Γεωγραφία του Λιβάνου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Λεπτομερής χάρτης του Λιβάνου (2002)

Ο Λίβανος είναι μέρος της Μέσης Ανατολής και βρίσκεται χονδρικά σε βόρειο πλάτος και ανατολικό μήκος 35˚N. Απλώνεται κατά μήκος της ανατολικής ακτής της Μεσογείου Θάλασσας. Η ιστορία του Λιβάνου καθορίστηκε από το ορεινό του έδαφος και τη γεωγραφική του θέση, με διάφορα οικονομικά και θρησκευτικά ρεύματα, που προήλθαν από την περιοχή ή πέρασαν από αυτή, να αφήνουν το αποτύπωμά τους πάνω στην κοινωνία του Λιβάνου.

Ο ρόλος της χώρας στην περιοχή, αλλά και στον κόσμο γενικότερα, διαμορφώθηκε από το εμπόριο. Ο Λίβανος αποτελεί πέρασμα μεταξύ των μεσογειακού χωρών και της Ινδίας ή της Ανατολικής Ασίας. Οι έμποροι της περιοχής εξήγαγαν σιτηρά, υφάσματα, κεραμικά, μεταλλικά αντικείμενα, και αργότερα πετρέλαιο, δια των λιμανιών του Λιβάνου προς τις αγορές του δυτικού κόσμου. Ο Λίβανος, του οποίου η λοφώδης και μεσογειακή γεωγραφία έχει επηρεάσει, εκτός από την ιστορία, τον πολιτισμό του, ακόμα και την κουζίνα του, ονομάσθηκε «το μαργαριτάρι της Μέσης Ανατολής».

Η γη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τοπογραφία του Λιβάνου

Η Αραβική Πλάκα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η έκταση του Λιβάνου είναι 10.452 km², 12,6 φορές μικρότερη της Ελλάδας. Η χώρα έχει προσεγγιστικά το σχήμα ενός ορθογώνιου παραλληλόγραμμου με μήκος σχεδόν τριπλάσιο του πλάτους της, αλλά το «παραλληλόγραμμο» στενεύει προς τον νότο. Το μέγιστο πλάτος είναι 88 km, ενώ το ελάχιστο μόλις 32 km και το μέσο πλάτος περίπου 56 km. Επειδή ο Λίβανος βρίσκεται πάνω στο βορειοδυτικό μέρος της Αραβικής Τεκτονικής Πλάκας, ομαδοποιείται γεωγραφικά, αλλά κάποτε και πολιτικά, με τα άλλα κράτη της, όπως είναι η Συρία, η Υεμένη, το Κατάρ, το Κουβέιτ, το Ιράκ, η Σαουδική Αραβία, η Ιορδανία και το Ισραήλ-Παλαιστίνη.[1]

Γεωμορφολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η φυσική γεωγραφία του Λιβάνου επηρεάζεται από φυσικά συστήματα που εκτείνονται πέρα από τα όρια της χώρας, όπως η Κοιλάδα Μπεκάα, μέρος του συστήματος του μεγάλου τεκτονικού σχίσματος Great Rift που εκτείνεται από τη Συρία μέχρι τη Μοζαμβίκη στην Αφρική. Η φυσική γεωγραφία του Λιβάνου είναι πολυσύνθετη, όπως συμβαίνει σε οποιαδήποτε ορεινή χώρα. Οι γεωμορφές, το κλίμα, τα εδάφη και η βλάστηση διαφέρουν σημαντικά μεταξύ κοντινών περιοχών. Υπάρχουν επίσης απότομες μεταβολές και σε άλλα στοιχεία του περιβάλλοντος, από εύφορα σε άγονα εδάφη, διασχίζοντας τα όρη του Λιβάνου.

