Γέφυρα του Λονδίνου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Γέφυρα του Λονδίνου
London Bridge from South bank.jpg
Είδοςγέφυρα δρόμου, prestressed concrete bridge, τοξωτή γέφυρα και box girder bridge
Γεωγραφικές συντεταγμένες51°30′29″N 0°5′16″W
Διοικητική υπαγωγήLondon Borough of Southwark και Σίτι του Λονδίνου
ΤοποθεσίαCentral London
ΧώραΗνωμένο Βασίλειο
Έναρξη κατασκευής17  Μαρτίου 1973
Ολοκλήρωση1973
Ύψος160 μέτρο
Commons page Πολυμέσα

Η γέφυρα του Λονδίνου (αγγλικά: London Bridge) είναι γέφυρα επί του Τάμεση, η οποία συνδέει το Σίτι του Λονδίνου με το Σάουθγουαρκ. Βρίσκεται ανάμεσα στη γέφυρα του Πύργου (με την οποία συχνά συγχέεται) και τη σιδηροδρομική γέφυρα της οδού Κάνον. Η σημερινή τσιμεντένια γέφυρα κτίστηκε το 1973, προς αντικατάσταση μιας πέτρινης αψιδωτής γέφυρας του 19ου αιώνα, η οποία με τη σειρά της αντικατέστησε μια μεσαιωνική γέφυρα η οποία έστεκε για 600 χρόνια. Το σημείο γεφυρώθηκε πρώτη φορά από τους Ρωμαίους ιδρυτές του Λονδίνου.

Η σημερινή γέφυρα βρίσκεται στο δυτικό άκρο του Πουλ του Λονδίνου, περίπου 30 μέτρα βορειότερα από τις προηγούμενες γέφυρες. Η μεσαιωνική γέφυρα οριοθετούταν στα βόρεια από την εκκλησία του αγίου Μάγκνους του Μάρτυρα και στα νότια από τον καθεδρικό του Σάουθγουερκ. Μέχρι την ολοκλήρωση της γέφυρας του Πούτνεϊ το 1729, η γέφυρα του Λονδίνου ήταν το μοναδικό πέρασμα στον Τάμεση κατάντη του Κίνγκστον απόν Τέιμς.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πρώτη γέφυρα που κατασκευάστηκε στην περιοχή ήταν πιθανότατα μια στρατιωτική πλωτή γέφυρα η οποία κατακσευάστηκε από τους Ρωμαίους, μειώνοντας σημαντικά το χρόνο που απαιτούνταν για να φτάσει κάποιος από το Καμουλόδουνον στα λιμάνια στο Κεντ. Περί το 55 μ.Χ. κατασκευάστηκε μια μόνιμη ξύλινη πασσαλόπηκτη γέφυρα. Βόρειά της σχηματίστηκε ένας εμπορικός οικισμός, ο οποίος αναπτύχθηκε αργότερα στο Λονδίνιον.[1] Αυτή η γέφυρα πιθανότατα καταστράφηκε κατά την εξέγερση της Βοαδίκειας (60 μ.Χ.), αλλά ξανακτίστηκε. Μετά την πτώση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας η περιοχή εγκαταλείφθηκε.

Με την εγκατάσταση των Σαξώνων, η περιοχή κατοικήθηκε ξανά. Είναι πιθανόν ο Αλφρέδος ο Μέγας να ξαναέκτισε τη γέφυρα στα τέλη του 9ου αιώνα,[2] ή αργότερα από τον Έθελρεντ του Ουέσσεξ. Η παλαιότερη αναφορά σε σαξωνική γέφυρα γίνεται κατά το 1016, όταν ο Κνούτος και ο στόλος του παρέκαμψαν τη γέφυρα. Μετά την κατάκτηση της Αγγλίας από τους Νορμανδούς το 1066, ο Γουλιέλμος Α΄ της Αγγλίας ξαναέκτισε τη γέφυρα, η οποία όμως καταστράφηκε από σίφουνα το 1091.[3] Επισκευάστηκε ή ξανακτίστηκε επί Γουλιέλμου Β΄, αλλά κάηκε το 1136 και ξανακτίστηκε επί Στεφάνου.

