Γεωγραφία της Κολομβίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η Δημοκρατία της Κολομβίας είναι μεγάλη χώρα, εκτεινόμενη στη Νότια και την Κεντρική Αμερική. Είναι η 26η σε έκταση χώρα της Γης και η τέταρτη σε έκταση της Νότιας Αμερικής μετά τη Βραζιλία, την Αργεντινή και το Περού.[1] Καθώς συμβαίνει με αρκετές μεγάλες χώρες, ο πληθυσμός της Κολομβίας είναι άνισα κατανεμημένος στην έκτασή της, με τον περισσότερο να ζει στο ορεινό δυτικό μέρος της και στη βόρεια ακτή της ή στην περιοχή της πρωτεύουσας Μπογκοτά. Οι αραιοκατοικημένες νότιες και ανατολικές επαρχίες της χώρας καλύπτονται κυρίως από τροπικό δάσος, αλλά υπάρχουν εκεί και περιοχές με μεγάλη οικονομική σημασία: μεγάλα αγροκτήματα με κτηνοτροφία και κοιτάσματα πετρελαίου και φυσικού αερίου. Οι κάτοικοι εκεί ζουν σε μικρούς, αγροτικούς ως επί το πλείστον, οικισμούς και περιλαμβάνουν τις αυτόχθονες φυλές της χώρας.

Φυσικές περιοχές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην Κολομβία διακρίνονται πέντε μεγάλες φυσικές περιοχές, που απλώνονται και στις γειτονικές χώρες: η οροσειρά των Άνδεων, η περιοχή των παραλίων του Ειρηνικού Ωκεανού, η περιοχή των παραλίων της Καραϊβικής Θάλασσας, τα λιάνος (λιβάδια-πεδιάδες) και το τροπικό δάσος του Αμαζονίου. Η Κολομβία είναι η μοναδική χώρα της Νότιας Αμερικής που έχει ακτές τόσο στον Ατλαντικό, όσο και στον Ειρηνικό Ωκεανό. Η μεγάλη έκταση των χωρικών υδάτων της και η τεράστια έκταση της ΑΟΖ αποτελούν δυνητικά σημαντικές παρακαταθήκες για τη μελλοντική ανάπτυξη της Κολομβίας.

Η βασική δυτική οροσειρά-κλάδος των Άνδεων η Δυτική Κορδιλιέρα, είναι μετρίως υψηλή, με κορυφές που φθάνουν τα 4.670 μέτρα.[2] Η κοιλάδα του ποταμού Κάουκα, μια σημαντική γεωργική περιοχή με αρκετές πόλεις, χωρίζει τη Δυτική από την (πιο εκτεταμένη) Κεντρική Κορδιλιέρα. Αρκετά χιονοσκεπή ηφαίστεια στην Κεντρική Κορδιλιέρα έχουν κορυφές που φθάνουν σε υψόμετρο τα 5.100 μέτρα. Η κοιλάδα του πλωτού ποταμού Μαγδαλένα, βασική συγκοινωνιακή αρτηρία, διαχωρίζει την Κεντρική από τη μέσου ύψους Ανατολική Κορδιλιέρα. Αντίθετα από τις άλλες δύο οροσειρές, η Ανατολική Κορδιλιέρα περιλαμβάνει αρκετές μεγάλες λεκάνες. Στα ανατολικά της απλώνονται οι αραιοκατοικημένες ανατολικές πεδιάδες (με μερικές χαμηλές λοφοσειρές), τα λιάνος, που καλύπτουν σχεδόν το 60% του εδάφους της χώρας.

Αυτή η «διατομή» της Κολομβίας στον άξονα ανατολή-δύση δεν περιλαμβάνει την επίπεδη περιοχή των παραλίων της Καραϊβικής και την ξεχωριστή από τις Άνδεις οροσειρά Σιέρα Νεβάδα δε Σάντα Μάρτα, αμφότερες στα βόρεια της χώρας. Η πρώτη είναι στο δυτικό τμήμα της κυρίως βαλτώδης. Τα γεμάτα με βούρλα έλη της αποκαλούνται ciénagas από τους Κολομβιανούς. Αντιθέτως, η Χερσόνησος Γκουαχίρα στα ανατολικά είναι ημίξηρη. Η Σιέρα Νεβάδα δε Σάντα Μάρτα περιλαμβάνει την υψηλότερη κορυφή της Κολομβίας.[2]

Οι κολομβιανές Άνδεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το πάραμο του Ραβανάλ στο Διαμέρισμα Μπογιακά
Οι παγετώνες της Κολομβίας