Κύριο χαρακτηριστικό της λιβανικής τοπογραφίας είναι η υψομετρική εναλλαγή που δίνει στα όρη του Λιβάνου τη μορφή μικρών οροσειρών, παράλληλων γενικά με τη διεύθυνση βορράς-νότος. Υπάρχουν 4 τέτοιες λωρίδες ανάμεσα στη Μεσόγειο Θάλασσα και στη Συρία: η παραλιακή πεδινή λωρίδα, ο δυτικός Λίβανος, το κεντρικό υψίπεδο και ο ανατολικός Λίβανος.

Η πολύ στενή παραλιακή λωρίδα (sahil) εκτείνεται κατά μήκος της μεσογειακής ακτής και είναι πλατύτερη στον βορρά, κοντά στην Τρίπολη, όπου έχει πλάτος μόλις 6,5 km. Μερικά χιλιόμετρα νοτιότερα, στη Τζουνίγια, έχει πλάτος περίπου 1,5 km και τη διαδέχονται πρόποδες που υψώνονται απότομα ως τα 750 μέτρα σε απόσταση 6,5 km από τη θάλασσα. Για το μεγαλύτερο μέρος της η λιβανική ακτή είναι απότομη και βραχώδης, αν και η ακτογραμμή δεν παρουσιάζει αξιόλογο οριζόντιο διαμελισμό: δεν υπάρχουν μεγάλα ακρωτήρια, χερσόνησοι, όρμοι, φυσικά λιμάνια ή κόλποι, όυτε εκβολές ποταμών όπου η ακτογραμμή εισχωρεί προς την πλευρά της ξηράς. Η παραλιακή λωρίδα είναι ιδιαίτερα παραγωγική σε φρούτα και λαχανικά.

Τοπογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η δυτική οροσειρά, η δεύτερη μεγάλη περιοχή της χώρας, είναι η Οροσειρά του Λιβάνου, γνωστή και ως όρος Λίβανος ή απλώς Λίβανος από την αρχαιότητα μέχρι το 1926, οπότε δεν υπήρχε σύγχυση με το όνομα του κράτους. Αντιστοίχως, η ανατολική οροσειρά ονομάζεται από την αρχαιότητα Αντιλίβανος. Οι γεωλόγοι πιστεύουν ότι οι δίδυμες οροσειρές σχημάτιζαν κάποτε μία οροσειρά. Το όρος Λίβανος είναι η υψηλότερη, τραχύτερη και επιβλητικότερη από όλη τη σειρά ορέων και υψιπέδων που πλαισιώνουν τη μεσογειακή ακτή από τα όρη Νουρ στη βόρεια Συρία μέχρι το Σινά. Η οροσειρά του Λιβάνου αποτελεί τον πρώτο φραγμό στην επικοινωνία ανάμεσα στη Μεσόγειο και τον ανατολικό Λίβανο. Τα σύνορα της οροσειράς είναι ξεκάθαρα και στις 4 πλευρές της: Στα βόρεια χωρίζεται από τη Συριακή Παράλια Οροσειρά (όρη Al-Ansariyah ή Nusayriya από τον ποταμό Ναρ αλ-Καμπίρ και στα νότια τελειώνει στον ποταμό αλ-Κασιμίγια, κάτι που δίνει στην οροσειρά μηκος 169 km. Το πλάτος της κυμαίνεται από περίπου 56,5 km κοντά στην Τρίπολη μέχρι 9,5 km στο νότιο άκρο. Υψώνεται σε αλπικά ύψη νοτιοανατολικά της Τρίπολης, όπου η κορυφή αλ Κουρνάτ ας Σάουντα φθάνει τα 3088 μέτρα. Από τις άλλες κορυφές, που υψώνονται ανατολικά της Βηρυτού, υψηλότερη είναι η Τζαμπάλ Σανίν (ύψος 2695 μέτρα). Η φράση Ahl al Jabal (= «άνθρωποι του βουνού»), ή απλώς jabaliyyun, προσδιορίζει παραδοσιακά τους κατοίκους του δυτικού Λιβάνου. Κοντά στο νότιο άκρο της, η οροσειρά έχει ένα παρακλάδι προς τα δυτικά, τα όρη Σουφ.