Μεσαιωνική γέφυρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μεσαιωνική γέφυρα όπως φαινόταν από το Σάουθγουαρκ το 1616. Διακρίνεται η νότια πύλη, με τα παλουκωμένα κεφάλια

Το 1176 ο βασιλιάς Ερρίκος Β΄ της Αγγλίας διέταξε την κατασκευή μιας νέας γέφυρας προς την τιμή του φίλου Τόμας Μπέκετ, επισκόπου του Καντέμπουρι.[4] Η γέφυρα ολοκληρώθηκε μετά από 33 χρόνια, το 1209, και είχε μήκος 240 με 270 μέτρα και πλάτος 8. Είχε 19 άνισες αψίδες και έφερε ένα κινητό τμήμα το οποίο υψωνόταν για περνούν ψηλά πλοία και οχυρωμένες πύλες. Μέχρι το 1358 είχαν κατασκευαστεί στη γέφυρα 138 καταστήματα. Δύο νερόμυλοι τοποθετήθηκαν στη βόρεια πλευρά και άλλη δύο στη νότια. Τα κτίρια πάνω στη γέφυρα αφενός προσέθεταν βάρος, με αποτέλεσμα πολλές αψίδες να χρειαστεί να ανακατασκευαστούν, και αφετέρου ήταν επικίνδυνα για τη διάδοση μιας πυρκαγιάς. Κτίρια στην γέφυρα κάηκαν από φωτιά το 1212 και στην Εξέγερση των Χωρικών το 1381. Μια φωτιά το 1633 έκαψε το ένα τρίτο των κτιρίων στη γέφυρα, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μια ζώνη πυροπροστασίας κατά την μεγάλη πυρκαγιά του 1666.

Στη νότια πύλη βρίσκονταν παλουκωμένα κεφάλια προδοτών βουτηγμένα σε πίσσα και βρασμένα για να διατηρηθούν καλύτερα.[5] Το κεφάλι του Γουίλιαμ Γουάλας ήταν το πρώτο που τοποθετήθηκε στην πύλη το 1305. Άλλα διάσημα κεφάλια ήταν του Τζακ Κέιντ το 1450, του Τόμας Μορ και του επισκόπου Τζον Φίσερ το 1535 και του Τόμας Κρόμγουελ το 1540. Η πρακτική αυτή σταμάτησε το 1660, με την παλινόρθωση του Καρόλου Β΄.[6]

Το 1710, τα περισσότερα κτίρια στη γέφυρα είχαν ξανακτιστεί ώστε να διευρυνθεί ο δρόμος της γέφυρα στα έξι μέτρα, με τα νέα κτίρια να κτίζονται πάνω σε υποστυλώματα τα οποία εξείχαν προς το ποτάμι, κρύβοντας τη κορυφή των αψίδων.[7] Το τελευταίο σπίτι κτίστηκε το 1745.[8] Το 1722 η συμφόρηση στη γέφυρα ήταν τόσο σοβαρή ώστε το δήμαρχος εξέδωσε απόφαση ώστε «όλα τα κάρα που έρχονται από το Σάουθγουαρκ να βρίσκονται συνέχεια στη δυτική πλευρά της γέφυρας και όλα τα κάρα που έρχονται από το Σίτι να μένουν στην ανατολική». Αυτή η απόφαση έχει προταθεί ως πιθανή προέλευση της οδήγησης στη Βρετανία στα αριστερά.[9]

Η ελαιογραφία Άποψη της γέφυρας του Λονδίνου, από τον Κλοντ ντε Γιονγκ (1632).
Η ελαιογραφία Άποψη της γέφυρας του Λονδίνου, από τον Κλοντ ντε Γιονγκ (1632).

