. Έγγραφα του 1587 μας πληροφορούν για τις οικονομικές και άλλες δραστηριότητες του έτους: τον Απρίλιο αγόρασε το τρίτον μέρος των οικιών των ευρισκομένων εις την ενορίαν της Αγίας Μαρίας της Οδηγήτριας από την κόρη του ζωγράφου ποτε Πιέρο Πολίτη*. Στις 2 Ιουνίου παρέδωσε τις εικόνες που είχε ζωγραφίσει για τον επίσκοπο Καρπάθου, λαμβάνοντας το υπόλοιπο της αμοιβής του (η προκαταβολή ήταν 4 τζεκίνια). Από έγγραφα της 6ης Ιουνίου και της 1ης Αυγούστου πληροφορούμεθα ότι, επειδή υπήρχε κώλυμα σχετικά με την προαναφερθείσα οικία που είχε αγοράσει στο Χάνδακα, υποχρεώθηκε να την αδειάσει.

Σύμφωνα με νοταριακές πράξεις, στις οποίες αναφέρονται οι γιοί του, ο θάνατός του πρέπει να τοποθετηθεί στους πρώτους μήνες του έτους 1608. Από τα περισσότερα από πέντε δεκάδες έργα που σημειώνονται εδώ, έχουν υπογραφή μόνο δεκατέσσερα. Από τα ανυπόγραφα, όσα έχουν αποδοθεί με τρόπο πειστικό σε αυτόν, δημιουργείται το πρόβλημα, γιατί ο καλλιτέχνης δεν τα υπέγραψε. Υπάρχει ακόμη ένας κύκλος έργων, τα οποία αποδίδονται συνήθως στο εργαστήριο που θα διατηρούσε στο Ηράκλειο, αλλά δεν έχομε συγκεκριμένη μαρτυρία για συνεργάτες, ούτε για μαθητές του. Οι γιοί του, που αναφέρονται στα έγγραφα ως ζωγράφοι, θα μπορούσαν ενδεχομένως να είχαν εργασθεί κοντά του διαδοχικά, μόνο μετά το 1585 περίπου -χρονιά που ο μεγαλύτερος θα ενηλικιώθηκε, εφόσον ο ζωγράφος παντρεύτηκε στα 1562- δηλαδή μόνο για τις δύο τελευταίες δεκαετίες της ζωής του και μάλιστα χωρίς την παρουσία του δεύτερου γιου του μετά το 1591. Επειδή όμως δεν υπάρχει ως τώρα έργο με την υπογραφή ενός από τους ζωγράφους γιους του (βλ. Μανέας Κλό(ν)τζας), μπορεί να υποτεθεί ότι αυτοί οι δύο, όχι μόνο υπήρξαν συνεργάτες το σύντομο αυτό διάστημα, αλλά και ότι θα συνέχισαν και μετά το θάνατο του πατέρα τους να εργάζονται με τους ίδιους τρόπους. Αυτό το ενδεχόμενο εξηγεί εν μέρει και το πλήθος των ανυπόγραφων έργων, κυρίως τριπτύχων, αλλά και την άνιση ποιότητά τους.


Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μανόλης Χατζηδάκης: Έλληνες ζωγράφοι μετά την Άλωση