Κοντά στα σύνορα με το Κράτος του Ισημερινού οι Άνδεις χωρίζονται σε τρεις, χονδρικά παράλληλες, οροσειρές (κορδιλιέρες), που εκτείνονται προς τα βορειοανατολικά σχεδόν μέχρι την Καραϊβική Θάλασσα. Μερικές κορυφές υπερβαίνουν τα 5.200 μέτρα και ακόμα περισσότερες είναι καλυμμένες με αιώνια χιόνια. Τα υψίπεδα και οι λεκάνες που σχηματίζονται σε αυτές παρέχουν ήπιο κλίμα που προσελκύει την εγκατάσταση ανθρώπων και σε πολλά μέρη, εξαιτίας του ότι ανήκουν στην τροπική ζώνη, επιτρέπουν δύο συγκομιδές το έτος. Τα ορμητικά ποτάμια στις πλαγιές των βουνών διαθέτουν μεγάλο υδροηλεκτρικό δυναμικό και προσθέτουν τα νερά τους στους πλωτούς ποταμούς στις χαμηλότερες κοιλάδες. Περισσότερο από τα δύο τρίτα του πληθυσμού της χώρας ζουν στις υψηλές περιοχές των Άνδεων.

Η Δυτική Κορδιλιέρα, η Κεντρική Κορδιλιέρα και η Ανατολική Κορδιλιέρα έχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά. Από γεωλογικής πλευράς, η Δυτική και η Κεντρική Κορδιλιέρα αποτελούν τη δυτική και την ανατολική πλευρά ενός ογκώδους τόξου κρυσταλλικών πετρωμάτων που εκτείνεται από την πεδινή περιοχή των ακτών της Καραϊβικής μέχρι τα σύνορα με τον Ισημερινό. Αντιθέτως, η Ανατολική Κορδιλιέρα αποτελείται από διπλωμένα στρωματοποιημένα πετρώματα.

Η Δυτική Κορδιλιέρα, αν και δεν είναι η ψηλότερη, είναι η πλέον αραιοκατοικημένη. Οι περισσότερες κορυφές δεν υπερβαίνουν τις 3.000 μέτρα σε ύψος και δεν καλύπτονται από αιώνια χιόνια. Λιγοστές είναι οι ορεινές διαβάσεις, αλλά μία από αυτές, σε υψόμετρο 1.519 μέτρα, παρέχει στην τρίτη σε πληθυσμό πόλη της χώρας, την Κάλι, διέξοδο προς τον Ειρηνικό Ωκεανό. Εξαιτίας των μικρότερων υψομέτρων, η βλάστηση είναι πυκνή και στις δυτικές πλαγιές τροπική.

Η κοιλάδα του ποταμού Κάουκα χωρίζει τη Δυτική από την Κεντρική Κορδιλιέρα. Ο Κάουκα ρέει προς τα βόρεια μέσα από κάποια από τα καλύτερα για καλλιέργειες εδάφη της χώρας. Στα βόρεια οι δύο οροσειρές συγκλίνουν και η κοιλάδα γίνεται ένα βαθύ φαράγγι μέχρι την παραλιακή πεδιάδα.

Η Κεντρική Κορδιλιέρα είναι η υψηλότερη από τις τρεις και έχει μήκος πάνω από 800 χιλιόμετρα (km). Δεν έχει υψίπεδα και διαβάσεις χαμηλότερες των 3.300 μέτρων. Η υψηλότερη κορυφή της, η Νεβάδο ντελ Ουίλα (5.364 μέτρα) είναι και το υψηλότερο ηφαίστειο της Κολομβίας. Η δεύτερη υψηλότερη, το ηφαίστειο Νεβάδο ντελ Ρουίς, έγινε διαβόητο με την έκρηξή του το 1985, που προκάλεσε 24.000 θανάτους. Στο βόρειο άκρο της, η Κεντρική Κορδιλιέρα διασπάται σε αρκετούς κλάδους που κατέρχονται προς την πεδιάδα της Καραϊβικής.

Η κοιλάδα του ποταμού Μαγδαλένα διαχωρίζει την Κεντρική από την Ανατολική Κορδιλιέρα. Ο μήκους 1.600 km Μαγδαλένα πηγάζει περί τα 180 km βορείως των συνόρων με τον Ισημερινό, εκεί όπου οι δύο Κορδιλιέρες αποχωρίζονται. Η ευρύχωρη λεκάνη απορροής του ποταμού τροφοδοτείται από πολυάριθμους ορεινούς χειμάρρους που πηγάζουν ψηλά στα χιόνια. Ο Μαγδαλένα είναι γενικώς πλωτός από την Καραϊβική μέχρι την πόλη [Νέιβα (πόλη)|Νέιβα]] (υψόμετρο 442 μέτρα), περισσότερο από 900 km από τη θάλασσα.