Το 1756, η πράξη για τις γέφυρες του Λονδίνου έδωσε στην πόλη την εξουσία να αγοράσει όλες τις ιδιοκτησίες στη γέφυρα ώστε να τις γκρεμίσει και να βελτιώσει τη γέφυρα. Μια προσωρινή γέφυρα κατασκευάστηκε μέχρι να ολοκληρωθεί η διαδικασία. Το τελευταίο κτίριο κατεδαφίστηκε το 1762.[10] Το 1759 κατασκευάστηκε στη θέση των δύο κεντρικών αψίδων μια μεγαλύτερη, για να είναι πιο ασφαλής η πλοήγηση κάτω από τη γέφυρα. Η γέφυρα διαπλατύνθηκε στα 14 μέτρα,[11] κατασκευάστηκαν κιγκλιδώματα και πέτρινες κόχες.[12] Όμως η νέα κεντρική αψίδα εξασθένισε την κατασκευή, με αποτέλεσμα να χρειάζεται συνεχείς διορθώσεις. Αυτό σε συνδυασμό με τα συχνά ατυχήματα κάτω από τη γέφυρα οδήγησαν στην ανάγκη κατασκευής μιας νέας γέφυρας.[13]

Νέα γέφυρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η γέφυρα στα τέλη του 19ου αιώνα

Το 1799 έλαβε χώρα διαγωνισμός για τη κατασκευή μιας νέας γέφυρας. Ανάμεσα στις προτάσεις ήταν και του Τόμας Τέλφορντ, ο οποίος πρότεινε την κατασκευή μιας γέφυρας με μονήρη αψίδα από σίδηρο μήκος 180 μέτρων και 20 μέτρα ύψος, όμως χρειαζόταν μεγάλες προσβάσεις, το οποίο σήμαινε την αγορά και κατεδάφιση ακριβών ιδιοκτησιών.[14] Τελικά προτιμήθηκε ένα πιο συντηρητικό σχέδιο, από τον Τζον Ρένι, για μια πεντάτοξη αψιδωτή πέτρινη γέφυρα. Άρχισε να κατασκευάζεται περίπου 30 μέτρα ανάντη της παλιάς γέφυρας το 1824. Χρειάστηκε να κατασκευαστούν νέοι δρόμοι πρόσβασης. Η παλιά γέφυρα συνέχισε να χρησιμοποιείται όσο η καινούργια ήταν υπό κατασκευή. Το 1831, όταν η νέα γέφυρα δόθηκε στην κυκλοφορία, η παλιά γέφυρα κατεδαφίστηκε. Η γέφυρα είχε μήκος 283 μέτρα και πλάτος 15 μέτρα.

Το 1896 η γέφυρα ήταν το πιο πολυσύχναστο σημείο στο Λονδίνο και ένα από τα πιο συμφορημένα. Περίπου 8.000 πεζοί και 900 οχήματα τη διέσχιζαν κάθε ώρα.[5] Διαπλατύνθηκε κατά τέσσερα μέτρα με γρανιτένια στηρίγματα. Μετέπειτα μελέτες έδειξαν ότι η γέφυρα βυθιζόταν περίπου μια ίντσα κάθε οχτώ χρόνια και μέχρι το 1924, η ανατολική πλευρά βρισκόταν περίπου 9 εκατοστά χαμηλότερα από τη δυτική, με αποτέλεσμα να χρήζει αντικατάστασης.

Το 1967, το συμβούλιο της πόλης του Λονδίνου έθεσε τη γέφυρα προς πώληση και τις 18 Απριλίου 1968 η γέφυρα αγοράστηκε από τον Αμερικανό επιχειρηματία Ρόμπερτ ΜακΚάλοχ της McCulloch Oil για 2.460.000 αμερικανικά δολάρια. Η φήμη ότι ο ΜακΚάλοχ νόμιζε ότι είχε αγοράσει τη γέφυρα του Πύργου έχει διαψευσθεί.[15] Η γέφυρα αποσυναρμολογήθηκε κομμάτι-κομμάτι, με κάθε κομμάτι να καταγράφεται. Στη συνέχεια τα τμήματα στάλθηκαν ακτοπλοϊκώς στην Καλιφόρνια και από εκεί μεταφέρθηκαν στην Αριζόνα. Η γέφυρα ανακατασκευάστηκε στο Λέικ Χαβασού Σίτι και ολοκληρώθηκε το 1971. Σήμερα, η γέφυρα είναι το δεύτερο πιο δημοφιλές αξιοθέατο της Αριζόνα, μετά το Γκραν Κάνυον.