Η τρίτη γεωγραφική περιοχή της χώρας είναι η Κοιλάδα Μπεκάα (ή Μπικά), κεντρική ψηλή περιοχή ανάμεσα στις οροσειρές του Λιβάνου και του Αντιλιβάνου, που έχει μήκος περίπου 177 km και πλάτος από 10 ως 16, με μέσο υψόμετρο 762 μέτρα. Γεωλογικώς, αποτελεί το μεσαίο τμήμα ενός βυθίσματος που εκτείνεται προς βορρά ως τη δυτική καμπή του Ορόντη στη Συρία και προς νότο μέχρι την Ιορδανία και την Άκαμπα, την ανατολική απόληξη της Ερυθρής Θάλασσας. Η Κοιλάδα Μπεκάα είναι η κυριότερη αγροτική περιοχή της χώρας και υπήρξε ο «σιτοβολώνας» της ρωμαϊκής Συρίας. Στην αραβική γλώσσα, είναι ο πληθυντικός της λέξεως buqaah, που σημαίνει έναν τόπο με στάσιμα νερά.

Αναδυόμενη από μία περιοχή νότια της Χομς στη Συρία, η ανατολική οροσειρά, ο Αντιλίβανος (Lubnan ash Sharqi), έχει σχεδόν ίσο μήκος και ύψος με την οροσειρά του Λιβάνου. Αυτή η τέταρτη γεωγραφική περιοχή της χώρας δίνει τη θέση της στα νότια με το Όρος Ερμών στο υψίπεδο Hawran, που συνεχίζει μέσα στην Ιορδανία και φθάνει μέχρι τη Νεκρά θάλασσα. Η χαράδρα Μπαράντα χωρίζει τον Αντιλίβανο σε βόρειο και νότιο τμήμα. Στο βόρειο, τα χωριά είναι λίγα στις δυτικές πλαγιές, αλλά στο νότιο, που περιλαμβάνει το Όρος Ερμών (2860 μέτρα), οι δυτικές πλαγιές έχουν πολλά χωριά. Ο Αντιλίβανος είναι πιο ξηρός από το όρος Λίβανο, ιδίως στο βόρειο τμήμα του, και για αυτό είναι λιγότερο παραγωγικός και πιο αραιοκατοικημένος.

Κλίμα και νερά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το όρος Λίβανος
Ακτογραμμή του Λιβάνου

Το κλίμα του Λιβάνου είναι μεσογειακό, με μακρά και ξηρά καλοκαίρια, και σχετικώς ψυχρούς και βροχερούς (με χιονια στα βουνά) χειμώνες. Το φθινόπωρο είναι μια μεταβατική εποχή, με πτώση της θερμοκρασίας και λίγες βροχές, ενώ η άνοιξη έρχεται όταν οι χειμερινές βροχοπτώσεις έχουν προκαλέσει ανάπτυξη της βλάστησης. Η τοπογραφική ποικιλία επιφέρει τοπικές παραλλαγές του βασικού κλιματικού μοτίβου. Κατά μήκος της ακτής τα καλοκαίρια είναι ζεστά και πιο υγρά, αλλά με ελάχιστη ή καθόλου βροχή. Σχηματίζεται όμως άφθονη δρόσος, που είναι ευεργετική για τις καλλιέργειες. Η ημερήσια διακύμανση της θερμοκρασίας είναι μικρή. Τα απογεύματα και τα βράδια, ένας δυτικός άνεμος (θαλάσσια αύρα) δροσίζει την παραλιακή ζώνη, ενώ τη νύχτα η κατεύθυνση του ανέμου αντιστρέφεται, φυσώντας από το εσωτερικό προς τη θάλασσα.