Στην Ανατολική Κορδιλιέρα, σε υψόμετρα μεταξύ 2.500 και 2.700 μέτρων, υπάρχουν τρεις μεγάλες εύφορες λεκάνες και μερικές μικρότερες, που παρέχουν κατάλληλες εκτάσεις για την υποστήριξη σημαντικών ανθρώπινων πληθυσμών. Στη λεκάνη του Διαμερίσματος Κουντιναμάρκα, εκεί όπου κατοικούσαν οι Ινδιάνοι Τσίμπτσα, οι πρώτοι Ευρωπαίοι εισβολείς ίδρυσαν την πόλη Σάντα Φε δε Μπογοτά, τη σημερινή πρωτεύουσα της χώρας Μπογκοτά, σε υψόμετρο 2.650 μέτρων πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας.

Στα βόρεια της Μπογκοτά, στις πυκνοκατοικημένες λεκάνες των Τσικινκιρά και Μπογιακά, υπάρχουν εύφοροι αγροί, πλούσια ορυχεία και μεγάλα εργοστάσια που παράγουν μεγάλο μέρος του ΑΕΠ της χώρας. Ακόμη βορειότερα, εκεί όπου η Ανατολική Κορδιλιέρα στρέφεται απότομα προς τα βορειοδυτικά, κοντά στα σύνορα με τη Βενεζουέλα, βρίσκεται το υψηλότερο σημείο της, το Σιέρα Νεβάδα δε Κοκούυ, με υψόμετρο 5.493 μέτρα. Στο Διαμέρισμα Σανταντέρ οι κοιλάδες στις δυτικές πλαγιές είναι πιο ευρύχωρες και η γεωργία είναι εντατική στην περιοχή γύρω από τη Μπουκαραμάνγκα. Η βόρεια απόληξη της οροσειράς, γύρω από την Κούκουτα, είναι τόσο δύσβατη, ώστε ιστορικά ήταν ευκολότερες οι συγκοινωνίες και η επικοινωνία με τη Βενεζουέλα, παρά με τις γειτονικές περιοχές της Κολομβίας.

Τα παράλια της Καραϊβικής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σιέρα Νεβάδα δε Σάντα Μάρτα, το υψηλότερο παραθαλάσσιο βουνό της Γης.

Χαμηλές πεδιάδες καταλαμβάνουν όλη την έκταση της Κολομβίας βορείως μιας νοητής γραμμής που εκτείνεται προς τα βορειοανατολικά από τον Κόλπο Ουραμπά μέχρι το σύνορο με τη Βενεζουέλα στο βόρειο άκρο της Ανατολικής Κορδιλιέρας. Η ξηρότερη Χερσόνησος Γκουαχίρα (η βορειότερη χερσόνησος της Νότιας Αμερικής) και η ευρύτερη «Ξηρική περιοχή Γκουαχίρα-Μπαρρανκίγια», ελάχιστες ομοιότητες παρουσιάζουν με την υπόλοιπη περιοχή. Στο νότο της περιοχής υψώνεται η Σιέρα Νεβάδα δε Σάντα Μάρτα, θεαματικός τριγωνικός βραχώδης ορεινός όγκος με αιώνια χιόνια στις κορυφές, που περιλαμβάνει την υψηλότερη κορυφή της Κολομβίας, την Πίκο Κριστόμπαλ Κολόν (δηλαδή «Κορυφή Χριστόφορος Κολόμβος», υψόμετρο 5.700 μέτρα). Οι πλαγιές της Σαντα Μάρτα είναι γενικώς υπερβολικά απότομες για καλλιέργεια.

Η παραλιακή περιοχή της Καραϊβικής έχει κατά προσέγγιση σχήμα τριγώνου, η μεγαλύτερη πλευρά του οποίου είναι η ακτογραμμή. Το μεγαλύτερο μέρος του εμπορίου της Κολομβίας διακινείται από τα λιμάνια αυτής της ακτής, όπως της Καρταχένα και της Μπαρρανκίγια. Αν προχωρήσουμε προς την ενδοχώρα αυτών των μεγάλων πόλεων, συναντάμε βάλτους, κρυφά ρυάκια και αβαθείς λίμνες, αλλά και φυτείες βαμβακιού και μπανάνας, πάμπολλες μικρές φάρμες και, λίγο ψηλότερα, ράντσα βοοειδών.

Η πόλη της Καρταχένα είναι το μεγαλύτερο λιμάνι και ταυτοχρόνως η πρώτη σε τουρισμό πόλη της Κολομβίας, και αυτό παρά την ύπαρξη πετροχημικής βιομηχανίας. Η Σάντα Μάρτα είναι επίσης λιμάνι και τουριστική πόλη, αλλά σε μικρότερη κλίμακα, ενώ η Μπαρρανκίγια είναι ευρύτερα ανεπτυγμένη, με πολλές βιομηχανίες και εμπορικές επιχειρήσεις. Οι κάτοικοί της έχουν το υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο κατά μέσο όρο στην περιοχή της Καραϊβικής.