Σύγχρονη γέφυρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Άποψη από τα δυτικά

Η σύγχρονη γέφυρα του Λονδίνου σχεδιάστηκε από τον αρχιτέκτονα λόρδο Χόλφορντ και τους μηχανικούς Μοτ, Χέι και Άντερσον.[16] Κατασκευάστηκε από το 1967 μέχρι το 1972 και εγκαινιάστηκε από τη βασίλισσα Ελισάβετ Β΄ τις 17 Μαρτίου 1973.[17] Έχει τρία ανοίγματα από προπιεσμένο σκυρόδεμα, με συνολικό άνοιγμα 283 μέτρων. Το 1984 το βρετανικό πολεμικό πλοίο HMS Jupiter συγκρούστηκε με τη γέφυρα, προκαλώντας σημαντικές ζημιές τόσο στο πλοίο όσο και στη γέφυρα.

Τις 3 Ιουνίου 2017, η γέφυρα έγινε στόχος τρομοκρατικής επίθεσης. Τρεις ισλαμιστές εμβόλισαν με ένα βαν πεζούς, σκοτώνοντας τρεις πεζούς. Έπειτα εγκατέλειψαν το βαν και και έτρεξαν προς την Borough Market, όπου επιτέθηκαν με μαχαίρι σε πελάτες εστιατορίων. Συνολικά οχτώ άνθρωποι πέθαναν στην επίθεση και 48 τραυματίστηκαν.[18] Έκτοτε τοποθετήθηκαν προστατευτικές μπαριέρες ανάμεσα στο πεζοδρόμιο και το δρόμο.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Margary, Ivan D., Roman Roads in Britain, Vol. 1, South of the Foss Way – Bristol Channel, Phoenix House Lts, London, 1955, pp. 46–48.
  2. Jeremy Haslam, 'The Development of London of London by King Alfred: A Reassessment'; Transactions of the London and Middlesex Archaeological Society, 61 (2010), 109–44. Retrieved 2 August 2014
  3. «Tornado extremes». Tornado and Storm Research Organisation. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 14 Αυγούστου 2007. Ανακτήθηκε στις 1 Αυγούστου 2007. 
  4. Thornbury, Walter, Old and New London, 1872, vol.2, p.10
  5. 5,0 5,1 Dunton, Larkin (1896). The World and Its People. Silver, Burdett. σελ. 23. 
  6. Evelyn, John. Evelyn's Diary. Entry: 10 April 1696
  7. Pierce 2001, p. 216
  8. Pierce 2001, pp. 235-6
  9. Ways of the World: A History of the World's Roads and of the Vehicles That Used Them, M. G. Lay & James E. Vance, Rutgers University Press 1992, p. 199.
  10. Pierce 2001, p. 258-259
  11. Pierce 2001, p. 260
  12. Pierce 2001, pp. 261-263
  13. Pierce 2001, p. 278-279
  14. Smiles, Samuel. The Life of Thomas Telford. ISBN 1404314857. 
  15. How London Bridge Was Sold To The States (from This Is Local London)
  16. «Carillion accepts award for London Bridge project». Building talk. 14 Νοεμβρίου 2007. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 20 Απριλίου 2012. Ανακτήθηκε στις 14 Απριλίου 2012. 
  17. «Where Thames Smooth Waters Glide». 
  18. «'Van hits pedestrians' on London Bridge in 'major incident'». BBC. 3 June 2017. https://www.bbc.com/news/uk-40146916. Ανακτήθηκε στις 3 June 2017. 

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Pierce, Patricia, Old London Bridge – The Story of the Longest Inhabited Bridge in Europe, Headline Books, 2001, (ISBN 0-7472-3493-0).