Οι περισσότερες βροχές (και τα χιόνια στα ορεινά) πέφτουν τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο. Η ετήσια βροχόπτωση παρουσιάζει μεγάλες διακυμάνσεις από το ένα έτος στο άλλο. Το χιόνι είναι σύνηθες μακριά από τη θάλασσα και στα βουνά, με μέσες θερμοκρασίες −1 °C τον Δεκέμβριο, −5 °C τον Ιανουάριο και −7 °C τον Φεβρουάριο. Ο λίβας, που φυσά από την αιγυπτιακή έρημο, μπορεί να προκαλέσει απότομη αύξηση της θερμοκρασίας, συνήθως την άνοιξη. Οι ψυχρότεροι άνεμοι έρχονται από τη δυτική Τουρκία και την Ελλάδα. Κατά μήκος της ακτής, η παρουσία της θάλασσας καθιστά το κλίμα ηπιότερο. Ωστόσο, οι θερμοκρασίες είναι χαμηλότερες στα βόρεια, όπου πέφτει και περισσότερη βροχή.

Στην οροσειρά του Λιβάνου η μεγάλη αύξηση του υψομέτρου δίνει πολύ ψυχρούς χειμώνες, με περισσότερες βροχές και χιόνια. Τα καλοκαίρια εδώ είναι ξηρότερα, με μεγαλύτερη ημερήσια διακύμανση της θερμοκρασίας. Τον χειμώνα η πάχνη είναι συχνό φαινόμενο και οι χιονοπτώσεις βαριές, με τις υψηλότερες από τις κορυφές να είναι χιονοσκεπείς για μεγάλο μέρος του έτους. Κατά το θέρος, οι θερμοκρασίες στα ορεινά μπορεί να φθάσουν μέχρι τους 27 °C το μεσημέρι, αλλά πέφτουν σχεδόν στο μηδέν μέχρι το ξημέρωμα. Οι κάτοικοι των παραλιακών πόλεων και οι τουρίστες αναζητούν καταφύγιο από την υγρή ζέστη των παραλίων περνώντας τον περισσότερο χρόνο στα βουνά, όπου βρίσκονται πολυάριθμα θέρετρα. Η επίδραση της θάλασσας αντιρροπείται από το υψόμετρο.

Η Κοιλάδα Μπεκάα και ο Αντιλίβανος προφυλάσσονται από την επίδραση της θάλασσας από την Οροσειρά του Λιβάνου. Δέχονται έτσι αρκετά λιγότερη υγρασία και κατακρημνίσεις, ενώ παρουσιάζουν ακόμα ευρύτερες ημερήσιες και ετήσιες διακυμάνσεις της θερμοκρασίας. Ο λίβας δεν φυσά στην Κοιλάδα Μπεκάα, αλλά ο βόρειος άνεμος τον χειμώνα είναι τόσο διαπεραστικός, ώστε οι κάτοικοί της λένε ότι μπορεί «να σπάσει νύχια». Παρά το σχετικώς χαμηλό υψόμετρο της κοιλάδας, περισσότερο χιόνι πέφτει εκεί από όσο σε ίσα υψόμετρα δυτικά της Οροσειράς του Λιβάνου.

Εξαιτίας του υψομέτρου, ο Αντιλίβανος δέχεται περισσότερες κατακρημνίσεις από την Κοιλάδα Μπεκάα, με μεγάλο μέρος τους να είναι χιόνι, που επίσης στις κορυφές διατηρείται για μεγάλο μέρος του έτους.

Η Κοιλάδα Μπεκάα διαρρέεται από δύο ποτάμια που πηγάζουν πάνω από τη Μπάαλμπεκ: τον Ορόντη, που ρέει προς βορρά, και τον Λιτάνι (τον αρχαίο Λεόντη), που ρέει προς νότο μέχρι το τέλος της κοιλάδας, όπου και στρέφεται απότομα προς τα δυτικά και, διασχίζοντας τον νότιο Λίβανο, χύνεται στη Μεσόγειο. Ο Ορόντης εισέρχεται στη Συρία και τελικώς φθάνει ως τη Μεσόγειο μέσα σε τουρκικό έδαφος. `Ενας τρίτος, μικρότερος ποταμός, ο Ναχρ Μπαράντα, που διαρρέει τη Δαμασκό, έχει την πηγή του στον Αντιλίβανο.