Η παραλιακή περιοχή της Καραϊβικής συνδέεται με εκείνη των Άνδεων μέσω των δύο κοιλάδων των μεγάλων ποταμών. Μετά την περιοχή των Άνδεων είναι η δεύτερη σημαντικότερη οικονομικά περιοχή της χώρας και σε αυτή κατοικεί περί το 20% του πληθυσμού της χώρας.

Στην περιοχή πρέπει να συμπεριλάβουμε και το αρχιπέλαγος της Νήσου του Αγίου Ανδρέα, νησιωτικά εδάφη της Κολομβίας, τα οποία διεκδικούνται μερικώς από τη Νικαράγουα. Το πολεμικό ναυτικό της Κολομβίας τα προστατεύει από εχθρικές εισβολές, με τα νησιά αυτά να φιλοξενούν δύο βάσεις, μία του ναυτικού και μία της τελωνειακής αστυνομίας.

Αναλυτικότερα, τα «Νησιωτικά Εδάφη» της Κολομβίας αποτελούνται από τα παρακάτω νησιά ή συστάδες νησιών της Καραϊβικής Θάλασσας (Ατλαντικός Ωκεανός):

Ωστόσο η Κολομβία έχει και δύο νησιά στον Ειρηνικό Ωκεανό, τη Νήσο Γκοργκόνα και τη νησίδα Μαλπέλο.

Η περιοχή του Ειρηνικού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το δυτικό τρίτο της Κολομβίας είναι το πλέον σύνθετο από γεωγραφικής απόψεως. Αρχίζοντας στην ακτή του Ειρηνικού Ωκεανού στα δυτικά και ακολουθώντας τον 5ο παράλληλο βόρειου πλάτους, συναντούμε μία ακολουθία διαφορετικών χαρακτηριστικών. Στα δυτικά υπάρχει μία πολύ στενή παραλιακή πεδιάδα, που διακόπτεται σε κάποια μέρη της ακτής, με δίπλα της τα όρη Μπαουντό (Serranía de Baudó), τη χαμηλότερη και στενότερη οροσειρά της χώρας με μέγιστο υψόμετρο λιγότερο από 1.800 μέτρα και τροπική βλάστηση. Ακολουθεί η ευρύτερη χαμηλή περιοχή των ποταμών Ατράτο και Σαν Χουάν, που έχει προταθεί ως πιθανή εναλλακτική διαδρομή της Διώρυγας του Παναμά μεταξύ του Ειρηνικού και του Ατλαντικού Ωκεανού. Στην Κολομβία βρίσκεται το μεγαλύτερο μέρος της βόρειας απολήξεως των Άνδεων με ένα μικρό μέρος να ανήκει στη Βενεζουέλα.

Κατά τη δεκαετία του 1980 μόλις το 3% του πληθυσμού της Κολομβίας κατοικούσε στην περιοχή των ακτών του Ειρηνικού, εξαιτίας της ζούγκλας και των βάλτων, αν και υπάρχει ανεκμετάλλευτο σημαντικό δυναμικό σε ορυκτά και άλλους φυσικούς πόρους. Η Μπουεναβεντούρα είναι το μοναδικό λιμάνι στην ακτή αυτή. Στα ανατολικά, η περιοχή του Ειρηνικού συνορεύει με τη Δυτική Κορδιλιέρα, από την οποία τρέχουν πολλά ρυάκια και ποτάμια. Τα περισσότερα ρέουν προς τα δυτικά και εκβάλλουν στον Ειρηνικό, αλλά το μεγαλύτερο, ο πλωτός Ρίο Ατράτο, ρέει προς τα βόρεια και εκβάλλει στον Κόλπο Ουραμπά, καθιστώντας τους οικισμούς στις όχθες του προσβάσιμες στα μεγάλα λιμάνια του Ατλαντικού.

Το έλος του Ατράτο, που απλώνεται στα σύνορα με τον Παναμά, είναι μία λωρίδα 65 χιλιομέτρων που αποτελεί μία πρόκληση για την ολοκλήρωση του Παναμερικανικού Αυτοκινητόδρομου. Αρχίζει κοντά στην πόλη Τούρμπο, ενώ ο Αυτοκινητόδρομος συνεχίζεται στην κωμόπολη Γιαβίζα του Παναμά. Είναι το μοναδικό διάκενο στην πορεία της οδικής αυτής αρτηρίας και αποκαλείται Χάσμα της Νταριέν.

