Γελωτοποιός

Γελωτοποιός γενικότερα ονομάζεται ο άνθρωπος που προξενεί σκόπιμα γέλιο και ευθυμία, με χρήση μορφασμών, κινήσεων και λεκτικών αστείων ή ευφυολογημάτων. Ειδικότερα ο όρος αναφέρεται στον άνθρωπο που ασχολείται συστηματικά με αυτό, μια ασχολία που εξελίχθηκε σε επάγγελμα και σε αξίωμα στις αυλές βασιλέων και αριστοκρατών σε διάφορους πολιτισμούς.
Με την ειδικότερη έννοια, γελωτοποιοί υπήρχαν ήδη από την αρχαιότητα, τόσο στην αρχαία Ελλάδα και στην αρχαία Ρώμη, όσο και στην Περσία, την αρχαία Αίγυπτο, τις Ινδίες και την Κίνα, αλλά και στην Αυτοκρατορία των Αζτέκων, με αρκετά γνωστά παραδείγματα.
Στην αρχαιότητα
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο Πλούταρχος αναφέρει ότι ο βασιλιάς Δαρείος Α΄ της Περσίας είχε έναν γελωτοποιό που συνήθιζε να πειράζει τον Δημάρατο επειδή είχε καταφύγει στην περσική αυλή. Σε τάφους της Μέσης Αιγύπτου έχουν διασωθεί τοιχογραφίες που αποδεικνύουν την ύπαρξη γελωτοποιών στις βασιλικές αυλές της αρχαίας Αιγύπτου. Στο κλασικό ινδικό έπος Ραμαγιάνα (4ος αιώνας π.Χ.) αναφέρεται ότι η Σίτα είχε κοντά της έναν γελωτοποιό που διακωμωδούσε τα προτερήματα των εραστών της. Ο Φ. Κραντέλιους υποστηρίζει ότι γελωτοποιούς είχαν και οι Εβραίοι, τουλάχιστον την εποχή της μέγιστης ακμής τους, επί βασιλείας του Δαυίδ, και ίσως και αργότερα. Οι Συβαρίτες της Κάτω Ιταλίας είχαν ως γελωτοποιούς κυρίως νάνους, τους οποίους ονόμαζαν[1] σκωπαίους και στίλπωνας.
Στην αρχαία Ελλάδα γελωτοποιοί εμφανίζονταν όχι μόνο στα σπίτια των αρχόντων και των πλουσίων (ιδίως κατά τα συμπόσια), αλλά και σε υπαίθριους χώρους των πόλεων, όπου διοργάνωναν πρόχειρες παραστάσεις, απευθυνόμενες προφανώς όχι στους προύχοντες, αλλά στο ευρύ κοινό. Γενικώς όμως οι αρχαίοι Έλληνες τους θεωρούσαν κατώτερους των ηθοποιών της κωμωδίας και τους περιφρονούσαν, παρά το ότι με την πάροδο των ετών κέρδισαν και την εκτίμηση πολλών, κατορθώνοντας έτσι να λάβουν άδεια να παρουσιάσουν προγράμματά τους ακόμα και σε σκηνές θεάτρων. Στην αρχαία Αθήνα ειδικότερα υπήρχαν αρκετοί πλανόδιοι γελωτοποιοί και είναι γνωστό ότι στην εποχή του Φιλίππου Β΄ είχαν ιδρύσει και ιδιαίτερο σωματείο, που είχε επονομασθεί από τον αριθμό των μελών του «Οι εξήκοντα». Χαρακτηριστικό της τότε φήμης τους, αλλά και της εκτιμήσεως των ικανοτήτων τους, είναι το γεγονός ότι ο Φίλιππος έστειλε στους «Εξήκοντα» χρήματα για να τού αποστείλουν γραπτώς τα ευφυολογήματά τους. Ο Μέγας Αλέξανδρος, ο Διονύσιος των Συρακουσών και άλλοι ισχυροί ηγεμόνες είχαν προσωπικούς γελωτοποιούς. Στο έργο του Συμπόσιον ο Λουκιανός γράφει για κάποιον γελωτοποιό ονόματι Σατυρίωνα, που ήταν ασχημομούρης και ξυρισμένος (ενώ οι αρχαίοι Έλληνες δεν ξυρίζονταν). Ο Αθήναιος ο Ναυκρατίτης έχει διασώσει το όνομα ενός διάσημου γελωτοποιού, του Μανδρογένη, που ήταν απόγονος ενός άλλου ονομαστού γελωτοποιού, του Στράτωνα του Αττικού.
