Γαστάλδος

Ένας γαστάλδος (λατινικά gastaldus ή castaldus· ιταλικά gastaldo ή guastaldo) ήταν ένας Λομβαρδός αξιωματούχος, υπεύθυνος για κάποιο μέρος της βασιλικής περιουσίας (της γασταλδάτης, gastaldia ή castaldia) με πολιτικές, στρατιωτικές και δικαστικές εξουσίες.
Με το Διάταγμα Ροθάριου του 643, οι γαστάλδοι έλαβαν την πολιτική εξουσία στις πόλεις, και οι ηγεμόνες την αντίστοιχη εξουσία στην ύπαιθρο. Υπό την κυριαρχία των Λομβαρδών, τα εδάφη οριοθετούνταν με giudicati ή «κρίσεις» μεταξύ των διαφόρων γαστάλδων. Από την άμεση περιοχή της Πάρμας και της Πιατσέντσας, σώζονται πολυάριθμοι τέτοιοι giudicati, οι οποίοι καλύπτουν το εύρος της Λομβαρδικής κυριαρχίας. Τα έγγραφα ακολουθούν την ίδια τυποποιημένη δομή, εκ των οποίων ένα μεταξύ του γαστάλδου Δαγιβέρτο και του γαστάλδου Ίμμο, που επιδικάστηκε από τον Αδαλοάλδο στο Τιτσίνο, τον Νοέμβριο του 615.
Ως αμειβόμενοι αξιωματούχοι με άμεση πίστη στους περιοδεύοντες Λομβαρδούς βασιλείς, των οποίων η έδρα ήταν ονομαστικά στην Παβία, οι γαστάλδοι βρίσκονταν συχνά σε σύγκρουση με τους δούκες, τους μεγάλους Λομβαρδούς εδαφικούς μεγιστάνες που ακολουθούσαν πολιτικές αυτονομίας. Μέχρι τον 9ο αι., οι εξουσίες των γαστάλδων είχαν περιέλθει σε μεγάλο βαθμό σε διοικητικές. Ο τίτλος σταδιακά εξαφανίστηκε κατά τον τελευταίο αιώνα της Λομβαρδικής εξουσίας, επιβιώνοντας μόνο σε λίγες περιπτώσεις, ειδικά στη Νότιο Ιταλία, όπου η δουκική Λομβαρδική εξουσία συνεχίστηκε για άλλα διακόσια χρόνια, για παράδειγμα στην Κάπουα, η οποία συμπεριλήφθηκε στο Λομβαρδικό Δουκάτο του Βενεβέντου, και όπου ο τίτλος τού κόμη παρέμεινε γαστάλδος μέχρι και τον 9ο αι. όταν ο Λάντουλφ Α΄ άρχισε να εδραιώνει σθεναρά την ανεξαρτησία του. Όταν το Μπενεβέντο διαιρέθηκε το 851, μετά από μία δεκαετία εμφυλίου πολέμου, αυτό έγινε με τη διαίρεση των γαστάλδων, δεκαέξι στο νέο πριγκιπάτο του Σαλέρνο, δεκαέξι να παραμείνουν στο Μπενεβέντο και ένας (Ατσερέντσα) να μοιραστεί μεταξύ τους.
Γύρω στο 1200, στο έργο του Magna derivationes, ο Ουγκουτσιόνε της Πίζας συμπεριέλαβε τον όρο gastradeus [sic., αντιγραφικό ολίσθημα για τον gastaldeus] δίνοντας την ερμηνεία του «rector loci», του «διαχειριστή ενός τόπου».
Στο Μιλάνο, ο θεσμός των γαστάλδων παρέμεινε εντός του καθεδρικού ναού μέχρι το τέλος του Μεσαίωνα. Στο Οπλοστάσιο της Βενετίας, οι gastaldi παρέμειναν μέχρι την άφιξη του Ναπολέοντα A΄ με τη μορφή αδελφοτήτων τεχνιτών στα ναυπηγεία. Η πινακίδα της συντεχνίας των ξυλουργών, ζωγραφισμένη υπό την διεύθυνση του Μισιέ Ζαχαρία ντ' Αντόνιο το 1517 και ανανεωμένη το 1753, υπό την gastaldia του Φραντσέσκο Ζανότο, του gastaldo και της συντροφίας του, βρίσκεται στο Μουσείο Βενετικής Ιστορίας στη Βενετία.
Στην Παλαιά Άνω Γερμανική, ο όρος gastaldus κατέληξε να υποδηλώνει έναν οικονόμο. Ο όρος Castaldy εμφανίζεται στη Μέση Αγγλική με την αφηρημένη έννοια της «επιστασίας». Η συγκεκριμένη λειτουργία, ωστόσο, παρέμεινε ξένη προς τους αγγλοσαξονικούς ή νορμανδικούς θεσμούς.
Σημειώσεις
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Αναφορές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Paolo Ostinelli: Gastaldus στα γερμανικά, γαλλικά και ιταλικά στο διαδικτυακό Ιστορικό Λεξικό της Ελβετίας.