Η «Ορινοκία»[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η περιοχή ανατολικώς των Άνδεων έχει έκταση περίπου 699.300 τετραγωνικά χιλιόμετρα ή τα 3/5 της εκτάσεως της χώρας, αλλά οι Κολομβιανοί τη βλέπουν σχεδόν σαν έναν άλλο κόσμο. Σε αυτή κατοικούσε λιγότερο από το 2% του πληθυσμού της Κολομβίας τη δεκαετία του 1980. Η ισπανική λέξη «λιάνος» (= πεδιάδα) μπορεί να εφαρμοσθεί με ακρίβεια μόνο για τις ανοικτές πεδιάδες στα βόρεια αυτής της περιοχής, όπου υπάρχει εκτεταμένη εκτροφή βοοειδών.

Η Ορινοκία δεν διακόπτεται από ορεινούς όγκους, εκτός από την Οροσειρά της Μακαρένα (Serranía de la Macarena), ξεχωριστή από τις Άνδεις αλλά πολύ κοντά τους, με μέγιστο ύψος 2.615 μέτρα και μοναδική χλωρίδα και πανίδα, που πιστεύεται ότι είναι ένα υπόλειμμα εκείνων που υπήρχαν κάποτε σε όλες τις Άνδεις.

Η περιοχή του Αμαζονίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πολλοί από τους μεγάλους ποταμούς της ανατολικής Κολομβίας είναι πλωτοί. Ο Ποταμός Γκουαβιάρε και οι βορείως αυτού ρέουν προς τα ανατολικά και τα νερά τους καταλήγουν στον Ορινόκο, στη Βενεζουέλα. Αλλά όλα τα ποτάμια νοτίως του Γκουαβιάρε εισέρχονται στην τεράστια λεκάνη του Αμαζονίου και τα νερά τους καταλήγουν στον μεγαλύτερο σε όγκο νερού ποταμό της Γης. Ο Γκουαβιάρε χωρίζει ουσιαστικά την ανατολική Κολομβία στα λιάνος του βορρά και στο τροπικό δάσος του νότου, αδιαχώριστο μέρος του Τροπικού δάσους του Αμαζονίου, που είναι το μεγαλύτερο του πλανήτη. Η νότια αυτή περιοχή απλώνεται σε 6 διαμερίσματα της Κολομβίας και με έκταση 403.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα αποτελεί το 35% της συνολικής εκτάσεως της χώρας. Αυτή καταλαμβάνεται σχεδόν όλη από πυκνή ζούγκλα. Το νότιο σύνορο της Κολομβίας σχηματίζεται στο μέγιστο μέρος του από τον Ποταμό Πουτουμάγιο, παραπόταμο του Αμαζονίου.

Κλίμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κλιματικός χάρτης της Κολομβίας με βάση την Κλιματική ταξινόμηση Κέππεν
Πλημμύρες στην Κολομβία τον Απρίλιο του 2004

Η μεγάλη ποικιλία στις θερμοκρασίες και στη μέση ετήσια βροχόπτωση στην Κολομβία οφείλεται κυρίως σε διαφορές στο υψόμετρο. Οι θερμοκρασίες διακυμαίνονται ελάχιστα κατά τη διάρκεια του έτους. Στην πρωτεύουσα Μπογκοτά για παράδειγμα η μέση ετήσια θερμοκρασία είναι 15 °C και η διαφορά στη μέση θερμοκρασία μεταξύ του ψυχρότερου και του θερμότερου μήνα είναι λιγότερο από 1 βαθμό. Πολύ μεγαλύτερη είναι η ημερήσια διακύμανση της θερμοκρασίας, περί τους 12 βαθμούς.

Οι Κολομβιανοί περιγράφουν το κλίμα της χώρας τους με υψομετρικές κλιματικές ζώνες: Οι εκτάσεις σε υψόμετρα μικρότερα των 900 μέτρων είναι η θερμή ζώνη (tierra caliente), αυτές σε υψόμετρα μεταξύ 900 και 2.000 μέτρων είναι η εύκρατη ζώνη (tierra templada) και οι εκτάσεις σε υψόμετρα από 2.000 έως 3.500 μέτρα αποτελούν την ψυχρή ζώνη (tierra fría). Το άνω όριο της ψυχρής ζώνης συμπίπτει με τη γραμμή των δένδρων και κατά προσέγγιση με το άνω όριο της ανθρώπινης κατοικήσεως. Οι άδενδρες ζώνες πάνω από αυτό, που φθάνουν ως τα 4.500 μέτρα, αναφέρονται ως πάραμο (páramo). Πάνω και από τα 4.500 μέτρα αρχίζει η ζώνη των αιώνιων χιονιών (nevado).