Μικρότερες πηγές δίνουν χειμάρρους που αποτελούν παραποτάμους των δύο κυριότερων ποταμών της κοιλάδας. Επειδή οι κλίσεις του εδάφους είναι μεγάλες και η ροή των υδάτων τους ταχύτατη, οι χείμαρροι αυτοί διαβρώνουν τα πετρώματα (κυρίως ασβεστολιθικά). Η μοναδική μόνιμη λίμνη του Λιβάνου είναι η Buhayrat al Qirawn, περίπου δέκα χιλιόμετρα ανατολικά της Τζέζιν. Υπάρχει και μία εποχική λίμνη τροφοδοτούμενη από πηγές, στις ανατολικές πλαγιές της οροσειράς του Λιβάνου, περίπου 40 km νοτιοανατολικά της Τρίπολης.

Αριθμητικά και άλλα δεδομένα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης του Λιβάνου

Έκταση:
Ολική: 10.452 km²
Εσωτερικά ύδατα: 0 km²

Χερσαία σύνορα:
Ολικό μήκος: 454 km
Συνορεύουσες χώρες και μήκος συνόρων: Συρία 375 km, Ισραήλ 79 km

Μήκος ακτογραμμής: 225 km

Χωρικά ύδατα: 12 ναυτικά μίλια (22,2 km)

Ακραία σημεία:
Χαμηλότερο σημείο: Μεσόγειος Θάλασσα, 0 m
Υψηλότερο σημείο: Κούρνετ ες Σάουντα, 3.088 m

Φυσικοί πόροι Ασβεστόλιθος, σιδηρομετάλλευμα, αλάτι, καλλιεργήσιμη γη. Σημαντικός πόρος είναι και η επάρκεια σε γλυκό νερό σε μια περιοχή με έλλειψή του.

Χρήσεις γης:
Αρόσιμη γη: 10,72%
Μόνιμες καλλιέργειες: 12,06%
Υπόλοιπο: 77,22% (2011)

Αρδευόμενη γη: 1.040 km² (2011)

Ολικοί ανανεώσιμοι υδάτινοι πόροι: 4,5 km3 (2011)