Στους αρχαίους Ρωμαίους συναντούμε γελωτοποιούς κυρίως στις αυλές των Αυτοκρατόρων, των ευγενών και των πλουσίων. Τους ονόμαζαν στη λατινική γλώσσα urbani scurrae και ridiculi, και ως ιδιαίτερη τάξη moriones (λέξη με ελληνική ρίζα, από το μωρός). Συνήθως οι moriones ήταν δύσμορφοι και ανόητοι δούλοι, που αγοράζονταν για να χρησιμοποιούνται μόνο ως γελωτοποιοί. Οι ελεύθεροι πολίτες που ήταν γελωτοποιοί αποκαλούνταν balatrones[2] και πληρώνονταν για τα αστεία τους, με τα τραπέζια των πλουσίων να είναι ανοικτά σε αυτούς σε αντάλλαγμα της ψυχαγωγίας που προσέφεραν[3]
Στον Μεσαίωνα
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Η παρουσία των γελωτοποιών εξακολούθησε και στον χριστιανικό κόσμο. Ενδεικτικώς τους αναφέρουν οι Πανδέκται και ο Ισίδωρος της Σεβίλλης. Στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία ονομάζονταν τζουτζέδες και μίμοι. Πολλές φορές, πέρα από τα καθήκοντά τους ως διασκεδαστών των αυτοκρατορικών κύκλων, οι Βυζαντινοί γελωτοποιοί απέκτησαν σημαντικές θέσεις αυλικών συμβούλων, που πήραν μέρος σε ραδιουργίες, στάσεις και ανακτορικά σκάνδαλα. Στις δυτικοευρωπαϊκές και κεντροευρωπαϊκές μεσαιωνικές αυλές, η παρουσία γελωτοποιών έγινε σταδιακά απαραίτητη, καθώς και η χρησιμοποίησή τους ως κατασκόπων, μυστικοσυμβούλων και οργανωτών διάφορων ραδιουργιών. Στη Γερμανία συμμετείχαν αρκετές φορές ακόμα και σε μυστικές συνεδριάσεις. Στη Γαλλία απέκτησαν μεγάλη φήμη και από τον 14ο αιώνα ανακηρύχθηκαν επίσημα αξιωματούχοι της αυλής. Γελωτοποιοί συνέχισαν να γίνονται συνήθως οι νάνοι, οι καμπούρηδες ή οι άσχημοι στο πρόσωπο, αλλά αντίθετα με τους συναδέλφους τους της αρχαίας Ρώμης οι περισσότεροι ήταν έξυπνοι και κατόρθωναν να επηρεάζουν με τη στάση τους και τις συμβουλές τους γνωστά ιστορικά πρόσωπα. Στην Ιαπωνία το αντίστοιχο των γελωτοποιών ήταν οι ταϊκομότσι, που συντρόφευαν τους φεουδάρχες νταϊμιό, αλλά κυρίως με χορό και αφηγήσεις, όχι τόσο με αστεία.
Στη νεότερη εποχή
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Η θέση των γελωτοποιών συνέχισε να αναβαθμίζεται στις βασιλικές και πριγκιπικές αυλές κατά την Αναγέννηση, όταν ξεχώριζαν πλέον ως «θεσμός», με τα ζωηρόχρωμα και πολύχρωμα ρούχα τους και τα εκκεντρικά καπέλα τους. Μέχρι και η αυλή του Πάπα στη Ρώμη είχε γελωτοποιό, σε απομίμηση των βασιλικών αυλών, έως το 1570 περίπου. Σε πολλές περιπτώσεις είχαν το (άγραφο) «προνόμιο του γελωτοποιού» (μόνοι αυτοί) να περιγελούν και να προσβάλλουν ατιμώρητα τον ίδιο τον βασιλιά ή και τα μέλη της οικογένειάς του. Ο διασημότερος γελωτοποιός στην ιστορία της Πολωνίας, ο Στάντσικ (16ος αιώνας), έλεγε κυρίως αστεία που αποτελούσαν ουσιαστικά πολιτική σάτιρα.[4][5] Εξάλλου, πιο πρακτικά, ο γελωτοποιός μπορούσε να αναγγείλει κακές ειδήσεις στον βασιλιά, κάτι που ελάχιστοι άλλοι θα αποτολμούσαν, π.χ. μετά την ήττα του γαλλικού στόλου από τον αγγλικό στη Ναυμαχία του Σλουίς ο γελωτοποιός του Γάλλου βασιλιά Φιλίππου ΣΤ΄ τού είπε ότι οι Άγγλοι ναύτες «δεν έχουν καν τα κότσια να πέσουν στη θάλασσα, όπως οι γενναίοι δικοί μας»[6]. Από την άλλη, στην Ισπανία οι γελωτοποιοί ήταν συνήθως νάνοι (συχνά παραμορφωμένοι) και διασκέδαζαν κυρίως τα παιδιά της βασιλικής και των πριγκιπικών οικογενειών.
Η μείωση της παρουσίας των γελωτοποιών στις ευρωπαϊκές αυλές άρχισε μετά την Παλινόρθωση των Στιούαρτ το 1660, όταν ο Κάρολος Β΄ δεν επανεισήγαγε τον θεσμό του γελωτοποιού της αυλής και αντί αυτού προώθησε πολύ το θέατρο και τις μουσικές παραστάσεις. Στη Γαλλία ο θεσμός κόπηκε απότομα με τη Γαλλική Επανάσταση. Στην Ιταλία η τέχνη του γελωτοποιού «πέρασε» στην παραδοσιακή κομέντια ντελ άρτε, οπότε μετά το 1800 οι αυλικοί γελωτοποιοί επεβίωναν κυρίως στη Γερμανία, τη Ρωσία και την Ισπανία.
Παραπομπές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ Αθήναιου Δειπνοσοφισταί
- ↑ Ορατίου Sat., i. 2. 2
- ↑ Notes and Queries: A Medium of Inter-Communication for Literary Men, Artists, Antiquaries, Genealogists, Etc. Bell. 1868.
- ↑ Janusz Pelc· Paulina Buchwald-Pelcowa· Barbara Otwinowska (1989). Jan Kochanowski 1584-1984: epoka, twórczość, recepcja. Lublin: Wydawnictwo Lubelskie. σελίδες 425-438. ISBN 978-83-222-0473-3.
- ↑ Jakubowski, Jan Zygmunt, επιμ. (1986). Przegląd humanistyczny (στα Πολωνικά). Państwowe Wydawnictwo Naukowe. σελ. 21. Ανακτήθηκε στις 29 Δεκεμβρίου 2025.
- ↑ Otto, Beatrice: Fools Are Everywhere: The Court Jester Around the World, University of Chicago Press, Σικάγο 2001
Πηγές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Τάσος Ν. Πετρής: το ομώνυμο λήμμα στη Νέα Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια «Χάρη Πάτση», τόμος 9, σελ. 372