Περί το 86% της συνολικής εκτάσεως της χώρας βρίσκεται στη θερμή (υψομετρική) ζώνη. Σε αυτή συγκαταλέγεται, διακόπτοντας την εύκρατη ζώνη των υψιπέδων των Άνδεων, η κοιλάδα του ποταμού Μαγδαλένα και μέρος της κοιλάδας του Κάουκα. Οι θερμοκρασίες σε αυτή τη χαμηλότερη ζώνη κυμαίνονται από 24 έως 38 °C. Υπάρχουν οι εναλλασσόμενες ξηρή εποχή και εποχή των βροχών. Ωστόσο κοντά στην ακτή της Καραϊβικής η αύρα μειώνει τη ζέστη και τη μέση βροχόπτωση.

Η βροχόπτωση στη θερμή ζώνη είναι μέγιστη στην ακτή του Ειρηνικού και σε μέρη της ανατολικής Κολομβίας, όπου η βροχή είναι σχεδόν καθημερινό φαινόμενο. Οι μέσες ετήσιες τιμές της υπερβαίνουν τα 7.600 χιλιοστά (mm) στα περισσότερα χαμηλά μέρη της περιοχής του Ειρηνικού, καθιστώντας τα από τα βροχερότερα μέρη στον κόσμο. Η μεγαλύτερη μέση ετήσια βροχόπτωση στον κόσμο εκτιμάται ότι είναι αυτή στο Lloro της Κολομβίας, 13.299 mm.[3] Στην ανατολική χώρα, αυτή μειώνεται από 6.350 mm σε 2.540 προς τα ανατολικότερα. Μεγάλες εκτάσεις κοντά στην ακτή της Καραϊβικής είναι μονίμως πλημμυρισμένες, κυρίως από τη μικρή δυνατότητα διαφυγής των νερών (αποστράγγιση) και όχι εξαιτίας της ποσότητας των βροχών.

Η εύκρατη ζώνη καλύπτει περίπου το 8% της χώρας. Περιλαμβάνει τις κατώτερες πλαγιές της Ανατολικής και της Κεντρικής Κορδιλιέρας και τις περισσότερες κοιλάδες τους. Οι σημαντικές πόλεις Μεντεγίν (υψόμετρο 1.487 μέτρα) και Κάλι (1.030 μέτρα) βρίσκονται σε αυτή τη ζώνη, όπου οι βροχοπτώσεις είναι μέτριες και η μέση ετήσια θερμοκρασία είναι μεταξύ 19 και 24 °C. Στα μεγαλύτερα υψόμετρα της εύκρατης ζώνης οι γεωργοί επωφελούνται από δύο εποχές των βροχών κάθε χρόνο (Μάρτιος έως Ιούνιος και Οκτώβριος έως Δεκέμβριος).

Ο ποταμός Ατράτο

Η ψυχρή ζώνη καλύπτει περίπου το 6% της συνολικής εκτάσεως της χώρας και περιλαμβάνει κάποια από τα πλέον πυκνοκατοικημένα υψίπεδα των κολομβιανών Άνδεων, με σχεδόν το 1/4 του συνολικού πληθυσμού της χώρας. Η μέση θερμοκρασία κυμαίνεται εδώ από 10 έως 19 °C, με τις εποχές των βροχών να διαρκούν από τις αρχές Απριλίου έως τα τέλη Μαΐου και από τον Σεπτέμβριο έως τον Δεκέμβριο.

Οι περισσότερες βροχοπτώσεις συμβαίνουν στη θερμή (χαμηλή) ζώνη. Σημαντικές διαφορές υπάρχουν από μέρος σε μέρος εξαιτίας τοπικών συνθηκών που επηρεάζουν τα ρεύματα του αέρα, ενώ οι εκτάσεις στην υπήνεμη πλευρά της Χερσονήσου Γκουαχίρα δέχονται τις λιγότερες βροχοπτώσεις: η μέση ετήσια βροχόπτωση των 350 mm που καταγράφει ο σταθμός της Ουρίμπια εκεί είναι η μικρότερη στην Κολομβία. Σημαντικές διακυμάνσεις από έτος σε έτος έχουν καταγραφεί και η χώρα έχει περάσει περιόδους ξηρασίας.

Χλωρίδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το υψόμετρο καθορίζει, μαζί με το κλίμα, και τη βλάστηση στην Κολομβία. Οι ορεινές περιοχές της μπορούν να υποδιαιρεθούν σε αρκετές ζώνες χλωρίδας ανάλογα με το υψόμετρό τους, με μικρή μόνο επίδραση του γεωγραφικού πλάτους.

Στη θερμή ζώνη, κάτω από τα 1.000 μέτρα, ευδοκιμούν καλλιέργειες των τροπικών, όπως της μπανάνας. Στην «εύκρατη ζώνη», μέχρι υψόμετρο 2.000 μ. περίπου, κυριαρχούν οι φυτείες καφέ και καλαμποκιού. Ακόμα ψηλότερα καλλιεργούνται κυρίως σιτάρι και πατάτες, μέχρι και 3.200 μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Στα υψηλότερα μέρη που φύονται δένδρα, πολλά από αυτά έχουν κοπεί για καυσόξυλα. Στους αλπικούς λειμώνες (πάραμο) η βλάστηση είναι περιορισμένη.