Το νερό στον Λίβανο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το νερό μειώνεται στον Λίβανο εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής. Οι περισσότερες βροχοπτώσεις στη χώρα σημειώνονται τους μήνες του χειμώνα και τα τελευταία 45 χρόνια το Υπουργείο Περιβάλλοντος του Λιβάνου εκτιμά ότι έχουν μειωθεί συνολικά κατά 5 ως 20%.[2] Η παραλιακή λωρίδα δέχεται περίπου 2.000 mm μέση ετήσια βροχόπτωση (τετραπλάσια της Αθήνας), ενώ η Κοιλάδα Μπεκάα στα ανατολικά μόλις 200 mm.[3] Το 2004, μόλις το 21% των νοικοκυριών του Λιβάνου είχαν συνεχή υδροδότηση κατά τους θερινούς μήνες.[2] Προβλέπεται ότι στο μέλλον η μέση θερμοκρασία θα είναι υψηλότερη, ενώ η ετήσια βροχόπτωση λιγότερη με μακρότερες περιόδους ξηρασίας, κάτι που θα οδηγήσει σε ακόμα μικρότερη διαθεσιμότητα νερού.[3] Σύμφωνα με το Υπουργείο Περιβάλλοντος της χώρας, υπάρχουν αρκετοί παράγοντες που συντελούν στη μείωση της επάρκειας σε νερό: οι μη βιώσιμες πρακτικές διαχειρίσεως των αποθεμάτων, η αυξανόμενη ζήτηση για νερό από όλους τους τομείς της οικονομίας, η ρύπανση των νερών κ.ά.[4]. Ο Λίβανος έχει παλαίψει με την ανεπάρκεια των υπηρεσιών υδρεύσεως και αποχετεύσεως επί δεκαετίες.[5] Οι παράγοντες με τη μεγαλύτερη επίδραση είναι βέβαια η αύξηση του πληθυσμού, η αστικοποίηση (το 88% του πληθυσμού τώρα είναι αστικός), η οικονομική ανάπτυξη και η κλιματική αλλαγή.[6] Τα τελευταία χρόνια, ο αυξημένος πληθυσμός εξαιτίας της εισροής πολλών προσφύγων από τη Συρία επέτεινε τα προβλήματα υδρεύσεως.[5] Κάποια νέα προγράμματα έχουν προταθεί για την αναδιάρθρωση του τομέα υδρεύσεως. Σήμερα περισσότερο από 48% του νερού που διοχετεύει το δημόσιο/δημοτικό σύστημα υδροδοτήσεως χάνεται από διαρροές. Επιπλέον, τα δίκτυα αποχετεύσεως είναι ανεπαρκή, ή και ανύπαρκτα σε μερικές περιοχές.[5] Σε εφαρμογή βρίσκεται ένα πρόγραμμα του Υπουργείου Περιβάλλοντος του Λιβάνου σε συνεργασία με το Πρόγραμμα των Ηνωμένων Εθνών για την Ανάπτυξη (UNDP) για τη συλλογή του νερού της βροχής από τις πάνω επιφάνειες των αγροτικών θερμοκηπίων.[6] Αποθηκεύοντας αυτό το νερό για χρήση στους κρίσιμους θερινούς (και πρώτους φθινοπωρινούς) μήνες, οπότε οι βροχές είναι σπάνιες, μειώνεται ο κίνδυνος υφαλμυρώσεως του υδροφόρου ορίζοντα από υπεράντληση.[6] Προτείνονται επίσης σχέδια για τη χρήση ανακυκλωμένου νερού του αποχετευτικού συστήματος από τον αγροτικό τομέα για την εξοικονόμηση νερού.[6] Σήμερα, πάνω από το 92% των οικιακών αποβλήτων του Λιβάνου χύνεται ανεπεξέργαστο στα ποτάμια και στη θάλασσα.[5]

Επίδραση των Σύρων προσφύγων στους φυσικούς πόρους[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Καθώς ο αριθμός των προσφύγων του εμφυλίου πολέμου της Συρίας στον Λίβανο αυξάνεται, ο Λίβανος συνεχίζει να αντιμετωπίζει περισσότερες προκλήσεις για τη διατροφική και την υδρευτική του ασφάλεια. Η συγκέντρωση των προσφύγων ασκεί τεράστια πίεση στους φυσικούς πόρους της χώρας. Οι μεταβολές στη διαθεσιμότητα του νερού και αγροτικών προϊόντων ως αποτέλεσμα της κλοματικής αλλαγής και φυσικής αυξήσεως του πληθυσμού είναι σοβαρές, καθιστώντας δυσχερέστερη την κάλυψη των αναγκών των προσφύγων.[7] Το 81% των αγροτών της περιοχής της κοιλάδας Μπεκάα έχουν αναφέρει ελλείψεις νερού που επιδεινώνονται από την εγγύτητα της περιοχής στη Συρία και την εισροή προσφύγων. Η εισροή αυτή ήταν υπερβολικά απότομη ώστε να προετοιμασθεί επαρκώς το λιβανέζικο κράτος για την αντιμετώπισή της, αλλά και η διεθνής βοήθεια αποδείχθηκε ανεπαρκής για την κλίμακα της κρίσεως, ιδίως στην Κοιλάδα Μπεκάα και στον βόρειο Λίβανο, που συνορεύουν με τη Συρία. Οι αφίξεις προσφύγων στον Λίβανο αυξήθηκαν από το 2013 και 2014 με μέσο ρυθμό 47.000 πρόσφυγες τον μήνα (οι καταγραφόμενοι από την UNHCR).[5] Περί το 30% του πληθυσμού των προσφύγων παραμένουν χωρίς πρόσβαση σε ασφαλές πόσιμο νερό εξαιτίας της λειψυδρίας στη περιοχή.[5]