Η βλάστηση βέβαια επηρεάζεται πολύ και από τις βροχοπτώσεις. Η βλάστηση ημίξηρης ερήμου κυριαρχεί στην ξηρότερη βορειοανατολική περιοχή Στα νότια, η βλάστηση τύπουσαβάνας καλύπτει την περιοχή των λιάνος. Οι βροχές της λεκάνης του Αμαζονίου διατηρούν τη ζούγκλα εκεί. Στα βουνά η κατάσταση είναι λίγο πιο σύνθετη, με τοπικές διακυμάνσεις: η βροχερή πλαγιά ενός βουνού μπορεί να είναι καταπράσινη, ενώ η αντίθετη πλαγιά του να είναι γυμνή από βλάστηση.

Φυσικοί πόροι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης χρήσεων γης της Κολομβίας (1970)

Οι φυσικοί πόροι της Κολομβίας είναι ποικίλοι, ενώ σε μεγάλες εκτάσεις, ιδίως στον ωκεανό, είναι ακόμη ανεξερεύνητοι. Στην Κολομβία βρίσκεται ένα από τα μεγαλύτερα ανοικτά ανθρακωρυχεία στον κόσμο, το Θερεχόν (Cerrejón) στη Χερσόνησο Γκουαχίρα. Στις ανατολικές περιοχές εξάγεται από το υπέδαφος πετρέλαιο και φυσικό αέριο. Επιπλέον, η Κολομβία είναι ο μεγαλύτερος παραγωγός σμαραγδιών στον κόσμο: σε αυτή εξορύσονται κάθε χρόνο περισσότερα από τα μισά σμαράγδια της παγκόσμιας παραγωγής. Είναι επίσης σημαντικός εξαγωγέας χρυσού, αργύρου, σιδήρου, ορυκτού αλατιού, λευκοχρύσου, νικελίου, χαλκού και ουρανίου. Εξάγει επίσης ηλεκτρική ενέργεια από την υδροηλεκτρική παραγωγή της στις γειτονικές χώρες.[4]

Περιβαλλοντικά θέματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εθνικά πάρκα της Κολομβίας

Τα κυριότερα περιβαλλοντικά θέματα που απασχολούν την Κολομβία είναι η αποδάσωση, η υποβάθμιση της ποιότητας του εδάφους και των νερών από την υπερβολική χρήση ζιζανιοκτόνων και εντομοκτόνων, η ατμοσφαιρική ρύπανση, ιδίως στην Μπογκοτά και σε άλλες μεγάλες πόλεις της χώρας. Οι παράπλευρες ζημιές που προκλήθηκαν από επιθέσεις κατά πετρελαιαγωγών από αντάρτες κατά τη διάρκεια του εμφύλιου πολέμου προκάλεσαν μακροπρόθεσμες βλάβες στο περιβάλλον. Επίσης ένοπλες ομάδες αποδασώνουν ακόμη σημαντικές εκτάσεις για την παράνομη καλλιέργεια π.χ. κόκας και ανοίγουν αυθαίρετα δρόμους σε προστατευόμενες περιοχές.

Αριθμητικά και άλλα δεδομένα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έκταση:
Ολική: 1.138.910 km²
Ξηρά: 1.038.700 km²
Εσωτερικά και χωρικά ύδατα: 100.210 km²

Χερσαία σύνορα:
Ολικό μήκος: 6.672 km
Ανά χώρα: Βενεζουέλα 2.341 km, Βραζιλία 1.790 km, Περού 1.494 km, Ισημερινός 708 km, Παναμάς 339 km

Μήκος ακτογραμμής: 3.208 km (1.760 στον Ατλαντικό και 1.448 στον Ειρηνικό Ωκεανό)
Χωρικά ύδατα:12 ναυτικά μίλια (22,2 km)