Στις αρχές του 2015 υπήρχε 1,3 εκατομμύριο Σύρων προσφύγων στον Λίβανο, και αναμενόταν ότι αυτός ο αριθμός θα είχε φθάσει το 1,8 εκατομμύριο μέχρι τον Δεκέμβριο του 2015.[7] «Καθώς η παραμονή τους παρατείνεται και τα χρήματά τους εξαντλούνται, η κοινωνικοοικονομική τους κατάσταση επιδεινώνεται.»[7] Από τους Σύρους πρόσφυγες που γεννήθηκαν στον Λίβανο, το 72% δεν διαθέτει επίσημο πιστοποιητικό γεννήσεως.[7] Η πλειονότητα των προσφύγων έχει καταλύσει στη περιοχή της Κοιλάδας Μπεκάα.[8] Εξαιτίας της εισροής προσφύγων ο Λίβανος έχει επιπλέον υποφέρει οικονομικά από τη μείωση του εμπορίου, του τουρισμού και των επενδύσεων.[7] Σύμφωνα με μία εκτίμηση της Παγκόσμιας Τράπεζας στην αρχή της προσφυγικής κρίσεως, ο οικονομικός αντίκτυπός της στον Λίβανο ίσως να ανέλθει σε 7 δισεκατομμύρια ευρώ.[8] Οι δημόσιες υποδομές βρίσκονται επίσης σε υπό μεγάλη πίεση ως αποτέλεσμα της εισροής προσφύγων.[5] Μια εκτίμηση του ΟΗΕ και συνεργαζόμενων υπηρεσιών έχει δείξει ότι περισσότερο από τα δύο τρίτα των προσφύγων δεν είναι σε θέση να ικανοποιήσουν τις κανονικές απαιτήσεις του οργανισμού τους σε τροφή.[5], ενώ το 72% δέχονται κάθε μήνα βοήθεια σε τρόφιμα από το WFP (Παγκόσμιο Πρόγραμμα Τροφίμων).[8] Ωστόσο, το 2015 το WFP απώλεσε χρηματοδότηση και αναγκάστηκε να μειώσει την αξία των κουπονιών τροφίμων κατά 40%.[5] Γενικά, ο Λίβανος χρειάζεται περισσότερη διεθνή βοήθεια προκειμένου να συντηρήσει τον πληθυσμό των προσφύγων μακροπρόθεσμα.


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Egyptian Journal of Geology – τόμ. 42, τεύχ. 1 – σελ. 263, 1998
  2. 2,0 2,1 Nisreen, Salti & Chaaban, Jad: "THE ROLE OF SECTARIANISM IN THE ALLOCATION OF PUBLIC EXPENDITURE IN POSTWAR LEBANON", International Journal of Middle East Studies, 42.4 (2010): 637–55. ProQuest.
  3. 3,0 3,1 Brooks, David B.: "FRESH WATER IN THE MIDDLE EAST AND NORTH AFRICA SOURCE OF CONFLICT/BASE FOR COOPERATION", Integrated Water Resources Management and Security in the Middle East, 33–64. 2007.
  4. Republic of Lebanon, Ministry of Environment. "Water Sector" 2012.
  5. 5,0 5,1 5,2 5,3 5,4 5,5 5,6 5,7 5,8 UNHCR. Refugees from Syria: Lebanon. UNHCR, March 2015. Print.
  6. 6,0 6,1 6,2 6,3 Climate Change Lebanon, "Water". Republic of Lebanon Ministry of Environment. 2014.
  7. 7,0 7,1 7,2 7,3 7,4 UNHCR. "Lebanon." The UN Refugee Agency. UNHCR, 2015. Web.
  8. 8,0 8,1 8,2 UNHCR. "Inter-agency Information Sharing Portal: Lebanon." UNHCR Syria Regional Refugee Response. The UN Refugee Agency, 7 Μαΐου 2015. Web.
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Geography of Lebanon της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).