Ακραία σημεία:
Χαμηλότερο σημείο: Ειρηνικός Ωκεανός, 0 m
Υψηλότερο σημείο: Πίκο Κριστόμπαλ Κολόν, 5.700 m
Βορειότερο σημείο: Νησίδα βόρεια της Νήσου Σάντα Καταλίνα (13°24′03″ Β, 81°22′14″ Δ)
Βορειότερο σημείο ηπειρωτικής Κολομβίας: Ακρωτήριο Γκαλίνας (12°27′28″ Β, 71°39′55″ Δ), είναι και το βορειότερο σημείο όλης της Νότιας Αμερικής
Νοτιότερο σημείο: Πόλη Λετίσια επί του Αμαζονίου, τριεθνές σημείο Κολομβίας-Βραζιλίας-Περού («Tres Fronteras», 4°13′37″ Ν, 69°56′50″ Δ)
Ανατολικότερο σημείο: Νησίδα Σαν Χοσέ στον Ρίο Νέγκρο, τριεθνές σημείο Κολομβίας-Βενεζουέλας-Βραζιλίας (1°13′48″ Β, 66°51′01″ Δ)
Δυτικότερο σημείο: Νήσος Σαν Αντρές στον Ατλαντικό Ωκεανό (12°31′51″ Β, 81°44′08″ Δ)
Δυτικότερο σημείο ηπειρωτικής Κολομβίας: Ακρωτήριο Μανγκλάρες, εκβολές του ποταμού Μίρα στον Ειρηνικό Ωκεανό (1°39′02″ Β, 79°00′29″ Δ)

Χρήσεις γης:
Αρόσιμη γη: 1,43%
Μόνιμες καλλιέργειες: 1,68%
Υπόλοιπο: 96,89% (στοιχεία του 2012)

Αρδευόμενη γη: 10.870 km² (στοιχεία του 2011)

Ολικοί ανανεώσιμοι υδάτινοι πόροι: 2.132 km3 (στοιχεία του 2011)

Κατανάλωση γλυκού νερού (οικιακή/βιομηχανική/αγροτική):
Εθνική: 12,65 km3 (55% / 4% / 41%)
Κατά κεφαλή: 308 m3/έτος (στοιχεία του 2010)

  • Ολική έκταση παγετώνων: 104 km² (Το 1972. Ιστορικά, γεωγραφικά και φωτογραφικα αρχεία υποδεικνύουν συνεχή και προοδευτική μείωση του όγκου του πάγου και του χιονιού στις κολομβιανές Άνδεις, ήδη από το τέλος του 19ου αιώνα. Πολλοί παγετώνες εξαφανίσθηκαν κατά τον 20ό αιώνα και περισσότεροι αναμένεται να εξαφανισθούν στις επόμενες δεκαετίες.[5]

Φυσικοί κίνδυνοι: Ηφαιστειακές εκρήξεις στις Άνδεις, σεισμοί, ξηρασίες

Διεθνείς περιβαλλοντικές συμφωνίες: Η Κολομβία έχει υπογράψει τις εξής διεθνείς συμφωνίες: Σύμφωνο Ανταρκτικής, Πρωτόκολλο του Κιότο, Πρωτόκολλο του Μόντρεαλ και συμφωνίες για τη βιοποικιλότητα, την ερημοποίηση, τα κινδυνεύοντα είδη, τα επικίνδυνα απόβλητα, την προστασία της θαλάσσιας ζωής, τη ρύπανση από τα πλοία, την τροπική ξυλεία (του 1983 και του 1994) και για τους υγρότοπους. Υπέγραψε, αλλά δεν έχει επικυρώσει τη Σύμβαση για το Δίκαιο της θάλασσας.

Υδρογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Κολομβία έχει τέσσερα κύρια υδρογραφικά συστήματα: της λεκάνης του Ειρηνικού, της λεκάνης της Καραϊβικής, της Λεκάνης του Ορινόκο και της Λεκάνης του Αμαζονίου.

Λεκάνη της Καραϊβικής Λεκάνη του Ειρηνικού Λεκάνη του Ορινόκο Λεκάνη του Αμαζονίου

Ποταμοί που ανήκουν μόνο στην Κολομβία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ποταμοί που πηγάζουν από την Κολομβία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λίμνες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μεγαλύτερη λίμνη της Κολομβίας είναι η Τότα των Άνδεων, σε υψόμετρο 3.015 μέτρων, που έχει έκταση 55 km². Υπάρχουν επίσης το Μέγα Τέναγος της Σάντα Μάρτα και η Λιμνοθάλασσα Λα Κότσα.


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. DANE: 2005 Census of Colombia - total area Αρχειοθετήθηκε 2013-04-03 στο Wayback Machine. dane.gov.co.
  2. 2,0 2,1 «Travel map of the Andes». Nelles Map. Ανακτήθηκε στις 10 Ιανουαρίου 2011. 
  3. Global Measured Extremes of Temperature and Precipitation. National Climatic Data Center], 9 Αυγούστου 2005. Ανακτήθηκε στις 18 Ιανουαρίου 2007.
  4. Encyclopedia Encarta: Natural Resources of Colombia Encyclopedia Encarta. Αρχειοθετήθηκε 2009-11-01 at WebCite 2009-10-31.
  5. USGS: «Glaciers of Colombia» USGS, ανακτήθηκε στις 23 Αυγούστου 2007.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Geography of Colombia της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).